| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37743 | παιδοποιία | παι-δο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ., κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα): τεκνοποίηση. Πβ. τεκνογονία. Βλ. -ποιία. [< αρχ. παιδοποιΐα] | |
| 37744 | παιδόπολη | παι-δό-πο-λη ουσ. (θηλ.) & παιδούπολη: κέντρο προστασίας παιδιών. Πβ. ορφανοτροφείο. Βλ. -ούπολη. | |
| 37745 | παιδόπουλο | παι-δό-που-λο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό-λογοτ.): παιδί. Βλ. -όπουλο. [< μεσν. παιδόπουλον] | |
| 37746 | παιδότοπος | παι-δό-το-πος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -όπου}: χώρος κατάλληλα διαμορφωμένος για την ψυχαγωγία παιδιών: υπαίθριος ~. ~ που διατίθεται για πάρτι. Πβ. παιχνιδότοπος. Βλ. παιδική χαρά, -τοπος. | |
| 37747 | παιδούλα | παι-δού-λα ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): μικρό κορίτσι. Πβ. κορασίδα, παιδίσκη. ● βλ. παιδί [< μεσν. παιδούλα] | |
| 37748 | παιδούπολη | βλ. παιδόπολη | |
| 37749 | παιδοφιλία | παι-δο-φι-λί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. μορφή παραφιλίας κατά την οποία ένας ενήλικος έχει έντονες, επαναλαμβανόμενες σεξουαλικές φαντασιώσεις με παιδιά ή/και εκδηλώνει συμπεριφορές που περιλαμβάνουν σεξουαλική δραστηριότητα με αυτά. Πβ. παιδεραστία. Βλ. -φιλία. [< μτγν. παιδοφιλία, γαλλ. pédophilie, αγγλ. p(a)edophilia, 1906] | |
| 37750 | παιδοφιλικός | , ή, ό παι-δο-φι-λι-κός επίθ.: ΨΥΧΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την παιδοφιλία ή τον παιδόφιλο: ~ή: συμπεριφορά. ~ές: τάσεις. [< γαλλ. pédophile, αγγλ. p(a)edophili(a)c 1927] | |
| 37751 | παιδόφιλος | παι-δό-φι-λος ουσ. (αρσ.): ενήλικος που διεγείρεται σεξουαλικά από παιδιά και εμφανίζει παιδοφιλική συμπεριφορά. Πβ. παιδεραστής. Βλ. -φιλος. [< γαλλ. pédophile, αγγλ. p(a)edophile, 1951] | |
| 58789 | παιδόφιλος | ||
| 32209 | παιδόφιλος | μου-νί ουσ. (ουδ.) 1. (λ. ταμπού) αιδοίο. Πβ. πράμα, σχισμή, τέτοιο. 2. (μτφ.-συνεκδ.) για πολύ ελκυστική, σεξουαλική γυναίκα. 3. (μτφ.-υβριστ.) για άνθρωπο κακό, άτιμο, αχρείο. ● Υποκ.: μουνάκι (το), μουνίτσα (η): στη σημ. 2. ● Μεγεθ.: μουνάρα & μούνα (η): στις σημ. 1, 2., μούναρος (ο): στη σημ. 2. ● ΦΡ.: έλα μουνί στον τόπο σου (αργκό): ως έκφραση μεγάλης έκπληξης ή αιφνιδιασμού., μουνί (καπέλο) (αργκό): για μεγάλη φασαρία, ζημιά ή γενικότ. καταστροφή: ~ ~ γίναμε με τον φίλο μου (: τσακωθήκαμε άσχημα). Πλημμύρισε το σπίτι κι έγινε ~ (πβ. χάλια)., τα κάνω μουνί/γίνομαι μουνί (αργκό): λερώνω ή λερώνομαι· κατ' επέκτ. προκαλώ μεγάλη αναστάτωση, ζημιά ή ανεπιθύμητο αποτέλεσμα, αποτυγχάνω σε κάτι: Έπεσα στις λάσπες κι έγινα ~!|| Τίποτα δεν έγινε σωστά, ~ τα έκανες!, εδώ ο κόσμος καίγεται/χάνεται και η γριά/το μουνί χτενίζεται βλ. χτενίζω, το νινί/το μουνί σέρνει καράβι βλ. καράβι [< μεσν. μουνίν] | |
