| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37781 | παίχτης | βλ. παίκτης, παίκτρια | |
| 37782 | παιχτρόνι | παι-χτρό-νι ουσ. (ουδ.) & παικτρόνι & παιχτούρα & παικτούρα (η) & παιχτούρας & παικτούρας (ο) (αθλητική αργκό-επιτατ.): σπουδαίος παίκτης. Πβ. παικταράς. | |
| 37783 | παιώνια | παι-ώ-νι-α ουσ. (θηλ.) & παιωνία: ΒΟΤ. πολυετές, ποώδες ή θαμνώδες, καλλωπιστικό φυτό της Ευρώπης, της Ασίας και της Βόρειας Αμερικής (γένος Paeonia, οικογ. Paeoniaceae) με μεγάλα (μονά ή διπλά) κόκκινα, ροζ ή άσπρα άνθη. [< μτγν. παιωνία < Παιάν & Παιών ‘ιατρός των θεών’, αγγλ. peony, γαλλ. pivoine, γερμ. Päonie] | |
| 37784 | πακετάρισμα | πα-κε-τά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) 1. τύλιγμα, συσκευασία σε πακέτο: ~ βαλίτσας/δώρων/ρούχων. Πβ. αμπαλάρισμα, εγκιβωτισμός. 2. ΠΛΗΡΟΦ. αποθήκευση δεδομένων σε συμπιεσμένη μορφή: ~ αρχείων. Βλ. -ισμα. [< 1: γαλλ. paquetage] | |
| 37785 | πακετάρω | πα-κε-τά-ρω ρ. (μτβ.) {πακετάρι-σα, πακεταρί-στηκε, -σμένος} 1. συσκευάζω κάτι σε πακέτο: ~ τα πράγματά/τις βαλίτσες μου (: τις φτιάχνω). ~σμένα: προϊόντα/τρόφιμα. Πβ. αμπαλάρω, εγκιβωτίζω, τυλίγω. 2. ΠΛΗΡΟΦ. αποθηκεύω δεδομένα σε συμπιεσμένη μορφή με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι δυνατή η επαναφορά τους στην αρχική μορφή. Πβ. ζιπάρω. [< 1: γαλλ. paqueter] | |
| 37786 | πακέτο | πα-κέ-το ουσ. (ουδ.) 1. τυποποιημένη συσκευασία, συνήθ. με τη μορφή μικρού χάρτινου κουτιού: ένα ~ ζάχαρη/καφέ/μακαρόνια/ρύζι/τσίχλες/χαρτοπετσέτες. Βλ. αρμαθιά, δεμάτι, δεσμίδα, πάκο.|| (συνεκδ.) Καπνίζει δύο ~α (ενν. τσιγάρα) τη μέρα. 2. ένα ή περισσότερα αντικείμενα τυλιγμένα με χαρτί και δεμένα με σπάγγο, για μεταφορά ή ταχυδρομική αποστολή: Παρέλαβε ένα (βαρύ/συστημένο) ~. Άνοιξε/ξετύλιξε το ~. (προφ.) Κάν' τα (ένα) ~ (= πακετάρισέ τα)! Πβ. δέμα. 3. (μτφ.) σύνολο στοιχείων που συνδέονται μεταξύ τους, δέσμη: ασφαλιστικό/διαφημιστικό/ενημερωτικό/επαγγελματικό/επιχειρηματικό/οικονομικό/φορολογικό ~. Διαθέσιμο/οικογενειακό/πλήρες/φοιτητικό/φτηνό ~ υπηρεσιών. ~ διακοπών (= ταξιδιωτικό/τουριστικό ~)/εργασίας/μετοχών/πληροφοριών/προσφοράς/στήριξης. Διδακτικά ~α (: βιβλία μαθητή, βιβλία εκπαιδευτικού, τετράδια εργασιών). Ανακοινώθηκε/εγκρίθηκε ~ αλλαγών. Προωθείται νέο ~ μέτρων. Προσφέρεται ανταγωνιστικό ~ αποδοχών/αποζημίωσης.|| Συνδρομητικό ~. ~ καρτοκινητής/σταθερής τηλεφωνίας (και ίντερνετ)/χρόνου ομιλίας.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ λογισμικού/μηνύματος.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Λύση-~ (: για πολλά προβλήματα, συνολική). 4. (αργκό) κάτι δύσκολο, ζόρικο: Μεγάλο ~ ο στρατός! ΣΥΝ. αγγούρι (2), ζόρι (2), μανίκι (2), παλούκι (2) ● Υποκ.: πακετάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: φαγητό σε πακέτο: έτοιμο φαγητό που παραγγέλνει ή παίρνει κάποιος από εστιατόριο. Πβ. ντελίβερι. [< αγγλ. take-away (food), 1964] ● ΦΡ.: έφαγα πακέτο (νεαν. αργκό): ταλαιπωρήθηκα· απέτυχα. Πβ. έφαγα ήττα., έχει το πακέτο (νεαν. αργκό): συνδυάζει όλα τα απαραίτητα προσόντα, συνήθ. για μια δουλειά: Ετοιμόλογη, δυναμική, ~ ~., πάει πακέτο με κάποιον/κάτι (προφ.) 1. (για πρόσ.) εμφανίζεται μαζί, έχει στενή σχέση, ταιριάζει σαν χαρακτήρας με κάποιον: Αυτοί (οι δυο) πάνε ~. 2. συμβαδίζει: Η ωριμότητα δεν πάει πάντα ~ με την ηλικία. [< 1,2: ιταλ. pacchetto, γαλλ. paquet 3: αγγλ. package, 1931, γαλλ. ~, 1965] | |
