Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [38320-38340]

IDΛήμμαΕρμηνεία
37722παιδιατρικήπαι-δι-α-τρι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Π): ΙΑΤΡ. κλάδος που ασχολείται με τη διάγνωση και θεραπεία των παιδικών νοσημάτων: αναπτυξιακή/κοινωνική/προληπτική ~. Βλ. -ιατρική. [< γαλλ. pédiatrie, αγγλ. paediatrics]
37723παιδιατρικός, ή, ό παι-δι-α-τρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την παιδιατρική ή τον παιδίατρο: ~ός: πληθυσμός (: τα βρέφη ή τα παιδιά). ~ή: ανοσολογία/εξέταση/κλινική/μονάδα.|| (ως ουσ.) Το ~ό (ενν. τμήμα νοσοκομείου). Βλ. -ιατρικός. ● ΣΥΜΠΛ.: παιδιατρική χειρουργική: παιδοχειρουργική. [< γαλλ. pédiatrique, 20ός αι., αγγλ. paediatric]
37724παιδίατροςπαι-δί-α-τρος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός ειδικευμένος στην παιδιατρική. Βλ. -ίατρος. [< γαλλ. pédiatre, αγγλ. paediatrician]
37725παιδικός, ή, ό παι-δι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τα παιδιά ή απευθύνεται σε αυτά: ~ός: διαγωνισμός. ~ή: γιορτή/διατροφή/εγκληματικότητα/θνησιμότητα/κατασκήνωση/μόδα/πισίνα/πορνογραφία (& παιδοπορνογραφία)/τέχνη/χορωδία. ~ό: θέατρο/κάθισμα/μουσείο/ντύσιμο/περιοδικό/(υπνο)δωμάτιο. ~ές: αναμνήσεις/ζωγραφιές/(ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) τροφές/φωνές. ~ά: είδη/έπιπλα/πάρτι/ρούχα/παιχνίδια/τραγούδια. Με ~ό ενθουσιασμό. Άμυνα/ανάπτυξη του ~ού οργανισμού. Η ~ή φαντασία/ψυχή. ~οί φίλοι (: από την ~ή ηλικία).|| (ΛΟΓΟΤ.) ~ός: συγγραφέας. ~ή: βιβλιοθήκη/λογοτεχνία. Παγκόσμια Ημέρα ~ού Βιβλίου.|| (ΚΙΝΗΜ.-ΤΗΛΕΟΡ.) ~ός: κινηματογράφος. ~ή: σειρά. ~ό: κανάλι/πρόγραμμα. ~οί: ήρωες. ~ές: προβολές.|| (ΑΘΛ.) ~ό: πρωτάθλημα (βλ. τζούνιορ). ~οί: αγώνες.|| (ΙΑΤΡ.) ~ός: διαβήτης/καρκίνος. ~ή: παχυσαρκία. ~ό: άσθμα.|| (ΨΥΧΟΛ.) ~ές: φοβίες.|| (μειωτ.) Η σκέψη/συμπεριφορά του είναι πολύ ~ή (= απλοϊκή, ανώριμη, αφελής· πβ. παιδαριώδης, παιδιάστικος). Βλ. βρεφ-, εφηβ-, νεαν-ικός, νηπιακός. ● επίρρ.: παιδικά ● ΣΥΜΠΛ.: παιδική βία 1. που ασκούν παιδιά: ~ ~ και επιθετικότητα/παραβατικότητα. ~ ~ ενάντια στα ζώα. 2. βία σε βάρος παιδιών, κακοποίησή τους. Βλ. παραμέληση., βρεφονηπιακός/παιδικός σταθμός βλ. βρεφονηπιακός, παιδική ασθένεια/αρρώστια βλ. ασθένεια, παιδική εργασία βλ. εργασία, παιδική κακοποίηση & κακοποίηση παιδιών βλ. κακοποίηση, παιδική χαρά βλ. χαρά, Παιδικό Χωριό SOS βλ. χωριό [< αρχ. παιδικός, γαλλ. infantile]
37726παιδικότηταπαι-δι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): το σύνολο των χαρακτηριστικών ιδιοτήτων του παιδιού, κυρ. η αγνότητα, αθωότητα, αφέλεια: Παρά την ηλικία της, το πρόσωπό της έχει μια ~. Αναπολούσε τη χαμένη του ~. Βλ. -ότητα.