| 37752 | παιδοχειρουργική | παι-δο-χει-ρουρ-γι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ειδικότητα της χειρουργικής που έχει ως αντικείμενο την εγχειρητική αντιμετώπιση παθήσεων σε νεογνά, βρέφη και παιδιά: γενική/ειδική ~. ΣΥΝ. παιδιατρική χειρουργική | |
| 37753 | παιδοχειρουργικός | , ή, ό παι-δο-χει-ρουρ-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την παιδοχειρουργική: ~ή: κλινική.|| (ως ουσ.) Το ~ό (ενν. τμήμα νοσοκομείου). | |
| 37754 | παιδοχειρουργός | παι-δο-χει-ρουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) & (προφ.) παιδοχειρούργος: γιατρός ειδικευμένος στην παιδοχειρουργική. | |
| 37755 | παιδοψυχιατρική | παι-δο-ψυ-χι-α-τρι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος της ψυχιατρικής που ασχολείται με την πρόληψη, διάγνωση και θεραπεία των ψυχικών διαταραχών παιδιών και εφήβων. [< γαλλ. pédopsychiatrie, περ. 1920] | |
| 37756 | παιδοψυχιατρικός | , ή, ό παι-δο-ψυ-χι-α-τρι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την παιδοψυχιατρική: ~ή: κλινική/μονάδα/παρακολούθηση.|| (ως ουσ.) Το ~ό (ενν. τμήμα νοσοκομείου). | |
| 37757 | παιδοψυχίατρος | παι-δο-ψυ-χί-α-τρος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ψυχίατρος ειδικευμένος στην παιδοψυχιατρική. [< γαλλ. pédopsychiatre, 1973] | |
| 37758 | παιδοψυχολογία | παι-δο-ψυ-χο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος της ψυχολογίας που ασχολείται με την ψυχική υγεία των παιδιών. [< γαλλ. pédopsychologie] | |
| 37759 | παιδοψυχολόγος | παι-δο-ψυ-χο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ψυχολόγος ειδικευμένος στην παιδοψυχολογία. [< γαλλ. pédopsychologue] | |
| 37760 | παίζω | παί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έπαι-ξα, παί-ξει, παί-χτηκε (λόγ.) -χθηκε, -χτεί (λόγ.) -χθεί, παίζ-οντας, -όμενος, παι-γμένος} 1. επιδίδομαι σε κάτι που με διασκεδάζει, με ψυχαγωγεί ή σε συγκεκριμένο παιχνίδι, συνήθ. με σκοπό τη νίκη· ειδικότ. παίρνω μέρος σε τυχερό παιχνίδι: ~ με τις κούκλες/τους φίλους μου/τα χρώματα. Τα παιδιά ~ουν στον δρόμο. ~ και μαθαίνω. Πβ. παιχνιδίζει.