Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [3820-3840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2877αναγλυφοτυπία[ἀναγλυφοτυπία] α-να-γλυ-φο-τυ-πί-α ουσ. (θηλ.): ΤΥΠΟΓΡ. τεχνική των γραφικών τεχνών κατά την οποία αποτυπώνεται το μελάνι ή δημιουργούνται σχήματα σε κάποια επιφάνεια (χαρτί, ξύλο) με άσκηση πίεσης. Βλ. υψιτυπία, -τυπία.
2878αναγνωρίζω[ἀναγνωρίζω] α-να-γνω-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {αναγνώρι-σα | αναγνωρί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, αναγνωρίζ-οντας} 1. ανακαλώ στη μνήμη μου την εικόνα ή τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα προσώπου ή πράγματος που μου είναι γνωστό και επιβεβαιώνω την ταυτότητά του, όταν ξαναέρχομαι σε επαφή με αυτό: Έχεις αλλάξει τελείως και δεν σε ~σα (= θυμήθηκα)! Ο μάρτυρας ~σε (με βεβαιότητα) τον δράστη. Πβ. ταυτοποιώ.|| Το βρέφος μπορεί να ~σει τη φωνή της μητέρας του.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Το μόντεμ δεν μπορεί να ~σει το σήμα της γραμμής. 2. (απο)δέχομαι, παραδέχομαι κάτι θετικό ή αρνητικό: Όλοι ~ουμε την αξία του/ότι έχει πολλά προσόντα. Έχει ~στεί (= καταξιωθεί) ως κορυφαία μορφή στον χώρο της μουσικής.|| Καλό είναι να ~εις (= ομολογείς) τα λάθη σου. ΑΝΤ. αμφισβητώ, αρνούμαι. 3. αποδέχομαι επίσημα κάτι ως νόμιμο, έγκυρο ή υπαρκτό: Δεν έχει ~σει το παιδί του (: την πατρότητα). Έχουν ~στεί (= εντοπιστεί) παγκοσμίως περίπου ογδόντα διαφορετικά είδη κητωδών. ~στηκε το πτυχίο του (βλ. ΔΟΑΤΑΠ). ● ΦΡ.: δεν σε/τον/την/τους αναγνωρίζω (προφ.): για να δηλωθεί δυσαρέσκεια ή κατάπληξη: Τι έχεις πάθει και συμπεριφέρεσαι με αυτόν τον τρόπο; Ειλικρινά, δεν σε ~. ● βλ. αναγνωρισμένος [< αρχ. ἀναγνωρίζω, γαλλ. reconnaître, αγγλ. recognize]
2879αναγνώριση[ἀναγνώριση] α-να-γνώ-ρι-ση ουσ. (θηλ.) 1. επιβεβαίωση, εξακρίβωση, διαπίστωση της ταυτότητας: Δεν ήταν εύκολη η ~ή του (: είχε αλλάξει).|| ~ πτώματος (: από συγγενή). Πβ. ταυτοποίηση.|| (ΣΤΡΑΤ.) Κατασκοπεία και ~ εδάφους. Πβ. ανίχνευση, διερεύνηση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ σφάλματος/χρήστη. Σύνθεση και ~ φωνής. Οπτική ~ χαρακτήρων.|| Κάνω γραμματική/συντακτική ~ (λέξεων).|| (ΦΙΛΟΛ., κυρ. στην αρχαία τραγωδία, μετάβαση από την άγνοια στη γνώση της ταυτότητας ενός προσώπου:) Η σκηνή της ~ης. 2. αποδοχή, παραδοχή της ύπαρξης θετικού ή αρνητικού στοιχείου: ~ του ήθους/της θυσίας/της προσφοράς (βλ. δικαίωση, επιβράβευση). ~ του ταλέντου της από τον κόσμο. Χαίρει (γενικής) ~ης. Καλλιτέχνης με πανελλήνια και διεθνή/καθολική ~ (= καταξίωση). Πβ. απήχηση.