| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2886 | αναγνωσιμότητα | [ἀναγνωσιμότητα] α-να-γνω-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. το ποσοστό των αναγνωστών ενός εντύπου, το μερίδιο στο (αντίστοιχο) σύνολο αγοράς: εφημερίδα με μεγάλη/υψηλή/χαμηλή ~. Αύξηση της ~ας του περιοδικού. Βλ. ακροαματικ-, θεαματικ-ότητα. 2. η ιδιότητα του αναγνώσιμου. Βλ. κατανοησιμότητα. [< γαλλ. lisibilité] | |
| 2887 | ανάγνωσμα | [ἀνάγνωσμα] α-νά-γνω-σμα ουσ. (ουδ.) {αναγνώσμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. κάθε κείμενο, κυρ. λογοτεχνικό, που προορίζεται για διάβασμα: διδακτικό/ιστορικό/κλασικό/λαϊκό/σχολικό/ψυχωφελές ~. Προσφιλή ~ατα. Βλ. βιβλίο. 2. ΕΚΚΛΗΣ. απόσπασμα της Αγίας Γραφής που διαβάζεται κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας: αποστολικό/ευαγγελικό ~. "Εκ του κατά Ματθαίον Αγίου Ευαγγελίου το ~." "Προφητείας Ησαΐου το ~." ● αναγνώσματα (τα): (παλαιότ.) συλλογή λογοτεχνημάτων: νεοελληνικά/παιδικά ~. ● ΦΡ.: ... το ανάγνωσμα (συχνά ειρων.): για κάτι συνήθ. αρνητικό που γίνεται επανειλημμένα και έχει διάρκεια: (Περί) διαπλοκής/υποκρισίας ~ ~. [< μτγν. ἀνάγνωσμα] | |
| 2888 | αναγνωσμένος | , η, ο [ἀναγνωσμένος] α-να-γνω-σμέ-νος επίθ. (συνηθέστ. ΠΛΗΡΟΦ.): που έχει αναγνωσθεί: (Μη) ~α μηνύματα. ● βλ. αναγιγνώσκω | |
| 2889 | αναγνωστήριο | [ἀναγνωστήριο] α-να-γνω-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): χώρος ή αίθουσα ανάγνωσης και μελέτης σε βιβλιοθήκη ή σχολείο. Πβ. σπουδαστήριο. Βλ. -τήριο. [< μτγν. ἀναγνωστήριον] | |
| 2890 | αναγνώστης | [ἀναγνώστης] α-να-γνώ-στης ουσ. (αρσ.) {αναγνωστ-ών} 1. {θηλ. αναγνώστρια}: πρόσωπο που διαβάζει: επαρκής/τακτικός/υποψιασμένος/φανατικός ~. Γράμματα/επιστολές ~ών (: στον Τύπο). Οι ~ες μιας εφημερίδας/μιας ιστοσελίδας/ενός περιοδικού. Κύκλος ~ών. Βλ. -γνώστης, λαθρ~, φιλ~. 2. ΠΛΗΡΟΦ. ηλεκτρονική συσκευή που έχει τη δυνατότητα να λαμβάνει και να αναγνωρίζει δεδομένα: ~ κάρτας. 3. ΕΚΚΛΗΣ. (αξίωμα του κατώτερου κλήρου) βοηθός ιερέα ή ψάλτη που διαβάζει περικοπές της Αγίας Γραφής κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας. Βλ. κανονάρχης. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονικός/ψηφιακός αναγνώστης: ΠΛΗΡΟΦ. ηλεκτρονική φορητή συσκευή σε μορφή επίπεδης οθόνης για την προβολή και ανάγνωση ηλεκτρονικών βιβλίων και εγγράφων. [< αγγλ. e-(book) reader, περ. 2000] , κριτικός αναγνώστης: πρόσωπο που διαβάζει ένα έργο, κυρ. λογοτεχνικό, με κριτικό πνεύμα· ειδικότ. επιστήμονας που ελέγχει την επιστημονική και διδακτική αρτιότητα ενός συγγραφικού έργου: ~ ~ δημοσιευμάτων. Ομάδα ~ών ~ών και ακαδημαϊκών υπευθύνων. Βλ. επιμελητής εκδόσεων. [< αγγλ. critical reader] , οπτικός αναγνώστης: ΠΛΗΡΟΦ. συσκευή, συνήθ. εξάρτημα σκάνερ, που αναγνωρίζει τυπογραφικούς χαρακτήρες και τους μετατρέπει σε αντίστοιχες ψηφιακές πληροφορίες, αναγνωρίσιμες από τον υπολογιστή: ~ ~ δακτυλικών αποτυπωμάτων/δίσκου. [< αγγλ. optical (character) reader, 1962] [< 1,3: μτγν. ἀναγνώστης 2: αγγλ. reader, 1946] | |
