| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37662 | παθογένεια | πα-θο-γέ-νει-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. μηχανισμός γένεσης και εξέλιξης νόσου: η ~ του καρκίνου/της οστεοπόρωσης. Βλ. αιτιο~. ΣΥΝ. παθογένεση 2. (μτφ.) τα αίτια νοσηρής κατάστασης∙ η ίδια η νοσηρή κατάσταση: διοικητική/κοινωνική/οικονομική/πολιτική ~. ~ του συστήματος ασφάλισης/εκπαίδευσης. Οι χρόνιες ~ες του κράτους. Πβ. νοσηρότητα. [< γαλλ. pathogénie, αγγλ. pathogeny] | |
| 37663 | παθογένεση | [παθογένεση] πα-θο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθογένεια. Βλ. -γένεση. [< γαλλ. pathogenèse, αγγλ. pathogenesis] | |
| 37664 | παθογενετικός | , ή, ό πα-θο-γε-νε-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στην παθογένεση: ~ός: μηχανισμός/παράγοντας/ρόλος. ~ή: διαταραχή/κατάσταση. ~ό: υπόβαθρο. ~ές: μεταλλάξεις. [< γαλλ. pathogén(ét)ique, αγγλ. pathogenetic] | |
| 37665 | παθογενής | , ής, ές πα-θο-γε-νής επίθ.: ΙΑΤΡ. παθογόνος: ~ής: κατάσταση. ~είς: οργανισμοί. ~ή: μικρόβια/συμπτώματα/φαινόμενα. Βλ. -γενής. [< γαλλ. pathogène] | |
| 37666 | παθογνωμονικός | , ή, ό πα-θο-γνω-μο-νι-κός επίθ. & παθογνωμικός: ΙΑΤΡ. (για στοιχείο, σύμπτωμα) που επαρκεί για τη διάγνωση ασθένειας: ~ό: εύρημα. [< μτγν. παθογνωμονικός, παθογνωμικός, γαλλ. pathognomonique, αγγλ. pathognomonic] | |
| 37667 | παθογονικότητα | πα-θο-γο-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. η ιδιότητα του παθογόνου· ικανότητα λοιμογόvου παράγοντα να προκαλεί έκδηλη νόσο στον ξενιστή: ~ του ιού. Γρίπη υψηλής ~ας. Βλ. μολυσματικότητα, -ότητα. [< αγγλ. pathogenicity, γαλλ. pathogénicité] | |
| 37668 | παθογόνο | πα-θο-γό-νο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. μικροοργανισμός, όπως βακτήριο ή ιός, που μπορεί να προκαλέσει λοίμωξη και να βλάψει τον ξενιστή του. [< αγγλ. pathogen, 1880] | |
| 37669 | παθογόνος | , α/ος, ο πα-θο-γό-νος επίθ.: ΙΑΤΡ. που μπορεί να προκαλέσει νόσο: ~ος: μικροοργανισμός/παράγοντας. ~ος: δράση (του ιού). ~ο: αίτιο. ~α: μικρόβια. Βλ. -γόνος. ΣΥΝ. νοσογόνος, παθογενής [< γαλλ. pathogène, αγγλ. pathogenic] | |
| 37670 | παθολογία | πα-θο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. κλάδος που μελετά τα αίτια, τη φύση και την εξέλιξη των νόσων και ειδικότ. μιας συγκεκριμένης ασθένειας: γενική/ειδική/εσωτερική/κλινική/χειρουργική ~.|| ~ του καρκίνου. Βλ. -λογία, λογο~, νευρο~, παλαιο~, τηλε~, φυσιο~, φυτο~, ψυχο~. 2. (μτφ.) κάθε κατάσταση που αποκλίνει από το φυσιολογικό: κοινωνική ~. ~ του πολιτικού συστήματος. [< μτγν. παθολογία 'μελέτη των παθών', γαλλ. pathologie, αγγλ. pathology] | |
