| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37727 | παιδιόθεν | παι-δι-ό-θεν επίρρ. (αρχαιοπρ.): από παιδί. Βλ. -θεν. ΣΥΝ. εξ απαλών ονύχων [< μτγν. παιδιόθεν] | |
| 37728 | παιδίσκη | παι-δί-σκη ουσ. (θηλ.) (λόγ.-παρωχ.): κορίτσι, κοπέλα. Πβ. κορασίδα, παιδούλα. [< αρχ. παιδίσκη] | |
| 37729 | παιδισμός | παι-δι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. παθολογική κατάσταση κατά την οποία ένας ενήλικος διατηρεί ψυχοσωματικά χαρακτηριστικά της παιδικής ηλικίας. ΣΥΝ. παιδομορφισμός 2. (μτφ.-μειωτ.) ανώριμη, παιδαριώδης συμπεριφορά. Πβ. παλιμ~. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. infantilisme] | |
| 37731 | παιδο- & παιδό- & παιδ- | : το ουσιαστικό παιδί ως α' συνθετικό λέξεων: παιδό-κοσμος/~τοπος.|| Παιδο-κόμος.|| Παιδο-ψυχολογία. Παιδ-ίατρος/~οδοντίατρος. | |
| 37732 | παιδοβούβαλο | παι-δο-βού-βα-λο ουσ. (ουδ.) & παιδοβούβαλος (ο) (μειωτ.): (για παιδί ή άνδρα νεαρής συνήθ. ηλικίας) παχύσαρκος και άχαρος. | |
| 37733 | παιδοδοντία | παι-δο-δο-ντί-α ουσ. (θηλ.) & παιδοδοντιατρική: ΙΑΤΡ. κλάδος της οδοντιατρικής που μελετά την πρόληψη και θεραπεία των οδοντικών παθήσεων στην παιδική ηλικία. [< αγγλ. p(a)edodontics, 1923, γαλλ. pédodontie, 1972] | |
| 37734 | παιδοδοντίατρος | παι-δο-δο-ντί-α-τρος ουσ. (αρσ. + θηλ.): οδοντίατρος ειδικός στην παιδοδοντία. Βλ. -ίατρος. [< αγγλ. p(a)edodontist, 1923, γαλλ. pédodontiste] | |
| 37735 | παιδοκεντρικός | , ή, ό παι-δο-κε-ντρι-κός επίθ.: που έχει ως επίκεντρο το παιδί, κυρ. ως μαθητή: ~ή: διδασκαλία. Πβ. μαθητοκεντρικός. Βλ. -κεντρικός. ● επίρρ.: παιδοκεντρικά [< αγγλ. pedocentric, γαλλ. pédocentrique] | |
| 37736 | παιδόκοσμος | παι-δό-κο-σμος ουσ. (αρσ.) (προφ.-περιληπτ.): σύνολο ή πλήθος παιδιών: ο ~ της γειτονιάς. Πβ. παιδο-λόι, -μάζωμα, -μάνι. Βλ. -κοσμος. | |
| 37737 | παιδοκτονία | παι-δο-κτο-νί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. δολοφονία παιδιού συνήθ. από τον γονέα του. 2. ΝΟΜ. θανάτωση παιδιού από τη μητέρα του κατά τη διάρκεια ή λίγο μετά τον τοκετό. Βλ. -κτονία. [< μτγν. παιδοκτονία] | |
| 37738 | παιδοκτόνος | παι-δο-κτό-νος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): αυτός που έχει διαπράξει παιδοκτονία. Βλ. -κτόνος, Μήδεια. [< αρχ. παιδοκτόνος] | |
| 37739 | παιδολόι | παι-δο-λό-ι ουσ. (ουδ.) & παιδολόγι (λαϊκό-περιληπτ.): παιδομάνι. | |
| 37740 | παιδομάζωμα | παι-δο-μά-ζω-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΙΣΤ. (επί Τουρκοκρατίας) αρπαγή παιδιών από χριστιανικές οικογένειες (κυρ. ελληνικές), για να εξισλαμιστούν και να επανδρώσουν, μετά την ενηλικίωσή τους, τα τάγματα των γενίτσαρων ή να στελεχώσουν υπηρεσίες του σουλτάνου στην οθωμανική αυτοκρατορία. 2. (περιληπτ.) παιδομάνι. [< 1: μεσν. παιδομάζωμα] | |
| 37741 | παιδομάνι | παι-δο-μά-νι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-περιληπτ.): πλήθος παιδιών. Βλ. -μάνι. ΣΥΝ. παιδολόι | |
| 37742 | παιδομορφισμός | παι-δο-μορ-φι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. παιδισμός. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. paedomorphism] | |
| 37743 | παιδοποιία | παι-δο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ., κυρ. σε εκκλησιαστικά κείμενα): τεκνοποίηση. Πβ. τεκνογονία. Βλ. -ποιία. [< αρχ. παιδοποιΐα] | |
| 37744 | παιδόπολη | παι-δό-πο-λη ουσ. (θηλ.) & παιδούπολη: κέντρο προστασίας παιδιών. Πβ. ορφανοτροφείο. Βλ. -ούπολη. | |
| 37745 | παιδόπουλο | παι-δό-που-λο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό-λογοτ.): παιδί. Βλ. -όπουλο. [< μεσν. παιδόπουλον] | |
| 37746 | παιδότοπος | παι-δό-το-πος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -όπου}: χώρος κατάλληλα διαμορφωμένος για την ψυχαγωγία παιδιών: υπαίθριος ~. ~ που διατίθεται για πάρτι. Πβ. παιχνιδότοπος. Βλ. παιδική χαρά, -τοπος. | |
| 37747 | παιδούλα | παι-δού-λα ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): μικρό κορίτσι. Πβ. κορασίδα, παιδίσκη. ● βλ. παιδί [< μεσν. παιδούλα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