|| ~ ποδόσφαιρο/σκάκι. ~ει ηλεκτρονικά/ονλάιν παιχνίδια. Τι ~ετε; ~ουμε κρυφτό/κυνηγητό/μήλα/μπιλιάρδο/παντομίμα/ρακέτες. ~εις! (: είναι η σειρά σου να ~ξεις). ~ουν τα λευκά/τα μαύρα (ενν. ο παίχτης με τα αντίστοιχα πιόνια στο σκάκι). Παίξαμε τρεις παρτίδες τάβλι. Η ζαριά δεν μπορεί να ~χτεί. Πώς ~εται το μπέιζμπολ (: ποιοι είναι οι κανόνες του); ~χτηκε καλό βόλεϊ και από τις δύο ομάδες. ~εται η παράταση. Δεν ~χθηκαν οι καθυστερήσεις.|| Γιατί δεν με ~ετε (: δεν με δέχεστε στο παιχνίδι, στην παρέα);|| ~ει στον ιππόδρομο/στο καζίνο. ~ λόττο/ρουλέτα/χαρτιά (πβ. χαρτο~). Ούτε πίνει ούτε ~ει (= δεν τζογάρει). 2. συμμετέχω σε ομαδικό άθλημα ερασιτεχνικά ή επαγγελματικά, αγωνίζομαι: ~ει στην Εθνική/στο μουντομπάσκετ. ~ει βασικός/τραυματισμένος. Σε ποια θέση ~εις; ~ουμε στην έδρα μας/στον τελικό. ~ουμε εναντίον .../φιλικό. ~ουμε για τη νίκη. Έχει ~ξει δίπλα σε μεγάλους παίχτες/σε διάφορες ομάδες. Δεν ~ξε σύμφωνα με τις δυνατότητές του. Παίξανε αμυντικά/έξυπνα/επιθετικά/με έναν παίκτη λιγότερο/μέτρια/νευρικά στο α' ημίχρονο/πειθαρχημένα/σκληρά/χωρίς άγχος/ώριμα. Στην επίθεση ~ξαν καλύτερα. Η ομάδα δεν ~ξε (ενν. καλά). 3. ερμηνεύω, υποδύομαι έναν ρόλο· ανεβάζω έργο στη σκηνή: Τα παιδιά έπαιζαν (= παρίσταναν, προσποιούνταν, υποκρίνονταν) τους μεγάλους.|| (για ηθοποιούς) ~ει (= υποδύεται) τον κακό. ~ουν (με αλφαβητική σειρά): ... ~ξε στον κινηματογράφο/σε κλασικές ταινίες. Έχουν ~ξει μαζί στην τηλεόραση.|| Στο δημοτικό θέατρο ~ει "...". Η παράσταση ~όταν για δύο σεζόν. (προφ.) Τα θέατρα δεν ~ουν τις Δευτέρες (= αργούν). 4. χειρίζομαι επιδέξια, γνωρίζω κάποιο μουσικό όργανο· (για μουσικό) εκτελώ μουσική σύνθεση: ~ βιολί/πιάνο από τα δώδεκα. Γράφει στίχους, μουσική και ~ει κιθάρα. Θα ~ξει ζωντανά. Το λαούτο ~εται με πένα.|| ~ σε συναυλίες/στη φιλαρμονική. Μου αρέσει η μουσική που ~ουν. Θα ~ξουν παλιές τους επιτυχίες. 5. εκθέτω σε κίνδυνο, ρισκάρω: ~εις με τη ζωή/την υγεία σου. Η εταιρεία ~ει το όνομα και τη φήμη της.|| (για κάτι αβέβαιο, που βρίσκεται σε κρίσιμη φάση:) ~εται το μέλλον/η τύχη της οικονομίας/του τόπου/χιλιάδων φοιτητών. ~εται η πρόκριση/το πρωτάθλημα/η πρωτιά. ~ονται μεγάλα συμφέροντα/εκατομμύρια ευρώ. Από εκεί και πέρα όλα ~ονται (: όλα είναι πιθανά). Πβ. διακινδυνεύω, διακυβεύω. 6. ποντάρω, στοιχηματίζω: ~ει χιλιάδες ευρώ στο προπό/ό,τι έχει και δεν έχει/τεράστια ποσά. ~ξα ... ευρώ υπέρ της ... Τα ~ξε όλα στα ζάρια.|| Ποντάρισμα που έχει ~χτεί δεν ακυρώνεται. Σε κάθε γύρο μπορούν να ~χτούν μέχρι τρεις μάρκες. 7. αστειεύομαι, κάνω πλάκα: Εμείς μιλάμε σοβαρά κι εσύ ~εις. Ξέρεις καλά ότι δεν ~ με τέτοια θέματα. Δεν μπορείς να ~ξεις μαζί του. Πβ. κοροϊδεύω. 