| 37671 | παθολογια | , ή, ό πα-θο-λο-γι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την παθολογία ή τον παθολόγο: ~ή: εξέταση/κλινική/φυσιολογία.|| (ως ουσ.) Το ~ό (ενν. τμήμα νοσοκομείου). Βλ. νευρο~, φυσιο~, ψυχο~. 2. ΙΑΤΡ. που αναφέρεται σε νόσο ή προκαλείται από αυτή: ~ός: μηχανισμός (π.χ. της μόλυνσης)/παράγοντας. ~ή: ανάπτυξη (π.χ. κυττάρων)/διαδικασία/κατάσταση. ~ή αύξηση/μείωση του αριθμού των αιμοπεταλίων. Ο θάνατός του οφείλεται σε ~ά αίτια. ΑΝΤ. φυσιολογικός (1) 3. (μτφ.) ανεξέλεγκτος, υπερβολικός: ~ός: φόβος. ~ή: αγάπη/ζήλια. ~ό: άγχος. Πβ. αρρωστημένος.|| (για πρόσ.) ~ός: (χαρτο)παίκτης/ψεύτης. ● επίρρ.: παθολογικά ● ΣΥΜΠΛ.: παθολογική ανατομική βλ. ανατομικός [< μτγν. παθολογικός ‘σχετικός με την πραγμάτευση των συμπτωμάτων μιας ασθένειας’, γαλλ. pathologique, αγγλ. pathological] | |
| 37672 | παθολογοανατομία | πα-θο-λο-γο-α-να-το-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ειδικότητα που μελετά τις αλλοιώσεις ιστών και οργάνων λόγω νόσου. Βλ. παθοφυσιολογία. ΣΥΝ. παθολογική ανατομική [< γαλλ. anatomie pathologique, αγγλ. pathological anatomy] | |
| 37673 | παθολογοανατομικός | , ή, ό πα-θο-λο-γο-α-να-το-μι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την παθολογοανατομία: ~ή: εξέταση. ~ό: εργαστήριο. ~ές: αλλοιώσεις.|| (ως ουσ.) Το ~ό (ενν. τμήμα νοσοκομείου). [< αγγλ. pathologico-anatomical] | |
| 37674 | παθολογοανατόμος | πα-θο-λο-γο-α-να-τό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός ειδικευμένος στην παθολογοανατομία. | |
| 37675 | παθολόγος | πα-θο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός ειδικευμένος στην παθολογία. Βλ. λογο~, φυτο~, -λόγος. [< μτγν. παθολόγος ‘γιατρός που διαγιγνώσκει (και θεραπεύει) μια ασθένεια’, γαλλ. pathologiste, αγγλ. pathologist] | |
| 37676 | παθός | πα-θός ουσ. (αρσ.) {κυρ. στην ονομαστ. εν.} (λαϊκό): που έπαθε κάτι δυσάρεστο, κακό. Πβ. παθών. ● ΦΡ.: ο παθός (και) μαθός (γνωμ.): όποιος παθαίνει μαθαίνει. ΣΥΝ. (το) πάθος μάθος | |
| 37677 | πάθος | πά-θος ουσ. (ουδ.) {πάθ-ους | -η, -ών} 1. δυνατό και συνήθ. βασανιστικό συναίσθημα που κυριαρχεί στη λογική και κατευθύνει τις πράξεις ενός προσώπου· ειδικότ. έντονη σεξουαλική επιθυμία, πόθος: σωματικά (: λαιμαργία, φιληδονία)/ψυχικά (: αλαζονεία, μίσος) ~η. Τα ανθρώπινα ~η. ~η και αδυναμίες. Δούλος/έρμαιο των ~ών (του). Η τυραννία των ~ών. Το ~ της εξουσίας (πβ. λαγνεία)/της φιλαργυρίας/της χαρτοπαιξίας. Τον κατέστρεψε το ~ του για το ποτό (βλ. εθισμός). Κυριεύεται από το/υποκύπτει στο ~.|| Ακαταμάχητο/ακατανίκητο/ανεξέλεγκτο/ανομολόγητο/ασυγκράτητο/αχαλίνωτο/ερωτικό/μεγάλο/παράφορο/φλογερό ~. Αβυσσαλέα/άγρια ~η. Έγκλημα ~ους. Τον τύφλωσε το ~. Βλ. ένστικτο, παρόρμηση. 2. μεγάλος ενθουσιασμός για κάτι· συνεκδ. αυτό που τον προκαλεί: ~ για δημιουργία/διάκριση/ζωή. Δουλεύει/μίλησε/υποστήριξε την επιλογή του με ~ (πβ. θέρμη, ζήλος). Βλ. απάθεια.