Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [38240-38260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
37639παγωτομηχανήπα-γω-το-μη-χα-νή ουσ. (θηλ.): ηλεκτρική συσκευή παρασκευής παγωτού. Βλ. -μηχανή. [< αγγλ. ice-cream machine/maker]
37640ΠΑΔΑ(το): Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής (2018).
37641ΠΑΕ(η): Ποδοσφαιρική Ανώνυμη Εταιρεία.
37642παέγια

πα-έ-για ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) παέλια: ΜΑΓΕΙΡ. παραδοσιακό ισπανικό φαγητό από ρύζι μαγειρεμένο με διάφορα θαλασσινά, οστρακοειδή, λαχανικά ή/και κομμάτια κρέατος, αλλαντικά και σαφράν. Βλ. τάπας. [< ισπ. paella, γαλλ. ~, διαδόθηκε περ. το 1950]

37643παζάρεμαπα-ζά-ρε-μα ουσ. (ουδ.) {παζαρέμ-ατα} (προφ.) 1. διαπραγμάτευση της τιμής προϊόντος προς αγορά ή πώληση: Μετά από πολύ ~, μας έκαναν έκπτωση. Πβ. παζάρια. 2. {συχνά στον πληθ.} (μτφ.-μειωτ.) παρασκηνιακές συζητήσεις με στόχο τη σύναψη μιας, συνήθ. αθέμιτης, συμφωνίας: Άρχισε η προεκλογική μάχη με ~ατα. Πήρε τη θέση με ~ατα. Σκληρό ~ για ...
37644παζαρεύωπα-ζα-ρεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παζάρε-ψα, παζαρεύ-οντας} (προφ.) 1. διαπραγματεύομαι την τιμή αντικειμένου, εμπορεύματος, με σκοπό να αποκομίσω μεγαλύτερο κέρδος: Παζάρεψέ το, πριν το αγοράσεις. Η τιμή του πίνακα δεν ~εται.|| ~ουν το επιτόκιο. 2. (μτφ.-μειωτ.) συζητώ παρασκηνιακά ένα θέμα, με σκοπό τη σύναψη συμφωνίας, συνήθ. αθέμιτης: ~ουν για τις καρέκλες τους. Δεν ~ονται (: δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης) οι αξίες/οι θέσεις/τα δικαιώματά μας.
37645παζάριπα-ζά-ρι ουσ. (ουδ.): υπαίθρια αγορά όπου έμποροι, κυρ. μικροπωλητές, πουλούν συνήθ. πάνω σε πάγκους τα προϊόντα τους: ανταλλακτικό/κυριακάτικο/παραδοσιακό/πολύβουο ~. ~ αντίκας/βιβλίου/δίσκων (βινυλίου)/μεταχειρισμένων. Αγοράζω κάτι από το ~. Πβ. γιουσουρούμ, εμποροπανήγυρη, πανηγύρι. Βλ. λαϊκή αγορά.|| Σχολικό/φιλανθρωπικό/χριστουγεννιάτικο (= εορταγορά) ~. ~ αλληλεγγύης. Χαριστικά ~ια. Πβ. μπαζάρ.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) Ηλεκτρονικό ~.παζάρια (τα) (προφ.): παζάρεμα: Κάνει ~ (= παζαρεύει). Είναι πολύ καλός στα ~.|| (μτφ.-μειωτ.) Ανατολίτικα ~. (Χοντρά) μεταγραφικά/πολιτικά/προεκλογικά ~. Χωρίς ~ κι εκπτώσεις. Πβ. διαπραγμάτευση. ● ΣΥΜΠΛ.: σκληρό πόκερ/παζάρι βλ. σκληρός ● ΦΡ.: κίνησε ο Εβραίος για το παζάρι κι ήταν ημέρα Σάββατο βλ. Σάββατο, τι γυρεύει/τι δουλειά έχει/τι ζητά/τι θέλει η αλεπού στο παζάρι; βλ. αλεπού [< μεσν. παζάρι(ον) < τουρκ. pazar]