8. κουνώ, πειράζω κάτι, συχνά από αμηχανία: Έπαιζε με τα γάντια/το κολιέ/τα μαλλιά της. ~ει το κομπολόι του. ● παίζει 1. λειτουργεί: Το βίντεο/η τηλεόραση δεν ~ (= χάλασε). Το αρχείο δεν ~ κανονικά (ενν. στον υπολογιστή). 2. προβάλλει, μεταδίδει: Τι ~ η τηλεόραση; Η σειρά θα ~χτεί σε περισσότερες από δέκα χώρες. Τι ~εται στις αίθουσες/στο σινεμά αυτή την εβδομάδα; (μτφ.) ~χτηκε το τελευταίο επεισόδιο της σχέσης τους.|| (για το ραδιόφωνο) Ο σταθμός ~ ροκ. Τα τραγούδια του ~ονται ακόμη. Θα ~χτούν δυόμισι λεπτά από το κομμάτι. 3. ακούγεται, ηχεί: Το ραδιόφωνο ~ πολύ δυνατά, χαμήλωσέ το! Έπαιζε η μουσική κι εμείς χορεύαμε. 4. έχει χαλαρώσει και κουνιέται: Η βίδα ~. Οι μπροστινοί τροχοί ~ουν ανησυχητικά. 5. (μτφ.-προφ.) γίνεται, συμβαίνει, συνήθ. παρασκηνιακά: Δεν ξέρω τι ~ με αυτή την υπόθεση. Κάτι ~εται εδώ! ~ονται πολλές κομπίνες. Μάλλον δεν κατάλαβες τι ~χτηκε. ΣΥΝ. τρέχει (1) 6. (νεαν. αργκό) είναι πιθανό: ~ να έρθει αύριο. ~ το εξής σενάριο ... Όλα ~ονται. Πβ. ενδέχεται. 7. (μτφ.-προφ.) βρίσκεται στην επικαιρότητα, ακούγεται: Το θέμα/το όνομά του ~ πολύ τελευταία στα μίντια. 8. (μτφ.-προφ.) κυμαίνεται: Η τιμή πώλησης του πετρελαίου ~ από ... ως ... δολάρια το βαρέλι. ● ΦΡ.: δεν είναι παίξε-γέλασε (προφ.): για να τονιστεί η σοβαρότητα, η σπουδαιότητα μιας κατάστασης: Η ανατροφή ενός παιδιού/η ζωή/η θάλασσα ~ ~., δεν παίζομαι (νεαν. αργκό-εμφατ.): είμαι αξεπέραστος, ασυναγώνιστος σε κάτι: Όταν έχεις κέφια, ~ ~εσαι με τίποτα! Η μαγειρική της ~ ~εται. Στα εντός έδρας ~ ~ονται., δεν παίζω! (προφ.): παραίτηση από συμμετοχή σε παιχνίδι· (κατ' επέκτ.) ήπια έκφραση δυσαρέσκειας, απογοήτευσης ή ασυμφωνίας: ~ ~! Είσαι ζαβολιάρης!|| Α, ~ ~, δεν έχει φαΐ σήμερα;, έπαιξα κι έχασα (μτφ.): προσπάθησα για κάτι, το διακινδύνευσα, αλλά χωρίς επιτυχία., μου την έπαιξε (αργκό): με εξαπάτησε, με κορόιδεψε: ~ ~ ο παλιάνθρωπος!, όχι, παίζουμε! (προφ.): για έκφραση ικανοποίησης: Μια χαρά τα κατάφερες, ~ ~., παίζει ρόλο & παίζει τον ρόλο του (μτφ.): συνιστά βασικό παράγοντα στη διαμόρφωση κατάστασης ή αποτελέσματος: Η διατροφή ~ καθοριστικό/καταλυτικό/σημαίνοντα ~ στην υγεία. Η ηλικία δεν ~ κανέναν ~ στον έρωτα. Η τύχη ~ει κι αυτή τον ~ της στις επιχειρήσεις., παίζεις με τον πόνο μου (οικ.): με πειράζεις, με προκαλείς· μου δημιουργείς ψεύτικες ελπίδες: Μην ~ ~ μας! Δεν ντρέπονται να παίζουν ~ των ανθρώπων;, παίζω με τη φωτιά (μτφ.): ριψοκινδυνεύω: Σε προειδοποιώ ότι ~εις ~. Έπαιξε ~ και κάηκε., παίζω ξύλο/μπουνιές/σφαλιάρες (προφ.) 1. έρχομαι στα χέρια, παλεύω με κάποιον: Παραλίγο να παίξουμε ~. 