|| ~ του προβλήματος. ~ του σφάλματος κάποιου (= ομολογία). 3. επίσημη αποδοχή της νομιμότητας, της εγκυρότητας ή της ύπαρξης: ~ συνταξιοδοτικού δικαιώματος/χρόνου στρατιωτικής υπηρεσίας. ~ τίτλων σπουδών της αλλοδαπής (/ακαδημαϊκή ~). Βλ. ΔΟΑΤΑΠ). ~ κράτους (: από τον ΟΗΕ). ~ ενός επαγγέλματος ως επικίνδυνου και ανθυγιεινού.|| (για παιδιά γεννημένα εκτός γάμου:) Δικαστική/εκούσια ~ της πατρότητας (τέκνου). ● ΣΥΜΠΛ.: αναγνώριση κλήσεων: ΤΗΛΕΠ. υπηρεσία που παρέχεται από τηλεφωνικές εταιρείες η οποία επιτρέπει στον χρήστη που δέχεται την κλήση να βλέπει στην οθόνη τον αριθμό τηλεφώνου του προσώπου που τον καλεί. [< αγγλ. call identification (service), 1969] [< 1: αρχ. ἀναγνώρισις, γαλλ. reconnaisance]
2880αναγνωρίσιμος, η, ο [ἀναγνωρίσιμος] α-να-γνω-ρί-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να αναγνωριστεί, που αναγνωρίζεται εύκολα: ~ος: ήχος/προορισμός. ~η: τεχνοτροπία. ~ο: εμπορικό σήμα/σύμβολο. Πβ. ιδιαίτερος, ξεχωριστός.|| ~η: προσωπικότητα. Επιτυχημένος και ~ (από τον κόσμο). Πβ. διάσημος. ΑΝΤ. αγνώριστος [< γαλλ. reconnaissable]
2881αναγνωρισιμότητα[ἀναγνωρισιμότητα] α-να-γνω-ρι-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του αναγνωρίσιμου: τηλεοπτική ~. Βαθμός ~ας. Η ~ ενός καλλιτέχνη (βλ. διασημότητα, ίματζ). Οργανισμός με διεθνή/μεγάλη/παγκόσμια/υψηλή ~ (πβ. κύρος). ~ του ονόματος ενός προϊόντος (βλ. διαφήμιση). Πβ. αναγνώριση. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. recognizability, γαλλ. reconnaissabilité]
2882αναγνωρισμένος, η, ο [ἀναγνωρισμένος] α-να-γνω-ρι-σμέ-νος επίθ. & (λόγ.) ανεγνωρισμένος 1. ευρύτερα αποδεκτός, γνωστός: ~ος: καλλιτέχνης/συγγραφέας. Επιστήμονας ~ ως αυθεντία/με ~ο κύρος (/~ου κύρους= εγνωσμένου). Πβ. διάσημος, καταξιωμένος. 2. που αναγνωρίζεται η εγκυρότητα, η ισχύς του: ~ος: οργανισμός/φορέας (= εξουσιοδοτημένος, κοινοποιημένος). ~η: προϋπηρεσία. ~α πτυχία αλλοδαπής (= ισότιμα, βλ. ΔΟΑΤΑΠ). Κέντρο σπουδών ~ο από το κράτος. (Μη) ~α δικαιώματα. Πβ. έγκυρος, επικυρωμένος, νόμιμος. 3. (σπανιότ.) που έχει αναγνωριστεί η ταυτότητά του: (μη) ~α σωματίδια. ● ΦΡ.: εγνωσμένης αξίας/εγνωσμένου κύρους βλ. εγνωσμένος ● βλ. αναγνωρίζω [< γαλλ. reconnu]
