| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37702 | παϊδάκι | πα-ϊ-δά-κι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.-λαϊκό) παγιδάκι (το): {συνήθ. στον πληθ.} τα μικρά πλευρά, κυρ. από σφάγιο αρνιού ή κατσικιού, ψημένα στη σχάρα: ~ια γάλακτος. | |
| 37703 | παιδαρέλι | παι-δα-ρέ-λι ουσ. (ουδ.) (μειωτ.): παιδί ή άπειρος, ανώριμος, επιπόλαιος νέος. Πβ. βυζανιάρικο, παιδάριο, τζόβενο. Βλ. -αρέλι. | |
| 37704 | παιδάριο | παι-δά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): παιδαρέλι. [< αρχ. παιδάριον] | |
| 37705 | παιδαριώδης | , ης, ες παι-δα-ρι-ώ-δης επίθ. {παιδαριώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.-αρνητ. συνυποδ.): που ταιριάζει σε παιδί· ανώριμος, αστείος: ~ης: αντίδραση/απάντηση/δικαιολογία/συμπεριφορά. ~ες: επιχείρημα/λάθος. ~η: ερωτήματα. Πβ. αφελής, επιπόλαιος, κωμικός, παιδιάστικος, παιδικός. Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: παιδαριωδώς [-ῶς] [< αρχ. παιδαριώδης] | |
| 37706 | παίδαρος | παί-δα-ρος ουσ. (αρσ.) (επιτατ.-προφ.) 1. & παιδαράς: εύσωμος και όμορφος άνδρας, νεαρής συνήθ. ηλικίας. Πβ. κούκλος. 2. μεγαλόσωμο μωρό ή παιδί. | |
| 37707 | παιδεία | παι-δεί-α ουσ. (θηλ.) 1. ηθική, πνευματική και ψυχική αγωγή· μόρφωση: αισθητική/επιστημονική/καλλιτεχνική/τεχνολογική ~. Η αρχαία ελληνική/βυζαντινή ~. Βαθιά/βασική/λογοτεχνική/πολύπλευρη~. ~ και πολιτισμός (: πολιτιστική ~). Άνθρωπος χωρίς ~ (= καλλιέργεια· απαίδευτος). Νέοι με θεατρική/ηλεκτρονική/μαθηματική/μουσική/οικολογική/πολιτική ~ (= κουλτούρα· βλ. αναλφαβητισμός). Ίσες ευκαιρίες στην ~ (βλ. θετική δράση). Έλαβε εκκλησιαστική/κλασική/πανεπιστημιακή ~. Βλ. απαιδευσία, άυλα αγαθά. 2. (κ. με κεφαλ. Π) εκπαίδευση: (δωρεάν) δημόσια/ιδιωτική ~. Η ανώτατη/πρωτοβάθμια/δευτεροβάθμια/τριτοβάθμια ~. Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων (ακρ. Υ.ΠΑΙ.Θ.). Επιτροπή ~ας. Δαπάνες/εθνικός διάλογος/προτάσεις για την ~. Βλ. παρα~, προ~. ● ΣΥΜΠΛ.: μαθήματα γενικής παιδείας: κοινά για όλους τους μαθητές της Β' και Γ' τάξης του Γενικού Λυκείου. Βλ. μαθήματα κατεύθυνσης., πληροφοριακή παιδεία: η ικανότητα να αναγνωρίζει κάποιος την ανάγκη πληροφόρησής του, να εντοπίζει, να αποτιμά και να χρησιμοποιεί αποτελεσματικά την απαραίτητη πληροφορία. [< αγγλ. information literacy, 1989] , ανθρωπιστική παιδεία βλ. ανθρωπιστικός, εγκύκλιος παιδεία/εγκύκλιες σπουδές/εγκύκλια γράμματα βλ. εγκύκλιος, ολυμπιακή παιδεία βλ. ολυμπιακός [< 1: αρχ. παιδεία 2: γαλλ. éducation (nationale)] | |