37727παιδιόθενπαι-δι-ό-θεν επίρρ. (αρχαιοπρ.): από παιδί. Βλ. -θεν. ΣΥΝ. εξ απαλών ονύχων [< μτγν. παιδιόθεν]
37728παιδίσκηπαι-δί-σκη ουσ. (θηλ.) (λόγ.-παρωχ.): κορίτσι, κοπέλα. Πβ. κορασίδα, παιδούλα. [< αρχ. παιδίσκη]
37729παιδισμόςπαι-δι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. παθολογική κατάσταση κατά την οποία ένας ενήλικος διατηρεί ψυχοσωματικά χαρακτηριστικά της παιδικής ηλικίας. ΣΥΝ. παιδομορφισμός 2. (μτφ.-μειωτ.) ανώριμη, παιδαριώδης συμπεριφορά. Πβ. παλιμ~. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. infantilisme]
37731παιδο- & παιδό- & παιδ-: το ουσιαστικό παιδί ως α' συνθετικό λέξεων: παιδό-κοσμος/~τοπος.|| Παιδο-κόμος.|| Παιδο-ψυχολογία. Παιδ-ίατρος/~οδοντίατρος.
37732παιδοβούβαλοπαι-δο-βού-βα-λο ουσ. (ουδ.) & παιδοβούβαλος (ο) (μειωτ.): (για παιδί ή άνδρα νεαρής συνήθ. ηλικίας) παχύσαρκος και άχαρος.
37733παιδοδοντίαπαι-δο-δο-ντί-α ουσ. (θηλ.) & παιδοδοντιατρική: ΙΑΤΡ. κλάδος της οδοντιατρικής που μελετά την πρόληψη και θεραπεία των οδοντικών παθήσεων στην παιδική ηλικία. [< αγγλ. p(a)edodontics, 1923, γαλλ. pédodontie, 1972]
37734παιδοδοντίατροςπαι-δο-δο-ντί-α-τρος ουσ. (αρσ. + θηλ.): οδοντίατρος ειδικός στην παιδοδοντία. Βλ. -ίατρος. [< αγγλ. p(a)edodontist, 1923, γαλλ. pédodontiste]
37735παιδοκεντρικός, ή, ό παι-δο-κε-ντρι-κός επίθ.: που έχει ως επίκεντρο το παιδί, κυρ. ως μαθητή: ~ή: διδασκαλία. Πβ. μαθητοκεντρικός. Βλ. -κεντρικός. ● επίρρ.: παιδοκεντρικά [< αγγλ. pedocentric, γαλλ. pédocentrique]
37736παιδόκοσμοςπαι-δό-κο-σμος ουσ. (αρσ.) (προφ.-περιληπτ.): σύνολο ή πλήθος παιδιών: ο ~ της γειτονιάς. Πβ. παιδο-λόι, -μάζωμα, -μάνι. Βλ. -κοσμος.
37737παιδοκτονίαπαι-δο-κτο-νί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. δολοφονία παιδιού συνήθ. από τον γονέα του. 2. ΝΟΜ. θανάτωση παιδιού από τη μητέρα του κατά τη διάρκεια ή λίγο μετά τον τοκετό. Βλ. -κτονία. [< μτγν. παιδοκτονία]
37738παιδοκτόνοςπαι-δο-κτό-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): αυτός που έχει διαπράξει παιδοκτονία. Βλ. -κτόνος, Μήδεια. [< αρχ. παιδοκτόνος]
37739παιδολόιπαι-δο-λό-ι ουσ. (ουδ.) & παιδολόγι (λαϊκό-περιληπτ.): παιδομάνι.
37740παιδομάζωμαπαι-δο-μά-ζω-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΙΣΤ. (επί Τουρκοκρατίας) αρπαγή παιδιών από χριστιανικές οικογένειες (κυρ. ελληνικές), για να εξισλαμιστούν και να επανδρώσουν, μετά την ενηλικίωσή τους, τα τάγματα των γενίτσαρων ή να στελεχώσουν υπηρεσίες του σουλτάνου στην οθωμανική αυτοκρατορία. 2. (περιληπτ.) παιδομάνι. [< 1: μεσν. παιδομάζωμα]
37741παιδομάνιπαι-δο-μά-νι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-περιληπτ.): πλήθος παιδιών. Βλ. -μάνι. ΣΥΝ. παιδολόι
37742παιδομορφισμόςπαι-δο-μορ-φι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. παιδισμός. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. paedomorphism]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.