2883αναγνωριστικός, ή, ό [ἀναγνωριστικός] α-να-γνω-ρι-στι-κός επίθ.: που γίνεται με σκοπό την αναγνώριση, τη συλλογή πληροφοριών: ~ή: έρευνα/κίνηση/μελέτη. ~ό: σήμα.~ά: στοιχεία. Πριν αποφασίσω τι θα αγοράσω, κάνω μια ~ή βόλτα/ρίχνω μια ~ή ματιά στα μαγαζιά (βλ. έρευνα αγοράς). Πβ. διερευνητικός.|| (ΝΟΜ.) ~ή: απόφαση (δικαστηρίου)/πράξη (: για την αναγνώριση της ύπαρξης υποχρέωσης ή δικαιοπραξίας).|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ή: αποστολή/πτήση. ~ό: αεροσκάφος. Βλ. κατασκοπευτικός. ● επίρρ.: αναγνωριστικά ● ΣΥΜΠΛ.: αναγνωριστική αγωγή: ΝΟΜ. με την οποία ο ενάγων ζητά τη δικαστική αναγνώριση ενός δικαιώματος, μιας έννομης σχέσης: αρνητική ~ ~. ~ ~ κυριότητας. Βλ. καταψηφιστική αγωγή. [< μτγν. ἀναγνωριστικός, γαλλ. de reconnaissance]
2884ανάγνωση[ἀνάγνωση] α-νά-γνω-ση ουσ. (θηλ.) 1. αναγνώριση των συμβόλων ενός κειμένου και απόδοσή του μεγαλόφωνα ή σιωπηλά· κατ' επέκτ. το αντικείμενο της ανάγνωσης: άνετη/γρήγορη/δημιουργική/διαγώνια/διακοπτόμενη/επιλεκτική/κάθετη/οριζόντια/παλίνδρομη/προσεκτική ~. ~ της αλληλογραφίας/ενός βιβλίου/της παρτιτούρας/του χάρτη. ~ του Ευαγγελίου (βλ. κήρυγμα)/των οδηγιών (χρήσεως). Κάνω μια πρώτη ~. Δυσκολίες στην ~ και τη γραφή (βλ. α-, δυσ-λεξία). Βλ. παρ~, προ~, φιλαναγνωσία.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Πρόβλημα στην ~ ντιβιντί. Βλ. τηλε~.|| Καλοκαιρινές ~ώσεις (= αναγνώσματα). ~ της απόφασης του δικαστηρίου/του προϋπολογισμού. ΣΥΝ. διάβασμα (1) 2. ερμηνεία, προσέγγιση: επιπόλαιη/κριτική/φιλολογική ~ (ενός έργου).~ πίσω από τις γραμμές. Έργο ανοιχτό σε/που επιδέχεται διαφορετικές/πολλαπλές ~ώσεις.|| Λάθος/προσεκτική ~ ενός γεγονότος/προβλήματος. Η ~ των αποτελεσμάτων (των εκλογών). Από/σε μια πρώτη ~ (της κατάστασης), φαίνεται ότι ... 3. αποκρυπτογράφηση, αποκωδικοποίηση: η ~ της Γραμμικής γραφής Β/του DNA. ● ΦΡ.: μόνο για ανάγνωση: ΠΛΗΡΟΦ. οντότητα που μπορεί να επισκοπήσει ο χρήστης, όχι όμως να τροποποιήσει ή να διαγράψει: αρχείο (: έγγραφο, ιστοσελίδα) ~ ~. Μνήμη ~ ~ (= ROM). [< αρχ. ἀνάγνωσις, γαλλ. lecture]
2885αναγνώσιμος, η, ο [ἀναγνώσιμος] α-να-γνώ-σι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να διαβαστεί και να κατανοηθεί: ~η: γραφή. ~ο: κείμενο. Πβ. ευανάγνωστος, κατανοητός. ΑΝΤ. δυσανάγνωστος [< μεσν. αναγνώσιμος, γαλλ. lisible]