| 2891 | αναγνωστικό | [ἀναγνωστικό] α-να-γνω-στι-κό ουσ. (ουδ.): σχολικό βιβλίο για τη διδασκαλία της ανάγνωσης σε μαθητές της πρώτης τάξης του Δημοτικού. Βλ. αλφαβητάριο. [< γερμ. Lesebuch] | |
| 2892 | αναγνωστικός | , ή, ό [ἀναγνωστικός] α-να-γνω-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ανάγνωση: ~ή: δεξιότητα/δυσκολία/ετοιμότητα (βλ. αναδυόμενος γραμματισμός)/ευχέρεια/ικανότητα/συμπεριφορά. ~ό: βιβλίο (= αναγνωστικό). ~ά: μοντέλα. (ΛΟΓΟΤ.) ~ές θεωρίες (: δίνουν έμφαση στην ~ή διαδικασία και στον ρόλο που διαδραματίζει ο αναγνώστης στην ερμηνεία του κειμένου. Βλ. πρόσληψη)/προτάσεις.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ά: μηχανήματα (= αναγνώστες). ● ΣΥΜΠΛ.: αναγνωστικό κοινό (περιληπτ.): το σύνολο των αναγνωστών: τo ~ ~ μιας εφημερίδας. Βλ. βιβλιόφιλος. [< αρχ. ἀναγνωστικός, αγγλ. reading] | |
| 2893 | αναγνωστικότητα | [ἀναγνωστικότητα] α-να-γνω-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): το ποσοστό ανάγνωσης βιβλίων και εντύπων: διαφοροποιήσεις στην ~ ανάλογα με την ηλικία και το επίπεδο εκπαίδευσης. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. readability] | |
| 2894 | αναγομώνω | [ἀναγομώνω] α-να-γο-μώ-νω ρ. (μτβ.) {μτχ. αναγομωμένος}: κάνω αναγόμωση. [< γαλλ. recharger, rechaper, 1928] | |
| 2895 | αναγόμωση | [ἀναγόμωση] α-να-γό-μω-ση ουσ. (θηλ.) ΤΕΧΝΟΛ. 1. ξαναγέμισμα μηχανισμού, εξαρτήματος ή συσκευής με το απαραίτητο για τη λειτουργία του/της υλικό ή ειδικότ. όπλου με εκρηκτική ύλη: ~ μελανιών/πυροσβεστήρα.|| ~ πυρομαχικών. 2. επάλειψη του ελαστικού της ρόδας τροχοφόρου οχήματος με ειδική ουσία, για να αποκατασταθεί η φθορά του. Βλ. βουλκανισμός, επιμετάλλωση. [< 1: γαλλ. rechargement 2: γαλλ. rechapage, 1928] | |
| 2896 | αναγόρευση | [ἀναγόρευση] α-να-γό-ρευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναγορεύω: ~ βασιλιά (ΑΝΤ. καθαίρεση). ~ ενός επιστήμονα/μιας προσωπικότητας σε επίτιμο διδάκτορα του πανεπιστημίου ...|| (μτφ.-ειρων.) ~ του θεάματος σε βασικό τομέα πολιτισμού. [< αρχ. ἀναγόρευσις, γαλλ. nomination, proclamation] | |
| 2897 | αναγορεύω | [ἀναγορεύω] α-να-γο-ρεύ-ω ρ. (μτβ.) {αναγόρευ-σε, -τηκε (λόγ.) -θηκε} (λόγ.): απονέμω σε επίσημη τελετή τίτλο ή αξίωμα: ~τηκε βασιλιάς/πρόεδρος (ΑΝΤ. καθαιρώ, παύω). ~τηκε διδάκτορας ορθοδοντικής. Θα ~τεί επίτιμο μέλος του συλλόγου μας.|| (μτφ.-ειρων.) ~εται (= βαφτίζεται) από μόνος του γνώστης των πάντων. ΣΥΝ. ανακηρύσσω (1) [< αρχ. ἀναγορεύω, γαλλ. proclamer] | |
| 2898 | αναγούλα | [ἀναγούλα] α-να-γού-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): τάση για εμετό, ανακατωσούρα· κατ' επέκτ. αίσθημα απέχθειας, αποστροφής: Με πιάνει (μια) ~. Θέαμα/μυρωδιά που μου φέρνει/προκαλεί ~ (: με αναγουλιάζει).|| (μτφ.) Και μόνο που τον βλέπω, μου 'ρχεται ~ (πβ. αηδία, ναυτία). ΣΥΝ. ανακάτεμα (3) | |
| 2899 | αναγουλιάζω | [ἀναγουλιάζω] α-να-γου-λιά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αναγούλιασα} (οικ.): προκαλώ σε κάποιον ή με πιάνει αναγούλα: (μτβ.) Το φαγητό με ~ει. Ο γλοιώδης τρόπος του με ~ει.|| (αμτβ.) Έχω ~σει με αυτά που διαβάζω. ΣΥΝ. αηδιάζω, ανακατεύω (5) | |