37646παζλουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. επιτραπέζιο παιχνίδι που αποτελείται από κομμάτια ακανόνιστου σχήματος, τα οποία, όταν συνδυαστούν μεταξύ τους, συνθέτουν μία εικόνα. Βλ. τάνγκραμ. 2. (μτφ.) πλήθος στοιχείων που πρέπει να συσχετιστούν λογικά μεταξύ τους, για να ερμηνευτεί μία κατάσταση, να αποκατασταθεί η αλήθεια ή να συγκροτηθεί ένα σύνολο· δυσεπίλυτο προβλημα: Λύνω το ~. Όλα αυτά συνθέτουν το ~ της ιστορίας/υπόθεσης. Η ομάδα ολοκλήρωσε το ~ των μεταγραφών της. Πβ. γρίφος. [< αγγλ. puzzle, γαλλ. ~, 1909]
37647παθαίνωπα-θαί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έπα-θα, πά-θει, παθαίν-οντας} 1. μου συμβαίνει, υφίσταμαι κάτι, συνήθ. αρνητικό, δυσάρεστο: ~ ατύχημα. Μην αγγίξεις τα καλώδια, θα ~θεις ηλεκτροπληξία! Τράκαρε, αλλά δεν ~θε απολύτως τίποτα. Ανησυχώ μήπως ~θε (= του έτυχε) κανένα κακό.|| Αυτά ~ει κανείς, όταν βιάζεται! (ειρων.) Δεν θα ~θεις (και) τίποτα/σιγά τι θα ~θεις, αν ... Άκου τι ~θα (= τι με βρήκε)! Πάθαμε μεγάλη ζημιά/λαχτάρα/νίλα/πατατράκ/μεγάλο ρεζιλίκι! Βλ. κακο~.|| Η πόλη ~θε σημαντικές καταστροφές εξαιτίας του σεισμού. Το αυτοκίνητο έχει ~θει βλάβη. 2. παρουσιάζω κάποια ασθένεια ή γενικότ. σωματικό, ψυχολογικό, διανοητικό πρόβλημα: ~θε αλλεργία/ανακοπή/δηλητηρίαση/εγκαύματα/εγκεφαλικό/έμφραγμα/ίλιγγο/κάταγμα/μόλυνση/συγκοπή/υπερκόπωση/ψύξη. ~θε (= τον έπιασε) αμόκ/κατάθλιψη/μελαγχολία/σύγχυση. Έχει ~θει αμνησία/νευρικό κλονισμό. 3. (νεαν. αργκό) αναστατώνομαι, εκπλήσσομαι· μου αρέσει πάρα πολύ: Τη βλέπει και ~ει. Το άκουσα κι ~θα (= κουφάθηκα)! Πβ. μένω, τρελαίνομαι.|| ~ με τη σοκολάτα! Πβ. γουστάρω, τη βρίσκω. ● Παθ.: παθαίνεται {στο θ. του ενεστ.} (σπάν.-προφ.): παθιάζεται, συγκινείται υπερβολικά: ~ με τη δουλειά του/την Τέχνη. [< μτγν. παθαίνομαι] ● ΦΡ.: βρε/ρε τι έπαθα/τι έχω πάθει! (προφ.): ως έκφραση αγανάκτησης ή απελπισίας: ~ τι έπαθα πάλι! ~ τι πάθαμε νυχτιάτικα/πρωί πρωί/στα καλά καθούμενα!, θα δεις τι θα πάθεις!: ως απειλή για τιμωρία: Κάν' το ξανά και ~ ~! Δεν θα τον πετύχω κάπου; Θα δει τι θα πάθει!, παθαίνω ταράκουλο/τραμπάκουλο (αργκό): αναστατώνομαι, ταράζομαι πολύ: Έπαθε γερό/μεγάλο ~ (πβ. αμόκ, σοκ, τραλαλά) με αυτά που έμαθε. Έπαθε το ~ της ζωής της, όταν ..., πώς (το 'παθες) και ... (ειρων.): για να δηλωθεί έκπληξη, σε περιπτώσεις που κάποιος ενεργεί αντίθετα από το αναμενόμενο: ~ ~ μας θυμήθηκες/ξύπνησες νωρίς;, τι έπαθες (και ...) (ειρων.): τι σου συμβαίνει και ...: ~ ~ και (= γιατί) φωνάζεις; Καλά, τι πάθατε όλοι σήμερα;, είδα κι έπαθα να ... βλ. βλέπω, κακό που με βρήκε/έπαθα! βλ. κακό, καλά να (τα) πάθεις! βλ. καλά, μ' έπιασε/έπαθα/έμεινα από λάστιχο βλ. λάστιχο, με πιάνει γλωσσοδέτης/παθαίνω γλωσσοδέτη βλ. γλωσσοδέτης, όποιος παθαίνει, μαθαίνει βλ. μαθαίνω, παθαίνω κολούμπρα βλ. κολούμπρα, παθαίνω παράκρουση βλ. παράκρουση, παθαίνω πλάκα βλ. πλάκα, παθαίνω σοκ βλ. σοκ, παθαίνω/τρώω (μεγάλο/χοντρό) τράκο βλ. τράκο, τα 'θελε και τα 'παθε βλ. θέλω [< μτγν. παθαίνω]
37648ΠΑΘΕ(ο): (αυτοκινητόδρομος/οδικός άξονας) Πατρών-Αθηνών-Θεσσαλονίκης-Ευζώνων.