|| (αρνητ. συνυποδ.) Έχει ~ με την καθαριότητα. Πβ. εμμονή, κόλλημα, λόξα, μανία, τρέλα, ψύχωση. Βλ. ψυχαναγκασμός.|| Η ζωγραφική είναι το μεγάλο του ~ (= αγάπη). ● πάθη (τα) 1. μίση: θρησκευτικά/πολιτικά ~. Αναμόχλευση/καταλλαγή/κατασίγαση των ~ών. Υποδαυλίζουν τα ~. (εμφατ.) ~ και μίση. Πβ. εμπάθεια. 2. {σπανιότ. στον εν.} βάσανα, δοκιμασίες: (κυρ. ΕΚΚΛΗΣ., με κεφαλ. Π, τα γεγονότα από τη σύλληψη μέχρι τον θάνατο του Χριστού, ο εξευτελισμός, τα βασανιστήρια και η σταύρωση:) Τα Άγια/Άχραντα/Θεία/Σεπτά ~. Τα σωτήρια και φρικτά ~ του Κυρίου.|| (κατ' επέκτ.) Τα ~ των εργαζομένων. ● ΣΥΜΠΛ.: η Ακολουθία των Παθών: ΕΚΚΛΗΣ. ιερή ακολουθία που τελείται το βράδυ της Μ. Πέμπτης., λουλούδι του πάθους: ΒΟΤ. πασιφλόρα. [< γαλλ. fleur de la passion] , πάθη συμφώνων/φωνηέντων & (γενικότ.) φθογγικά πάθη: ΓΡΑΜΜ. μεταβολές των φθόγγων. Βλ. αν-, αφ-ομοίωση, ανάπτυξη, αποβολή, απο-, συγ-κοπή, αφ-, συν-αίρεση, βράχυνση, έκθλιψη, έκταση, κράση, μετάθεση, συνίζηση, τροπή., η Μεγάλη Εβδομάδα βλ. εβδομάδα, φρούτο του πάθους βλ. φρούτο ● ΦΡ.: εβδομάδα των παθών (μτφ.-ειρων.): για να δηλωθεί χρονική περίοδος γεμάτη δυσκολίες ή/και ταλαιπωρίες: ~ ~ για τις διεθνείς αγορές., περνώ/τραβώ του λιναριού τα πάθη/των παθών μου τον τάραχο/τα πάθη του Χριστού (προφ.): υποφέρω, βασανίζομαι πολύ: Πέρασα/τράβηξα ~ ~ (= τα πάνδεινα), μέχρι να φτάσω., (το) πάθος μάθος βλ. μάθος, τα πάθη του Ιώβ βλ. Ιώβ, χωρίς φόβο και πάθος βλ. φόβος [< αρχ. πάθος, γαλλ.-αγγλ. passion, pathos] | |
| 37678 | παθοφυσιολογία | πα-θο-φυ-σι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος που μελετά τις φυσιολογικές λειτουργίες του ανθρώπινου οργανισμού σε περιπτώσεις ασθένειας ή τραυματισμού. Βλ. -λογία. [< αγγλ. pathophysiology, 1925, γαλλ. pathophysiologie] | |
| 37679 | παθοφυσιολογικός | , ή, ό πα-θο-φυ-σι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την παθοφυσιολογία: ~ός: μηχανισμός (π.χ. ενός συνδρόμου). ~ές: διαταραχές/καταστάσεις/μεταβολές. [< αγγλ. pathophysiologic(al), 1925, γαλλ. pathophysiologique] | |
| 37680 | παθών, παθούσα | [παθοῦσα] πα-θών ουσ. (αρσ. + θηλ.) {παθ-όντος, -όντα | -όντες, -όντων, θηλ. -ούσας (λόγ.) -ούσης} (λόγ.): αυτός που έπαθε κάτι δυσάρεστο, κακό, συνήθ. από κάποιον άλλο: καταγγελία του ~όντα. Στην ~ούσα καταβλήθηκε αποζημίωση. Πβ. παθός. Βλ. θύμα. [< αρχ. παθών, μτχ. αορ. του ρ. πάσχω] | |
| 37681 | παιάνας | παι-ά-νας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) παιάν 1. θριαμβευτικό, πανηγυρικό άσμα· κατ' επέκτ. γραπτή ή προφορική έκφραση αντίστοιχου χαρακτήρα: νικητήριοι ~ες. Πβ. πανηγυρισμός. 2. ΑΡΧ. πολεμικό ή θρησκευτικό χορικό άσμα, ύμνος ή ωδή, αρχικά προς τιμήν του Απόλλωνα. Βλ. εμβατήριο, θούριος. [< αρχ. παιάν] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