| 37787 | πακετοποίηση | πα-κε-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): συσκευασία υλικών ή κατανομή σε πακέτα για διευκόλυνση του χειρισμού ή/και της αποθήκευσής τους: ~ παραγγελιών.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ περιεχομένου (: συγκέντρωση δεδομένων για την ενιαία μεταφορά τους).|| (μτφ.) Για τα εθνικά ζητήματα δεν μπορεί να γίνει ~ διαφορετικών θεμάτων (= συμψηφισμός). Βλ. -ποίηση. | |
| 37788 | πακιστανικός | , ή, ό πα-κι-στα-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το Πακιστάν ή/και τους Πακιστανούς. ● Ουσ.: Πακιστανικά (τα) & (επίσ.) Πακιστανική (η): η πακιστανική γλώσσα. | |
| 37789 | Πακιστανός, Πακιστανή | Πα-κι-στα-νός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στο Πακιστάν ή κατάγεται από αυτό ή έχει αποκτήσει την πακιστανική υπηκοότητα. | |
| 37790 | πάκο | πά-κο ουσ. (ουδ.) & πάκος (ο) 1. μεγάλο πακέτο: ένα ~ μακαρόνια. Πβ. κουτί, κούτα. 2. δεσμίδα: ένα ~ εισιτήρια/χαρτιά/χαρτονομίσματα. 3. σωρός: ένα ~ βιβλία. Πβ. ντάνα, στοίβα. [< ιταλ. pacco] | |
| 37791 | πακτωλός | πα-κτω-λός ουσ. (αρσ.): πλούσια, αστείρευτη πηγή αγαθών· αφθονία: ~ κερδών/κεφαλαίων. ~ χρημάτων για την ενίσχυση της αγοράς. [< αρχ. Πακτωλός, ποταμός της Λυδίας, γαλλ. pactole] | |
| 37792 | πακτώνω | πα-κτώ-νω ρ. (μτβ.) {πάκτω-σα, πακτώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος, κυρ. στη μτχ.}: στερεώνω κάτι καλά, συνήθ. στο έδαφος ή σε τοίχο: ~μένη: βάση/δοκός (πβ. φυτευτός). [< αρχ. πακτῶ] | |
| 37793 | πάκτωση | πά-κτω-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) πάκτωμα (το): στερέωση αντικειμένου συνήθ. σε έδαφος ή τοίχο: βάσεις ~ης. [< μτγν. πάκτωσις] | |
| 37794 | παλ | επίθ. {άκλ.}: (για χρώμα) απαλό, άτονο, αχνό: μακιγιάζ/ρούχα σε ~ αποχρώσεις.|| (ως ουσ.) Σου πηγαίνουν τα ~. Πβ. παστέλ. [< γαλλ. pâle] | |
| 37795 | παλ- | βλ. παν- | |
| 37796 | πάλα | πά-λα ουσ. (θηλ.): κυρτό και πλατύ σπαθί ανατολικής προέλευσης με σταυροειδή λαβή. Πβ. γιαταγάνι, χαντζάρι. [< τουρκ. pala] | |
| 37797 | παλαβιάρης | , α, ικο πα-λα-βιά-ρης επίθ./ουσ. (προφ.-συχνά ειρων.): (για πρόσ.) παλαβός. Βλ. -ιάρης. ΣΥΝ. τρελάρας, τρελάρα | |
| 37798 | παλαβιάρικος | , η, ο πα-λα-βιά-ρι-κος επίθ. (προφ.-ειρων.): που αναφέρεται στον παλαβιάρη. | |
| 37799 | παλαβός | , ή, ό πα-λα-βός επίθ. (προφ.): τρελός: (για πρόσ.) Είναι εντελώς ~. Πβ. ανισόρροπος, παλαβιάρης, παρλιακός.|| ~ή: ιδέα/ιστορία/κατάσταση.|| ~ή: απόφαση/οδήγηση (= επικίνδυνη, παράτολμη). ΣΥΝ. ζουρλός, μουρλός (1) ● Ουσ.: παλαβά (τα): ανόητη, επιπόλαιη, χαζή πράξη ή συμπεριφορά: Άρχισε/κάνει τα ~ του! ● επίρρ.: παλαβά ● ΦΡ.: κάνω σαν παλαβός/τρελός για κάποιον/κάτι: μου αρέσει κάποιος/κάτι πάρα πολύ., το παίζω παλαβός & κάνω τον παλαβό: κάνω τον τρελό, για να απαλλαγώ από τις υποχρεώσεις μου., το ρίχνω στην παλαβή & κάνω την παλαβή: προσποιούμαι τον αδιάφορο, τον ανήξερο ή τον αφελή· κάνω ότι δεν καταλαβαίνω ή ότι δεν με ενδιαφέρει κάτι., τρέχω σαν παλαβός/τρελός 1. (μτφ.) κινούμαι με γρήγορους ρυθμούς, για να πετύχω κάτι. 2. οδηγώ πολύ γρήγορα και συνήθ. απρόσεχτα., γίνεται της τρελής/μουρλής/παλαβής βλ. τρελός, είμαι τρελός/ζουρλός και παλαβός με/για κάποιον/κάτι βλ. τρελός [< μεσν. παλαβός] | |
| 37800 | παλαβωμάρα | πα-λα-βω-μά-ρα ουσ. (θηλ.) & (συχνότ.) παλαβομάρα (προφ.): παραφροσύνη, έλλειψη σύνεσης∙ (συνεκδ., συνήθ. στον πληθ.) ανόητος λόγος, απερίσκεπτη, επιπόλαια πράξη ή συμπεριφορά: Πού και πού τον πιάνει η ~ του και δεν ξέρει τι κάνει.|| Μα τι ~ες κάνεις/λες! ΣΥΝ. ζούρλα, ζούρλια, λωλάδα & λολάδα, παραλογισμός, τρέλα (2), τρελαμάρα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