37650πάθημαπά-θη-μα ουσ. (ουδ.) {παθήμ-ατα}: οτιδήποτε δυσάρεστο παθαίνει κάποιος, αρνητική εμπειρία: τα ~ατα των άλλων/του παρελθόντος. Πβ. κασκαρίκα, τράκο, χουνέρι. ● ΦΡ.: το πάθημα (γίνεται/μου έγινε/να σου γίνει) μάθημα (παροιμ.): η πείρα που αποκτά κάποιος από ένα δυσάρεστο περιστατικό, τον καθοδηγεί για ανάλογες περιπτώσεις στο μέλλον. ΣΥΝ. (το) πάθος μάθος, μαθαίνω/παίρνω το μάθημά μου, όποιος παθαίνει, μαθαίνει [< αρχ. πάθημα]
37652πάθησηπά-θη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. απόκλιση ή διακοπή της φυσιολογικής λειτουργίας του οργανισμού ή οργάνου του: εκφυλιστική/σοβαρή/χρόνια ~. Σπάνιες/συχνές ~ήσεις. Δερματικές/καρδιακές/νευρολογικές/πνευμονικές/ρευματικές/ψυχικές ~ήσεις. ~ήσεις των ματιών/νεφρών/οστών. Πβ. αρρώστια, ασθένεια, νόσημα, νόσος. [< αρχ. πάθησις, γαλλ. affection]
37653παθητικόπα-θη-τι-κό ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. -ΛΟΓΙΣΤ. το σύνολο των υποχρεώσεων, δηλ. οφειλών, χρεών, μιας επιχείρησης προς τρίτους (ασφαλιστικούς οργανισμούς, Δημόσιο, υπαλλήλους, προμηθευτές, τράπεζες): βραχυπρόθεσμο/μακροπρόθεσμο/μεσοπρόθεσμο ~. Το ~ της εταιρείας ανέρχεται σε .../υπερβαίνει το ποσό των ... ευρώ. Δεσμεύτηκε ότι θα καλυφθεί το ~. Βλ. ισολογισμός. ΑΝΤ. ενεργητικό ● ΦΡ.: έχει/εγγράφεται στο παθητικό του/της: του/της καταλογίζεται ως αρνητικό, μείον: Η ομάδα έχει ήδη δύο ήττες ~ ~ της. Η απροθυμία τους εγγράφεται ~ ~ τους. [< γαλλ. passif]
37654παθητικοποίησηπα-θη-τι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) διαδικασία μέσω της οποίας κάποιος γίνεται αδρανής, παθητικός: ~ των πολιτών. Πβ. αδρανοποίηση. 2. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. επιφανειακή κατεργασία μεταλλικών υλικών και σιδηρούχων κραμάτων, η οποία τα καθιστά παθητικά, αυξάνοντας την αντίστασή τους στη διάβρωση. Βλ. αντιδραστικότητα, -ποίηση. [< 2: αγγλ. passivation, 1912, γαλλ. ~, 1930]
37655παθητικοποιώ[παθητικοποιῶ] πα-θη-τι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {παθητικοποι-εί ...| παθητικοποί-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} 1. (μτφ.) κάνω κάποιον αδρανή, παθητικό: Πρακτικές που ~ούν τους πολίτες (πβ. αποκοιμίζω). Η στείρα διδασκαλία ~εί τους μαθητές. Πβ. αδρανοποιώ. ΑΝΤ. δραστηριο-, ενεργο-, κινητο-ποιώ. 2. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. καθιστώ ένα μέταλλο παθητικό: Υλικά που ~ούν τη μεταλλική επιφάνεια, ώστε να μην οξειδωθεί. Βλ. -ποιώ. [< 2: αγγλ. passivate, 1913]