| 37708 | παίδεμα | παί-δε-μα ουσ. (ουδ.) {παιδέμ-ατος}: βάσανο, δοκιμασία, ταλαιπωρία: Αυτές οι ασκήσεις είναι λίγο ~ (: χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να λυθούν). Πβ. κακοπάθεια. ΣΥΝ. παιδεμός [< μεσν. παίδεμα] | |
| 37709 | παιδεμός | παι-δε-μός ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): παίδεμα. [< μεσν. παιδεμός] | |
| 37710 | παιδεραστής | παι-δε-ρα-στής ουσ. (αρσ.): άνδρας που έχει ή επιδιώκει σεξουαλική επαφή με παιδί. Πβ. παιδόφιλος. [< αρχ. παιδεραστής, γαλλ. pédéraste, αγγλ. pederast] | |
| 37711 | παιδεραστία | παι-δε-ρα-στί-α ουσ. (θηλ.): σεξουαλική επαφή ενός άνδρα με παιδί. Πβ. παιδοφιλία. [< αρχ. παιδεραστία, γαλλ. pédérastie, αγγλ. pederasty] | |
| 37712 | παιδεραστικός | , ή, ό παι-δε-ρα-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον παιδεραστή ή την παιδεραστία. [< μτγν. παιδεραστικός, γαλλ. pédérastique, αγγλ. pederastic] | |
| 37713 | παίδευση | παί-δευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. αγωγή, εκπαίδευση: ~ των πολιτών. Βλ. προ~. 2. Μόρφωση, παιδεία. [< αρχ. παίδευσις] | |
| 37714 | παιδευτικός | , ή, ό παι-δευ-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την εκπαίδευση, την παιδεία ή αποσκοπεί σε αυτή: ~ός: ρόλος (της τέχνης)/χαρακτήρας (του παιχνιδιού). ~ή: αξία/διαδικασία/δραστηριότητα/λειτουργία. ~ό: έργο. Πβ. εκ~, μορφωτικός. Βλ. προ~. ● επίρρ.: παιδευτικά [< μτγν. παιδευτικός] | |
| 37715 | παιδεύω | παι-δεύ-ω ρ. (μτβ.) {παίδε-ψα, παιδέ-ψει, παιδεύ-τηκα, -τεί, παιδε-μένος, παιδεύ-οντας} 1. βασανίζω, ταλαιπωρώ: Τι σου έχω κάνει και με ~εις (= τυραννάς); Πβ. πρήζω, τσιγαρ-, τσουρουφλ-ίζω, ψήνω το ψάρι στα χείλη.|| Τέτοιες σκέψεις με ~ουν καιρό. Το βρήκα, αν και με ~ψε πολύ. Μην ~εις το μυαλό σου (πβ. πιλατεύω, ταλανίζω).|| Άσκοπα/τζάμπα ~εσαι να το ανοίξεις. ~τηκα πολύ με τη μετακόμιση. Πβ. τραβιέμαι, τυραννιέμαι, χτικιάζω. 2. προσπαθώ για κάτι με επιμονή· εξετάζω ένα θέμα εξαντλητικά: Άδικα το ~εις! Δεν το ~ψες αρκετά. Πβ. παλεύω.|| Πολύ το ~ψαμε το ζήτημα. Πβ. λεπτολογώ, κοσκιν-, ξεψαχν-, (ξε)ψειρ-ίζω. ● ΦΡ.: αμαρτίαι/αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα βλ. αμαρτία, μην το κουράζεις/παιδεύεις βλ. κουράζω, όποιος αγαπά παιδεύει βλ. αγαπώ ● βλ. πεπαιδευμένος [< μεσν. παιδεύω] | |