2. (μτφ.) έχω οικειότητα με κάποιον., παίζω σαν τη γάτα με το ποντίκι/όπως η γάτα με το ποντίκι (παροιμ.): για αργή και βασανιστική εξολόθρευση του πιο αδύναμου σε άνιση αναμέτρηση: Έπαιζε με το θύμα του ~ ~. [< γαλλ. jouer au chat et à la souris /comme un chat avec une souris] , παίζω στο χρηματιστήριο: επενδύω σε μετοχές: Έπαιξε όλες τις οικονομίες του ~., παίζω το παιχνίδι μου (μτφ.-προφ.): ενεργώ με συγκεκριμένο σχέδιο: Ο καθένας ~ει ~ του., παίζω τον ρόλο του ...: συμπεριφέρομαι σαν να είμαι ...: Τους άφησα να τα βρουν μόνοι τους, εγώ δεν ~ ~ του διαιτητή. Βαρέθηκα να ~ ~ του μπαμπούλα., τα παιδία παίζει (λόγ.-ειρων.): για να δηλωθεί έλλειψη σοβαρότητας., τα παίζω (αργκό) 1. σαστίζω, μπλοκάρω, τα χάνω: Τα έχεις παίξει τελείως, χαλάρωσε! Τα έχεις παίξει και δεν ξέρεις τι λες! Τα είχα παίξει από τον φόβο μου. 2. εξαντλούμαι: Τα΄παιξα από τη δίψα/τη ζέστη/την κούραση. Πβ. κρεπάρω. 3. (για μηχάνημα ή μηχανισμό) χαλώ: Τα 'παιξε ο ανεμιστήρας/η τηλεόραση/ο υπολογιστής. ΣΥΝ. καίω φλάντζα, το παίζω (προφ.): προσποιούμαι ότι έχω ορισμένη ιδιότητα, παριστάνω κάποιον: ~ ~ει αδιάφορος/ανεξάρτητος/άνετος/βλάκας/δύσκολος/έξυπνος/μάγκας/σκληρός. (ειρων.) Τι μας ~ ~ει, δηλαδή, ήρωας;, κάνει τον Κινέζο βλ. Κινέζος, Κινέζα, κατεβαίνει/παίζει με τα δεύτερα βλ. δεύτερος, παίζει (το) κρυφτούλι/(το) κρυφτό βλ. κρυφτούλι, παίζει διπλό παιχνίδι βλ. παιχνίδι, παίζει με τα νεύρα μου βλ. νεύρα, παίζει παιχνίδια βλ. παιχνίδι, παίζει σε δύο/σε διπλό/σε πολλά ταμπλό βλ. ταμπλό, παίζει το μάτι του βλ. μάτι, παίζει το πουλί του βλ. πουλί, παίζει το τελευταίο του χαρτί βλ. χαρτί, παίζει τον παπά βλ. παπάς, παίζει/πετάει το μάτι μου βλ. μάτι, παίζουμε την κολοκυθιά βλ. κολοκυθιά, παίζω άμυνα βλ. άμυνα, παίζω άσχημο παιχνίδι σε κάποιον βλ. παιχνίδι, παίζω εν ου παικτοίς βλ. παικτός, παίζω καθαρό παιχνίδι/καθαρά βλ. καθαρός, παίζω κάποιον μονότερμα βλ. μονότερμα, παίζω κάτι κορόνα (ή) γράμματα βλ. γράμμα, παίζω κάτι στα ζάρια βλ. ζάρι, παίζω κωμωδία βλ. κωμωδία, παίζω με τα αισθήματα κάποιου βλ. αίσθημα, παίζω με τις λέξεις βλ. λέξη, παίζω μονά-ζυγά βλ. μονός, παίζω μπάλα βλ. μπάλα, παίζω στα δάχτυλα βλ. δάχτυλο, παίζω τα ρέστα μου βλ. ρέστα, παίζω το παιχνίδι του βλ. παιχνίδι, παίζω το χαρτί του ... βλ. χαρτί, τα παίζω όλα (για όλα) βλ. όλος, το παίζει ιστορία βλ. ιστορία, το παίζει μούρη βλ. μούρη, το παίζω παλαβός & κάνω τον παλαβό βλ. παλαβός, το παίζω υπεράνω βλ. υπεράνω [< αρχ. παίζω, γαλλ. jouer, αγγλ. play] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