37656παθητικός, ή, ό πα-θη-τι-κός επίθ. 1. (για πρόσ.) που δεν συμμετέχει ενεργά, δεν αντιδρά, δεν αντιστέκεται· (για συμπεριφορά) που φανερώνει υποχωρητικότητα ή/και αδράνεια: ~ός: ακροατής/αναγνώστης/δέκτης (της πραγματικότητας)/θεατής/παρατηρητής. ~οί: καταναλωτές/πολίτες. Πβ. αδρανής. ΑΝΤ. δραστήριος.|| ~ή: αντιμετώπιση/αποδοχή (της κατάστασης)/πολιτική (μη παρέμβασης)/στάση/συμμετοχή. (ΑΘΛ.) ~ό: παιχνίδι (: αμυντικό). ΑΝΤ. αντιδραστικός (1), ενεργητικός (1), ενεργός (1) 2. ΓΡΑΜΜ. που σχετίζεται με την παθητική φωνή ή την παθητική διάθεση: ~ός: αόριστος/μέλλοντας/παρακείμενος. ~ή: μετοχή/σύνταξη. ~οί: ρηματικοί τύποι. Βλ. μεσο~. ΑΝΤ. ενεργητικός (4) 3. (επιστ.) που επηρεάζεται ή προκαλείται από εξωτερικό παράγοντα, που αποτελεί τον αποδέκτη μιας ενέργειας ή/και δεν διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο σε διαδικασία: (ΙΑΤΡ.) ~ή: ανοσία ή ανοσοποίηση (: με τη χορήγηση έτοιμων αντισωμάτων)/συμφόρηση ή υπεραιμία. Βλ. νευρο~, συμ~.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ός: δορυφόρος (: δεν φέρει ενεργούς πομπούς). ~ή: κεραία (= δέκτης). ~ό: σύστημα (θέρμανσης/ψύξης)/κύκλωμα/φίλτρο (: για προστασία από απότομες αλλαγές τάσης).|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ό: λεξιλόγιο (: το σύνολο των λέξεων που γνωρίζει και κατανοεί κάποιος, αλλά δεν χρησιμοποιεί στην καθημερινή του ομιλία). ~οί: αρθρωτές (δόντια, ουρανίσκος).|| ~ά: μέτρα (π.χ. κοινωνικής προστασίας, όπως επίδομα ανεργίας). Βλ. τηλε~. ΑΝΤ. ενεργητικός (1) 4. ΟΙΚΟΝ. ελλειμματικός: ~ό: εμπορικό ισοζύγιο. Πβ. χρεωστικός. ΑΝΤ. ενεργητικός (2), πιστωτικός, πλεονασματικός (1) 5. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. (για μέταλλο) ανθεκτικό στη διάβρωση, ως αποτέλεσμα παθητικοποίησης. 6. που χαρακτηρίζεται από πάθος: ~ό: τάνγκο/φιλί. Πβ. παθιάρικος, παθιασμένος. ● επίρρ.: παθητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: κυρ. στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: παθητικά ηλιακά συστήματα: ΤΕΧΝΟΛ. κατάλληλα σχεδιασμένα και συνδυασμένα δομικά στοιχεία κτιρίου, που αξιοποιούν την ηλιακή ενέργεια για θέρμανση, δροσισμό και φωτισμό με φυσικό τρόπο: βιοκλιματική αρχιτεκτονική και ~ ~. Βλ. ενεργητικά/θερμικά ηλιακά συστήματα, θερμομόνωση., παθητικά στοιχεία: ΗΛΕΚΤΡ. στοιχεία ηλεκτρικού κυκλώματος που καταναλώνουν, αλλά δεν παράγουν ενέργεια. Βλ. αντιστάτης, δίοδος, πηνίο, πυκνωτής, συσσωρευτής. ΑΝΤ. ενεργητικά