| 37716 | παιδί | παι-δί ουσ. (ουδ.) {παιδ-ιού | -ιών} 1. νεαρό άτομο από τη στιγμή της γέννησής του, και κυρ. μετά τη βρεφική ηλικία, μέχρι την εφηβεία ή/και την ενηλικίωση: ανάγωγο/άτακτο/γελαστό/δυσλεξικό/έξυπνο/ζωηρό/κακομαθημένο/μεγάλο/μικρό/ντροπαλό/ορφανό/συνεσταλμένο/υπάκουο/υπερκινητικό/χαϊδεμένο ~. Άπορα/εξαφανισμένα ~ιά. ~ιά του δημοτικού. ~ιά με αυτισμό/ειδικές ανάγκες. Σπαστικά ~ιά. Ανάπτυξη/ανατροφή/διαπαιδαγώγηση/διατροφή/δικαιώματα/κοινωνικοποίηση/η προσωπικότητα/υγεία του ~ιού. Υιοθεσία ενός ~ιού (βλ. παρα-, ψυχο-παίδι). Φεστιβάλ ~ιού. Η (Παγκόσμια) Ημέρα του ~ιού (11 Δεκεμβρίου). Θηλάζω/μεγαλώνω/ταΐζω το ~ (βλ. βρέφος, μωρό, νεογέννητο). Σχέσεις γονέων-~ιών. Ασφάλεια των ~ιών στο διαδίκτυο. Δημιουργική απασχόληση ~ιών. Συναισθηματική υποστήριξη των καρκινοπαθών ~ιών. Βιβλία/παιχνίδια για ~ιά. Βλ. παιδάκι, παιδαρέλι, παίδαρος, διαβολό-, βουτυρό-, τρελό-παιδο.|| (ειδικότ.) Έχασε το ~ (= απέβαλε). Προστασία του αγέννητου ~ιού. Πβ. έμβρυο. 2. γιος ή κόρη κάποιου· απόγονος: βιολογικό (= φυσικό) ~. Γέννησε/έφερε στον κόσμο το πρώτο της/ένα υγιέστατο ~. Πατέρας τριών ~ιών. Το αγάπησαν σαν πραγματικό τους ~ (: υιοθετημένο ~). Δεν έκανε/έχει ~ιά (= δεν τεκνοποίησε). Πβ. τέκνο. Βλ. στερνοπαίδι.|| (για ζώα) Η γάτα και τα ~ιά της (πβ. νεογνό). 3. άνθρωπος νεαρής συνήθ. ηλικίας· αγόρι (για σχέση): Είναι καλό/χρυσό ~.|| (για νεαρό άτομο εντυπωσιακά όμορφο) Τι ~ είναι αυτό! Πβ. κούκλος, παίδαρος· κούκλα, κορίτσαρος.|| Γνώρισα ένα ~. Τα έχω/τα έφτιαξα με ένα ~. 4. {συνήθ. στον πληθ.} ως οικεία προσφώνηση προς άτομα ανεξαρτήτως ηλικίας: Καλώς τα ~ιά! ~ιά, ησυχία! 5. ενήλικος που παρουσιάζει στοιχεία παιδικότητας: Είναι ένα μεγάλο ~ (: αθώος, ειλικρινής, απλός, απροσποίητος). (μειωτ.) Μη γίνεσαι/μην είσαι ~ (πβ. ανώριμος, αφελής, εύπιστος)! 6. (+ γεν.) (μτφ.) γέννημα, θρέμμα· δημιούργημα: (για πρόσ.) Είναι ~ της εκκλησίας/της εποχής του/της μεταπολίτευσης.|| ~ της ανάγκης/του καπιταλισμού. Πβ. προϊόν. ΣΥΝ. τέκνο (2) 7. (σε καταστήματα, γραφεία, εστιατόρια) νεαρός υπάλληλος που εκτελεί δευτερεύουσες, βοηθητικές εργασίες: ~, να παραγγείλουμε (πβ. γκαρσόν);|| (συχνά χιουμορ.-ειρων.) ~ για όλες τις δουλειές. ● ΣΥΜΠΛ.: η ώρα του παιδιού: (συνήθ. για κατάσταση, δραστηριότητα) που δεν αντιμετωπίζεται με τη δέουσα σοβαρότητα και προσοχή: Λίγο έλειψε το μάθημα να γίνει ~ ~., κέντρο προστασίας παιδιών: ίδρυμα που παρέχει φιλοξενία, εκπαίδευση και ψυχαγωγία σε ανήλικα άτομα 3-12 ετών, τα οποία αποδεδειγμένα στερούνται οικογενειακής προστασίας. ΣΥΝ. παιδόπολη, παιδί/τέκνο του λαού (προφ.): λαϊκός άνθρωπος: γνήσιο ~ ~. [< γαλλ. enfant du peuple] , παιδιά των φαναριών: αυτά που επαιτούν, πουλούν ή προσφέρουν κάποια υπηρεσία σε οδηγούς οχημάτων που έχουν σταματήσει σε φανάρια: τα ξυπόλυτα ~ ~., προβληματικό παιδί: με κινητικά ή/και διανοητικά προβλήματα., το τρομερό παιδί: νέος ή νέα που διακρίνεται για το μεγάλο του ταλέντο ή/και τους προκλητικούς, συχνά, νεωτερισμούς του/της: Είναι ~ ~ του κινηματογράφου/της λογοτεχνίας/της τέχνης. [< γαλλ. l'enfant terrible] , άνθρωπος/παιδί της πιάτσας βλ. πιάτσα, παιδί της μαμάς βλ. μαμά, παιδί του δρόμου βλ. δρόμος, παιδί του σωλήνα βλ. σωλήνας, παιδιά των λουλουδιών βλ. λουλούδι, παιδί-θαύμα βλ. θαύμα, παιδική κακοποίηση & κακοποίηση παιδιών βλ. κακοποίηση, προστατευόμενο μέλος/παιδί/τέκνο βλ. προστατευόμενος, σύνδρομο κακοποιημένου παιδιού βλ. σύνδρομο ● ΦΡ.: από παιδί: από την παιδική ηλικία: ~ ~ ασχολείται με τη μουσική. Πβ. παιδιόθεν., δικό μας παιδί: για κάποιον που κατάγεται από τον ίδιο με εμάς τόπο ή προέρχεται από τον ίδιο με εμάς επαγγελματικό, ιδεολογικό, πολιτικό χώρο ή με τον οποίο μας συνδέει φιλική ή άλλου είδους σχέση: Ζει τόσα χρόνια στη χώρα μας, που πλέον θεωρείται ~ ~., κάνε παιδιά να δεις καλό/χαΐρι: (ειρων.) για την αχαριστία των παιδιών προς τους γονείς., κρύβει ένα παιδί μέσα του (μτφ.): (για ενήλικο άτομο) τον χαρακτηρίζει παιδικότητα., ξαναγίνομαι παιδί (μτφ.): νιώθω και συμπεριφέρομαι σαν παιδί, κάνω πράγματα που αρμόζουν σε παιδιά., παιδί της μάνας/του πατέρα του: για αυτόν που μοιάζει ως προς τα εξωτερικά χαρακτηριστικά ή/και τη συμπεριφορά στη μητέρα ή τον πατέρα του αντίστοιχα., παιδί/παιδάκι μου: (οικ.-ειρων.) προσφώνηση προς άτομο κάθε ηλικίας η οποία συνήθ. δηλώνει εκνευρισμό ή ανησυχία: Σταμάτα να μιλάς συνέχεια, ρε ~! Τι έγινε, βρε/μωρέ ~; Είσαι με τα καλά σου/τι κάνεις εκεί, παιδάκι μου; Τι λες, ρε ~ ~, αλήθεια;, παιδιά, σκυλιά (χιουμορ.): η οικογένεια ή οι οικογενειακές υποχρεώσεις: Είχαν στοιβάξει στο αυτοκίνητο ~ ~ και ομπρέλες.|| ~ ~ δεν έχει., περιμένει/περιμένουν παιδί: για γυναίκα που είναι έγκυος ή για ζευγάρι που πρόκειται να αποκτήσει παιδί: Περιμένει το πρώτο της ~., πιάνω παιδί: (για γυναίκα) μένω έγκυος: Δεν μπορεί/προσπαθεί να πιάσει ~., ρίχνω το παιδί (προφ.): κάνω έκτρωση., σαν μικρό/μωρό παιδί: για ενήλικο με παιδική ή/και ανώριμη συμπεριφορά: Γελούσε/έκλαιγε/χοροπηδούσε ~ ~. Έκανε ~ ~ από τη χαρά του. Πανηγύριζαν την πρόκριση σαν ~ά ~ιά.