Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [38400-38420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
37801παλαβώνωπα-λα-βώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {παλάβω-σα, -μένος} (προφ.) 1. τρελαίνομαι: Τι έπαθε αυτός και κάνει έτσι; ~σε; 2. τρελαίνω κάποιον: Θα μας ~σεις με αυτά που λες! ΣΥΝ. αλαλιάζω, ζουρλαίνω (1), λωλαίνω & λολαίνω, μουρλαίνω (1)
37802παλάγκοπα-λά-γκο ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. σύστημα τροχαλιών για τη μεταφορά (κυρ. ανύψωση) φορτίων συνήθ. σε πλοία. Πβ. βαρούλκο, πολύσπαστο, σύσπαστο. [< ιταλ. palancο]
37803πάλαιπά-λαι επίρρ. (αρχαιοπρ.): προ πολλού, τα παλιά χρόνια. ● ΦΡ.: πάλαι ποτέ: κάποτε, στο παρελθόν: Το ~ ~ ισχυρό κόμμα. Ο ~ ~ μεγιστάνας. [< αρχ. πάλαι]
37804Παλαιά Διαθήκηβλ. Διαθήκη
37805παλαιικός, ή, ό πα-λαι-ι-κός επίθ. (σπάν.-λόγ.): που ανήκει στο παρελθόν: ~ό: σπίτι. ~ά: κρεβάτια. ΑΝΤ. μοντέρνος (1)
37806παλαίμαχος, η, ο πα-λαί-μα-χος επίθ. ΣΥΝ. βετεράνος 1. (μτφ.) τιμητικός χαρακτηρισμός ανθρώπου με πολύ μεγάλη και πολύχρονη πείρα σε κάποιον τομέα: ~ος: αθλητής/δημοσιογράφος/παίκτης/ποδοσφαιριστής/πολιτικός.|| (ως ουσ.) Οι ~οι της ομάδας. Πβ. παλιά καραβάνα. 2. παλιός και πεπειραμένος πολεμιστής: ~ος: αγωνιστής. Πβ. μπαρουτοκαπνισμένος. Βλ. -μαχος.
37807παλαιο-& παλαιό- (λόγ.) α' συνθετικό λέξεων με αναφορά σε 1. παλαιότερη χρονολογική περίοδο: (για επιστ. τομείς) Παλαιο-ανθρωπολογία.|| Παλαιο-γεωγραφία.|| Παλαιό-καινο. Παλαιο-ζωικός (βλ. αρχαιο-).|| Παλαιο-ανακτορικός/~λιθικός (βλ. νεο-). Βλ. μεσο-. 2. συντηρητικές επιλογές, αναχρονιστικές τάσεις: παλαιο-κομματικός. ΣΥΝ. παλιο- & παλιό- (2) 3. μεταχειρισμένα αντικείμενα: παλαιο-βιβλιοπωλείο. Παλαιο-πώλης.
37808παλαιοανακτορικός, ή, ό πα-λαι-ο-α-να-κτο-ρι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: παλαιοανακτορική εποχή/περίοδος: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. η περίοδος του Μινωικού Πολιτισμού (περ. 1900 π.Χ. - 1700 π.Χ.) κατά την οποία χτίστηκαν τα πρώτα ανάκτορα και η οποία έληξε με ισχυρότατο σεισμό που προκάλεσε την καταστροφή των περισσοτέρων από αυτά. Βλ. μετανακτορικός.