| 2900 | ανάγραμμα | [ἀνάγραμμα] α-νά-γραμ-μα ουσ. (ουδ.): ΓΛΩΣΣ. λέξη ή φράση που προκύπτει από αναγραμματισμό, με χρήση κυρ. στην ποίηση, για συγκάλυψη ονομάτων ή μηνυμάτων και δημιουργία ψευδωνύμων ή τίτλων έργων (λ.χ. πολίτες-οπλίτες). [< γαλλ. anagramme, αγγλ. anagram] | |
| 2901 | αναγραμματισμός | [ἀναγραμματισμός] α-να-γραμ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΓΛΩΣΣ. σχηματισμός νέας λέξης ή φράσης με αλλαγή της σειράς των γραμμάτων ή των συλλαβών της αρχικής (π.χ. φαλάκρα-φαράκλα-καράφλα). Βλ. καρκινική λέξη. [< μτγν. ἀναγραμματισμός, γαλλ. anagrammatisme, αγγλ. anagrammatism] | |
| 2902 | αναγραφή | [ἀναγραφή] α-να-γρα-φή ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναγράφω: ~ της διεύθυνσης και του ονόματος στον φάκελο. Υποχρεωτική ~ της τιμής πώλησης (στα προϊόντα). Πβ. εγ-, κατα-γραφή.|| Βιβλιογραφική ~. ~ δημοσιευμάτων (βλ. εργογραφία). Πβ. καταχώριση. [< αρχ. ἀναγραφή, γαλλ. inscription] | |
| 2903 | αναγράφω | [ἀναγράφω] α-να-γρά-φω ρ. (μτβ.) {ανέγραψε, αναγράφ(τ)ηκε (λόγ.) ανεγράφη, αναγραφ-όμενος, ανα(γε)γραμμένος} (επίσ.): γράφω κάτι με εμφανή γράμματα ή σύμβολα σε μία επιφάνεια· γενικότ. καταγράφω, καταχωρίζω: Η ημερομηνία λήξης του προϊόντος ~εται (= σημειώνεται) στη συσκευασία. Στο πρόγραμμα ~ονται τα ονόματα των συντελεστών. ~όμενα: ποσά/στοιχεία. Αναγεγραμμένη ημερομηνία λήξης. [< αρχ. ἀναγράφω, γαλλ. inscrire] | |
| 2904 | ανάγω | [ἀνάγω] α-νά-γω ρ. (μτβ.) {αόρ. ανήγαγε, ανάγεται, (λόγ.) ανήχθη, αναγ-όμενος} 1. (απαιτ. λεξιλόγ.) αποδίδω κάτι σε συγκεκριμένη αιτία: Όλα ~ονται στην αδιαλλαξία τους. 2. (επιστ.) μετατρέπω σε κάτι ισοδύναμο: ~ καθαρό ποσό σε ακαθάριστο. Πβ. μετασχηματίζω. ● Παθ.: ανάγεται 1. χρονολογείται, τοποθετείται χρονικά, υπάγεται: Έθιμο που ~ σε περασμένους αιώνες.|| Θέμα ~όμενο στη δικαιοδοσία ... 2. (σπάν.) μετατρέπεται, μεταβάλλεται, εξελίσσεται: Η υπόθεση έχει περιπλακεί τόσο που ανήχθη σε μείζον ζήτημα (= αναδείχτηκε σε). ● ΦΡ.: ανάγω (κάτι) σε επιστήμη (αρνητ. συνυποδ.-ειρων.): διενεργώ κάτι συστηματικά και μεθοδικά: Ανήγαγε (= μετέτρεψε)/έχει αναγάγει τις απάτες ~. [< αρχ. ἀνάγω, γαλλ. réduire] | |
| 2905 | αναγωγή | [ἀναγωγή] α-να-γω-γή ουσ. (θηλ.) 1. (επιστ.) μετατροπή σε κάτι ισοδύναμο: ~ της βαθμολογίας στην εικοσάβαθμη κλίμακα. Κάνω ~ (= ανάγω).|| (ΦΙΛΟΣ.) Επιστημονική/οντολογική ~. 2. (απαιτ. λεξιλόγ.) απόδοση σε συγκεκριμένη αιτία: ~ του προβλήματος σε εξωτερικούς παράγοντες. Ας μη βιαστούμε να κάνουμε ~ές (= να βγάλουμε συμπεράσματα)! 3. χρονική τοποθέτηση: ιστορική ~. ~ στο παρελθόν. 4. ΜΑΘ. εξεύρεση της τιμής μιας μονάδας από την τιμή μιας άλλης: ~ ομοίων όρων. ~ σε βαθμούς Κελσίου/σε κλίμακα .../στη μονάδα. Πολυωνυμικές ~ές. 5. ΧΗΜ. (αλγεβρική) μείωση του αριθμού οξειδώσεως: αντίδραση ~ής. ~ του καταλύτη/οξειδίων (= οξειδο~, οξείδωση). Διαδοχικές ~ές. 6. ΙΑΤΡ. αιφνίδια και ακούσια έξοδος από το στόμα μικρής ποσότητας γαστρικού υγρού ανάμεικτου με τροφή: μεταγευματική ~. Πβ. εμετός, παλινδρόμηση. Βλ. ερυγή, ρέψιμο. [< αρχ. ἀναγωγή, γαλλ. réduction] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