2886αναγνωσιμότητα[ἀναγνωσιμότητα] α-να-γνω-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. το ποσοστό των αναγνωστών ενός εντύπου, το μερίδιο στο (αντίστοιχο) σύνολο αγοράς: εφημερίδα με μεγάλη/υψηλή/χαμηλή ~. Αύξηση της ~ας του περιοδικού. Βλ. ακροαματικ-, θεαματικ-ότητα. 2. η ιδιότητα του αναγνώσιμου. Βλ. κατανοησιμότητα. [< γαλλ. lisibilité]
2887ανάγνωσμα[ἀνάγνωσμα] α-νά-γνω-σμα ουσ. (ουδ.) {αναγνώσμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. κάθε κείμενο, κυρ. λογοτεχνικό, που προορίζεται για διάβασμα: διδακτικό/ιστορικό/κλασικό/λαϊκό/σχολικό/ψυχωφελές ~. Προσφιλή ~ατα. Βλ. βιβλίο. 2. ΕΚΚΛΗΣ. απόσπασμα της Αγίας Γραφής που διαβάζεται κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας: αποστολικό/ευαγγελικό ~. "Εκ του κατά Ματθαίον Αγίου Ευαγγελίου το ~." "Προφητείας Ησαΐου το ~."αναγνώσματα (τα): (παλαιότ.) συλλογή λογοτεχνημάτων: νεοελληνικά/παιδικά ~. ● ΦΡ.: ... το ανάγνωσμα (συχνά ειρων.): για κάτι συνήθ. αρνητικό που γίνεται επανειλημμένα και έχει διάρκεια: (Περί) διαπλοκής/υποκρισίας ~ ~. [< μτγν. ἀνάγνωσμα]
2888αναγνωσμένος, η, ο [ἀναγνωσμένος] α-να-γνω-σμέ-νος επίθ. (συνηθέστ. ΠΛΗΡΟΦ.): που έχει αναγνωσθεί: (Μη) ~α μηνύματα. ● βλ. αναγιγνώσκω
2889αναγνωστήριο[ἀναγνωστήριο] α-να-γνω-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος ή αίθουσα ανάγνωσης και μελέτης σε βιβλιοθήκη ή σχολείο. Πβ. σπουδαστήριο. Βλ. -τήριο. [< μτγν. ἀναγνωστήριον]
2890αναγνώστης[ἀναγνώστης] α-να-γνώ-στης ουσ. (αρσ.) {αναγνωστ-ών} 1. {θηλ. αναγνώστρια}: πρόσωπο που διαβάζει: επαρκής/τακτικός/υποψιασμένος/φανατικός ~. Γράμματα/επιστολές ~ών (: στον Τύπο). Οι ~ες μιας εφημερίδας/μιας ιστοσελίδας/ενός περιοδικού. Κύκλος ~ών. Βλ. -γνώστης, λαθρ~, φιλ~. 2. ΠΛΗΡΟΦ. ηλεκτρονική συσκευή που έχει τη δυνατότητα να λαμβάνει και να αναγνωρίζει δεδομένα: ~ κάρτας. 3. ΕΚΚΛΗΣ. (αξίωμα του κατώτερου κλήρου) βοηθός ιερέα ή ψάλτη που διαβάζει περικοπές της Αγίας Γραφής κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας. Βλ. κανονάρχης. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονικός/ψηφιακός αναγνώστης: ΠΛΗΡΟΦ. ηλεκτρονική φορητή συσκευή σε μορφή επίπεδης οθόνης για την προβολή και ανάγνωση ηλεκτρονικών βιβλίων και εγγράφων. [< αγγλ. e-(book) reader, περ. 2000] , κριτικός αναγνώστης: πρόσωπο που διαβάζει ένα έργο, κυρ. λογοτεχνικό, με κριτικό πνεύμα· ειδικότ. επιστήμονας που ελέγχει την επιστημονική και διδακτική αρτιότητα ενός συγγραφικού έργου: ~ ~ δημοσιευμάτων. Ομάδα ~ών ~ών και ακαδημαϊκών υπευθύνων. Βλ. επιμελητής εκδόσεων. [< αγγλ. critical reader] , οπτικός αναγνώστης: ΠΛΗΡΟΦ. συσκευή, συνήθ. εξάρτημα σκάνερ, που αναγνωρίζει τυπογραφικούς χαρακτήρες και τους μετατρέπει σε αντίστοιχες ψηφιακές πληροφορίες, αναγνωρίσιμες από τον υπολογιστή: ~ ~ δακτυλικών αποτυπωμάτων/δίσκου. [< αγγλ. optical (character) reader, 1962] [< 1,3: μτγν. ἀναγνώστης 2: αγγλ. reader, 1946]