37809παλαιοανθρωπολογίαπα-λαι-ο-αν-θρω-πο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΑΝΘΡΩΠ. κλάδος που μελετά τα απολιθώματα των ανθρωποειδών, με στόχο τη συναγωγή συμπερασμάτων για την καταγωγή και την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους. [< γαλλ. paléoanthropologie, αγγλ. palaeoanthropology, 1916]
37810παλαιοβιβλιοπωλείο[παλαιοβιβλιοπωλεῖο] πα-λαι-ο-βι-βλι-ο-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα πώλησης παλιών ή/και μεταχειρισμένων βιβλίων. [< γερμ. Antiquariatsbuchhandlung]
37811παλαιοβοτανικήπα-λαι-ο-βο-τα-νι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Π): ΒΟΤ. -ΠΑΛΑΙΟΝΤ. κλάδος που μελετά τα απολιθώματα των φυτών με σκοπό την ανασύσταση του παλαιοπεριβάλλοντος μιας περιοχής. Βλ. παλαιοζωολογία. [< γαλλ. paléobotanique, 1900, αγγλ. palaeobotany]
37812παλαιογενής, ής, ές πα-λαι-ο-γε-νής επίθ.: ΓΕΩΛ. που σχετίζεται με το Παλαιογενές: ~ή: πετρώματα. ~είς: σχηματισμοί. Βλ. νεογενής. ● Ουσ.: Παλαιογενές (το): η περίοδος του Τριτογενούς πριν από το Νεογενές, που περιλαμβάνει το Παλαιόκαινο, το Ηώκαινο και το Ολιγόκαινο. [< γαλλ. paléogène, αγγλ. palaeogene] [< αρχ. παλαιογενής 'παλαιός']
37813παλαιογεωγραφίαπα-λαι-ο-γε-ω-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΓΡ. κλάδος της γεωγραφίας που ασχολείται με την περιγραφή της Γης σε κάθε γεωλογική περίοδο. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. paléogéographie, αγγλ. palaeogeography]
37814παλαιογεωγραφικός, ή, ό πα-λαι-ο-γε-ω-γρα-φι-κός επίθ.: ΓΕΩΓΡ. που σχετίζεται με την παλαιογεωγραφία ή χρησιμοποιείται σε αυτήν: ~ός: χάρτης. ~ή: εξέλιξη (ενός χώρου/μιας περιοχής). ~ές: συνθήκες. [< γαλλ. paléogéographique, αγγλ. paleogeographic(al)]
37815παλαιογραφίαπα-λαι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΛ. επιστημονικός κλάδος που μελετά την ιστορία των συστημάτων και των υλικών γραφής και στοχεύει στην ανάγνωση, τη χρονολόγηση και τον προσδιορισμό της προέλευσης των χειρογράφων παλαιότερων εποχών. Βλ. -γραφία, επιγραφική, παπυρολογία. [< γαλλ. paléographie, αγγλ. palaeography]
37816παλαιογραφικός, ή, ό πα-λαι-ο-γρα-φι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΛ. που σχετίζεται με την παλαιογραφία: ~ό: αρχείο. [< γαλλ. paléographique, αγγλ. palaeographic(al)]
37817παλαιογράφοςπα-λαι-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): φιλόλογος ειδικευμένος στην παλαιογραφία. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. paléographe, αγγλ. palaeographer]
37818παλαιοελλαδίτηςπα-λαι-ο-ελ-λα-δί-της ουσ. (αρσ.) , παλαιοελλαδίτισσα (η) & παλιοελλαδίτης, παλιοελλαδίτισσα (η): ο καταγόμενος από την Παλαιά Ελλάδα, δηλ. την Πελοπόννησο ή τη Στερεά Ελλάδα, τις πρώτες περιοχές που αποτέλεσαν, μετά την Επανάσταση του 1821, την επικράτεια του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Βλ. -ίτης1.
37819παλαιοζωικός, ή, ό πα-λαι-ο-ζω-ι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: παλαιοζωικός αιώνας: ΓΕΩΛ. ένας από τους τρεις γεωλογικούς αιώνες (περ. 600 ως 245 εκατομμύρια χρόνια πριν) που έληξε με την επικράτηση των ερπετών στην ξηρά. Βλ. κάμβριο, μεσο-, καινο-ζωικός, πέρμιο. ΣΥΝ. Πρωτογενές [< γαλλ. ère paléozoïque, αγγλ. palaeozoic era]
37820παλαιοζωολογίαπα-λαι-ο-ζω-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Π): ΖΩΟΛ. -ΠΑΛΑΙΟΝΤ. κλάδος που μελετά τους ζωικούς οργανισμούς που έχουν εκλείψει βάσει των απολιθωμάτων τους. Βλ. παλαιοβοτανική. ΣΥΝ. αρχαιοζωολογία [< γαλλ. paléozoologie, αγγλ. palaeozoology]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.