|| Μην κάνεις ~ ~!, τα παιδιά των παιδιών μου: τα εγγόνια ή γενικότ. οι απόγονοί μου: Το έργο αυτό θα μείνει κληρονομιά στα παιδιά σας και στα ~ ~ σας., του παιδιού μου το παιδί είναι δυο φορές παιδί μου (παροιμ.): για να δηλωθεί η μεγάλη αγάπη των παππούδων προς τα εγγόνια τους., των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν (παροιμ.): οι συνετοί άνθρωποι είναι προνοητικοί., αν δεν κλάψει το παιδί, δεν το ταΐζει η μάνα/δεν του δίνουνε βυζί βλ. κλαίω, άσχημο παιδί στην κούνια, όμορφο στη ρούγα βλ. ρούγα, γαμώ τα παιδιά/τα άτομα βλ. γαμώ, κορίτσι/παιδί πράμα βλ. πράγμα, κρατάω το παιδί βλ. κρατώ, μην τάξεις του Άγιου/σε Άγιο κερί και του παιδιού/σε παιδί κουλούρι βλ. τάζω, να τρώει η μάνα και του παιδιού να μη δίνει βλ. μάνα, παιδί-κουμπί/βιολί βλ. βιολί, παραμύθι για (μικρά) παιδιά βλ. παραμύθι, σπέρνω παιδιά βλ. σπέρνω, στη ζωή μου/της μάνας μου/των παιδιών μου βλ. ζωή, το χρυσό παιδί/κορίτσι/αγόρι βλ. χρυσός, ύπνε που παίρνεις τα παιδιά (έλα πάρε και τούτο) βλ. ύπνος, χάνει η μάνα το παιδί (και το παιδί τη μάνα) βλ. μάνα ● βλ. παιδούλα [< μεσν. παιδίν] | |
| 37717 | παΐδι | πα-ΐ-δι ουσ. (ουδ.) {παϊδ-ιού | -ιών, συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό) & (σπάν.-λαϊκότ.) παγίδι: πλευρό ανθρώπου ή ζώου: Με πονάνε τα ~ια μου. (απειλητ.) Θα σου σπάσω τα ~ια (= θα σε δείρω, θα σε τσακίσω στο ξύλο). [< μτγν. παγίδιον] | |
| 37718 | παιδιά | παι-δι-ά ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ομαδικό παιχνίδι: αθλητική ~ (= αθλο~). ● ΦΡ.: εκτός/εντός παιδιάς: ΑΘΛ. εκτός/εντός αγωνιστικού χρόνου ή χώρου: καλάθι/σουτ εντός ~ (: σε αντιδιαστολή με τις ελεύθερες βολές στο μπάσκετ). Η µπάλα βρίσκεται ~ ~., χάριν παιδιάς βλ. χάριν [< αρχ. παιδιά] | |
| 37719 | παιδιαρίζω | παι-δια-ρί-ζω ρ. (αμτβ.) {κυρ. στο θ. του ενεστ.} (προφ.): (για ενηλίκους) συμπεριφέρομαι, σκέφτομαι παιδιάστικα: Σταμάτα να ~εις, μεγάλωσες πια! | |
| 37720 | παιδιαρίσματα | παι-δια-ρί-σμα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν.}: παιδική, ανώριμη συμπεριφορά: Σου μιλάω σοβαρά, άσε τα ~! | |
| 37721 | παιδιάστικος | , η, ο παι-διά-στι-κος επίθ. & (σπάν.) παιδιάτικος: που ταιριάζει μόνο σε παιδί: ~ος: ενθουσιασμός/φόβος. ~η: ερώτηση/συμπεριφορά. ~ο: πείσμα/χαμόγελο (= αθώο). ~ες: δικαιολογίες. ~α: καμώματα/λάθη. Αυτά είναι ~α πράγματα! Πβ. παιδαριώδης, παιδικός. ● επίρρ.: παιδιάστικα [< μεσν. παιδίστικος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