στοιχεία [< αγγλ. passive elements, 1965] , παθητική γυμναστική: ΓΥΜΝ. που γίνεται χωρίς συμβατική άσκηση, με τη μέθοδο της ηλεκτροθεραπείας ή θερμοθεραπείας: μηχανήματα/όργανα ~ής ~ής (βλ. ηλεκτροδιεγέρτης, πλατφόρμα δόνησης). [< αγγλ. passive exercise] , παθητική διάθεση: ΓΡΑΜΜ. κατηγορία ρημάτων που δηλώνουν ότι το υποκείμενο παθαίνει κάτι (π.χ. "διανέμεται", "πουλιέται"). Βλ. ενεργητική, μέση, ουδέτερη διάθεση., παθητική δωροδοκία: ΝΟΜ. δωροληψία., παθητική φωνή: ΓΡΑΜΜ. κατηγορία στην οποία ανήκουν όλα τα ρήματα με κατάληξη -μαι στο α' ενικό πρόσωπο της οριστικής ενεστώτα (π.χ. ντύνομαι, χτυπιέμαι). Βλ. ενεργητική φωνή., παθητικός (ομοφυλόφιλος): που έχει τον ρόλο της γυναίκας στο ομοφυλοφιλικό σεξ μεταξύ ανδρών. ΑΝΤ. ενεργητικός (ομοφυλόφιλος) [< γαλλ. homosexuel passif, αγγλ. passive homosexual, 1916] , παθητική αεράμυνα βλ. αεράμυνα, παθητική ασφάλεια βλ. ασφάλεια, παθητική ευθανασία βλ. ευθανασία, παθητική κίνηση βλ. κίνηση, παθητική μάθηση βλ. μάθηση, παθητική μεταφορά βλ. μεταφορά, παθητική πυροπροστασία/πυρασφάλεια βλ. πυροπροστασία, παθητική/ενεργητική αντίσταση βλ. αντίσταση, παθητικό κάπνισμα βλ. κάπνισμα, παθητικός καπνιστής βλ. καπνιστής, καπνίστρια [< αρχ. παθητικός ‘που υφίσταται κάτι, υποφέρει’, γαλλ. passif, αγγλ. passive 2: μτγν. ~ 6: γαλλ. pathétique]
37658παθητικότηταπα-θη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): η ιδιότητα του παθητικού· έλλειψη ενεργητικότητας, αδράνεια: ~ και μοιρολατρία. Πβ. απάθεια. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. passivité]
37659παθιάζωπα-θιά-ζω ρ. (μτβ.) {παθιά-στηκα, -σμένος}: προκαλώ σε κάποιον δυνατά συναισθήματα ή έντονη επιθυμία για κάτι: Το ποδόσφαιρο ~ει τον κόσμο. Πβ. πωρώνω. Βλ. φανατίζω. ● Παθ.: παθιάζομαι: αφοσιώνομαι, δείχνω υπερβολικό πάθος για κάποιον ή κάτι: ~εται με τη μουσική/τα ταξίδια (πβ. τρελαίνομαι). ~στηκε με τη συζήτηση/το παιχνίδι. ~σμένος: αγώνας/έρωτας. ~σμένα: φιλιά (πβ. παθητικά, παθιάρικα). [< μεσν. παθιάζω]
37660παθιάρης, α, ικο πα-θιά-ρης επίθ.: που χαρακτηρίζεται από πάθος, παθιασμένος: ~α: γυναίκα. ~ικο: φιλί. Πβ. καυτός, λάγνος, παθιάρικος, φλογερός. Βλ. -ιάρης.
37661παθιάρικος, η, ο πα-θιά-ρι-κος επίθ.: παθιάρης: ~η: φωνή (πβ. αισθησιακή, ερωτική, σέξι). ~ο: φιλί (πβ. καυτό, φλογερό). ~α: τραγούδια (πβ. καψουροτράγουδα). ● επίρρ.: παθιάρικα

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.