| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37682 | παιανίζω | παι-α-νί-ζω ρ. (μτβ.) {παιάνιζ-ε, παιάνι-σε, παιανίζ-οντας} (λόγ.): (για ορχήστρα, μπάντα) εκτελώ μουσικό κομμάτι κυρ. δοξαστικού, πανηγυρικού ή υμνητικού χαρακτήρα: Η φιλαρμονική ~ε τον Εθνικό Ύμνο. Πβ. ανακρούω, παίζω. [< αρχ. παιανίζω] | |
| 37683 | παιάνισμα | παι-ά-νι-σμα ουσ. (ουδ.) {παιανίσμ-ατα} (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παιανίζω: το ~ του Εθνικού Ύμνου. Πένθιμα ~ατα. Πβ. ανάκρουση. [< μεσν. παιάνισμα] | |
| 37684 | παιγμένος | , η, ο παιγ-μέ-νος επίθ. (αργκό): που βρίσκεται σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, που συμπεριφέρεται παράξενα. Πβ. φρικαρισμένος. | |
| 37685 | παιγνίδι | βλ. παιχνίδι | |
| 37686 | παιγνιδιάρης | βλ. παιχνιδιάρης | |
| 37687 | παιγνιδιάρικος | βλ. παιχνιδιάρικος | |
| 37688 | παιγνιδίζει | βλ. παιχνιδίζει | |
| 37689 | παιγνίδισμα | βλ. παιχνίδισμα | |
| 37690 | παίγνιο | παί-γνι-ο ουσ. (ουδ.) {παιγνί-ου} 1. (λόγ.) παιχνίδι: τυχερά ~α. Βλ. χαρτο~. 2. (μτφ.) έρμαιο. Πβ. άθυρμα, ανδρείκελο, πιόνι, υποχείριο. ● ΣΥΜΠΛ.: θεωρία (των) παιγνίων: ΜΑΘ. μαθηματική μέθοδος που ασχολείται µε τη λήψη αποφάσεων σε ανταγωνιστικές καταστάσεις, ώστε να προσδιοριστεί ο καλύτερος τρόπος δράσης σε περιπτώσεις κυρ. πολιτικού, οικονομικού ή στρατιωτικού σχεδιασμού. Βλ. Θεωρία (των) Πιθανοτήτων. [< αγγλ. game theory, 1945] , πολεμικό παίγνιο: ΣΤΡΑΤ. προσομοίωση στρατιωτικής επιχείρησης με δύο ή περισσότερες αντίπαλες δυνάμεις ως άσκηση τακτικής των Ενόπλων Δυνάμεων. [< αγγλ. war game] [< αρχ. παίγνιον] | |
| 37691 | παιγνιοθεραπεία | παι-γνι-ο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. θεραπευτική μέθοδος που βοηθά τα παιδιά μέσα από το παιχνίδι να εκφραστούν, να εξερευνήσουν τα συναισθήματά τους και να κατανοήσουν τις καταστάσεις που βιώνουν. Βλ. -θεραπεία, ψυχόδραμα. [< αγγλ. play therapy, 1936] | |
| 37692 | παιγνιομηχανήματα | παι-γνι-ο-μη-χα-νή-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν.} & παιγνιομηχανές: μηχανήματα τυχερών παιχνιδιών: ηλεκτρονικά ~. Βλ. φρουτάκια. | |
| 37693 | παιγνιόχαρτο | παι-γνι-ό-χαρ-το ουσ. (ουδ.) {-ων (λόγ.) -άρτων, συνήθ. στον πληθ.}: (λόγ.) τραπουλόχαρτο. Βλ. -χαρτο. [< γαλλ. carte à jouer] | |
| 37694 | παιγνιώδης | , ης, ες παι-γνι-ώ-δης επίθ. {παιγνιώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): αστείος, διασκεδαστικός, ευχάριστος: ~ης: λόγος/χαρακτήρας. ~ης: διάθεση/μορφή (διδασκαλίας)/φύση (βιβλίου). ~ες: ύφος. Πβ. παιχνιδιάρικος. Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: παιγνιωδώς [-ῶς] [< αρχ. παιγνιώδης] | |
| 37695 | παιδαγώγηση | παι-δα-γώ-γη-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): διαπαιδαγώγηση. [< μτγν. παιδαγώγησις ‘εκπαίδευση’] | |
| 37696 | παιδαγωγία | παι-δα-γω-γί-α ουσ. (θηλ.) (σπάν.-λόγ.): διαπαιδαγώγηση. [< αρχ. παιδαγωγία, γαλλ. pédagogie, αγγλ. pedagogy] | |
| 37697 | παιδαγωγική | παι-δα-γω-γι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Π): επιστήμη που ασχολείται με την αγωγή, τη διδασκαλία, τη μάθηση και την εκπαίδευση των παιδιών και κατ’ επέκτ. των εφήβων και ενηλίκων: αθλητική/γενική/διαπολιτισμική/διαφοροποιημένη/ειδική/εφαρμοσμένη/θεωρητική/ιστορική/κοινωνική/κριτική/μουσική/πειραματική/συγκριτική/σχολική ~. Βλ. μουσειο~, διδακτική, ΦΠΨ. [< μτγν. παιδαγωγική, γερμ. Pädagogik, γαλλ. pédagogie, αγγλ. pedagogy, pedagogics] | |