2891αναγνωστικό[ἀναγνωστικό] α-να-γνω-στι-κό ουσ. (ουδ.): σχολικό βιβλίο για τη διδασκαλία της ανάγνωσης σε μαθητές της πρώτης τάξης του Δημοτικού. Βλ. αλφαβητάριο. [< γερμ. Lesebuch]
2892αναγνωστικός, ή, ό [ἀναγνωστικός] α-να-γνω-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ανάγνωση: ~ή: δεξιότητα/δυσκολία/ετοιμότητα (βλ. αναδυόμενος γραμματισμός)/ευχέρεια/ικανότητα/συμπεριφορά. ~ό: βιβλίο (= αναγνωστικό). ~ά: μοντέλα. (ΛΟΓΟΤ.) ~ές θεωρίες (: δίνουν έμφαση στην ~ή διαδικασία και στον ρόλο που διαδραματίζει ο αναγνώστης στην ερμηνεία του κειμένου. Βλ. πρόσληψη)/προτάσεις.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ά: μηχανήματα (= αναγνώστες). ● ΣΥΜΠΛ.: αναγνωστικό κοινό (περιληπτ.): το σύνολο των αναγνωστών: τo ~ ~ μιας εφημερίδας. Βλ. βιβλιόφιλος. [< αρχ. ἀναγνωστικός, αγγλ. reading]
2893αναγνωστικότητα[ἀναγνωστικότητα] α-να-γνω-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): το ποσοστό ανάγνωσης βιβλίων και εντύπων: διαφοροποιήσεις στην ~ ανάλογα με την ηλικία και το επίπεδο εκπαίδευσης. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. readability]
2894αναγομώνω[ἀναγομώνω] α-να-γο-μώ-νω ρ. (μτβ.) {μτχ. αναγομωμένος}: κάνω αναγόμωση. [< γαλλ. recharger, rechaper, 1928]
2895αναγόμωση[ἀναγόμωση] α-να-γό-μω-ση ουσ. (θηλ.) ΤΕΧΝΟΛ. 1. ξαναγέμισμα μηχανισμού, εξαρτήματος ή συσκευής με το απαραίτητο για τη λειτουργία του/της υλικό ή ειδικότ. όπλου με εκρηκτική ύλη: ~ μελανιών/πυροσβεστήρα.|| ~ πυρομαχικών. 2. επάλειψη του ελαστικού της ρόδας τροχοφόρου οχήματος με ειδική ουσία, για να αποκατασταθεί η φθορά του. Βλ. βουλκανισμός, επιμετάλλωση. [< 1: γαλλ. rechargement 2: γαλλ. rechapage, 1928]
2896αναγόρευση[ἀναγόρευση] α-να-γό-ρευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναγορεύω: ~ βασιλιά (ΑΝΤ. καθαίρεση). ~ ενός επιστήμονα/μιας προσωπικότητας σε επίτιμο διδάκτορα του πανεπιστημίου ...|| (μτφ.-ειρων.) ~ του θεάματος σε βασικό τομέα πολιτισμού. [< αρχ. ἀναγόρευσις, γαλλ. nomination, proclamation]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.