| 37698 | παιδαγωγικός | , ή, ό παι-δα-γω-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την παιδαγωγική: ~ό: συνέδριο. ~ές: αρχές/θεωρίες/προσεγγίσεις/σπουδές. Π~ή Ανθρωπολογία. Το ~ό σύστημα.|| ~οί: στόχοι. ~ές: δραστηριότητες. ~ά: εργαλεία/μέσα/παιχνίδια/σεμινάρια. ~ή αξιοποίηση των Η/Υ και του διαδικτύου. Εφαρμογή θεωρίας στην ~ή πράξη. Δημιουργία κατάλληλου ~ού κλίματος στην τάξη. Σχεδιασμός ~ού υλικού. Σύγχρονες ~ές μέθοδοι/νέα ~ά μοντέλα.|| Εξέταση των ~ών γνώσεων/της ~ής ικανότητας των υποψηφίων (εκπαιδευτικών). Πιστοποιητικό ~ής επάρκειας/κατάρτισης. Πβ. δια~, διδακτ-, (εκ)παιδευτ-, (επι)μορφωτ-ικός. Βλ. Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε., μουσειο~, ψυχο~.|| (ως ουσ.-προφ.) Το ~ό (ενν. Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης). Δίνουν ~ά (: το αντίστοιχο πανεπιστημιακό μάθημα). ΑΝΤ. αντιπαιδαγωγικός ● επίρρ.: παιδαγωγικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: Παιδαγωγική Ακαδημία (παλαιότ.): ανώτατη σχολή από την οποία αποφοιτούσαν εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Βλ. διδασκαλείο., Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (ακρ. ΠΙ): ανεξάρτητη δημόσια υπηρεσία (έως το 2011) με βασικές της αρμοδιότητες τη μελέτη θεμάτων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, την υποβολή σχετικών προτάσεων, την παροχή κατευθυντήριων γραμμών για τη χάραξη της εκπαιδευτικής πολιτικής, την προώθηση της εκπαιδευτικής τεχνολογίας, την αξιολόγηση των διδασκόντων και τον σχεδιασμό επιμορφωτικών προγραμμάτων για εκπαιδευτικούς, τη συγγραφή σχολικών βιβλίων, καθώς και τη λήψη μέτρων για τη βελτίωση των εκπαιδευτικών μεθόδων. Βλ. ΙΕΠ., εκπαιδευτική/παιδαγωγική ψυχολογία βλ. ψυχολογία [< μτγν. παιδαγωγικός, γαλλ. pédagogique, γερμ. pädagogisch, αγγλ. pedagogic(al)] | |
| 37699 | παιδαγωγός | παι-δα-γω-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. δάσκαλος, εκπαιδευτικός: ~ προσχολικής αγωγής/ηλικίας. Βλ. -αγωγός. 2. (μτφ.) οποιοσδήποτε ή οτιδήποτε επηρεάζει, καθοδηγεί τους άλλους ή αποτελεί παράδειγμα για αυτούς: ~ του λαού. 3. επιστήμονας ειδικός στην παιδαγωγική: προοδευτικοί ~οί. Βλ. μουσειο~. 4. ΑΡΧ. έμπιστος δούλος που είχε ως καθήκον την επιτήρηση των παιδιών, κυρίως των αγοριών των πλούσιων Ελλήνων και Ρωμαίων, σε όλη τη διάρκεια της εκπαίδευσής τους. [< 1,2,3: γαλλ. pédagogue, γερμ. Pädagoge, αγγλ. pedagogue 4: αρχ. παιδαγωγός] | |
| 37700 | παιδαγωγώ | [παιδαγωγῶ] παι-δα-γω-γώ ρ. (μτβ.) {παιδαγωγ-εί ... | παιδαγώγ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} (σπάν.-λόγ.): διαπαιδαγωγώ. [< αρχ. παιδαγωγῶ] | |
| 37701 | παιδάκι | παι-δά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (υποκ.) μικρό παιδί ή μωρό: Απέκτησαν το πρώτο τους ~. 2. (μειωτ.) ανώριμος, άπειρος ή αφελής, εύπιστος άνθρωπος: Είναι ~ στο μυαλό. ● ΦΡ.: παιδί/παιδάκι μου βλ. παιδί [< μεσν. παιδάκι] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