| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37826 | παλαιοκομματικός | , ή, ό επίθ.: ΠΟΛΙΤ. (μειωτ.) που σχετίζεται με τον παλαιοκομματισμό: ~ό: κατεστημένο. ~ές: αντιλήψεις/μέθοδοι/πρακτικές. ● Ουσ.: παλαιοκομματικός (ο): υποστηρικτής του παλαιοκομματισμού. | |
| 37827 | παλαιοκομματισμός | πα-λαι-ο-κομ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. αναχρονιστικό πολιτικό κατεστημένο που χαρακτηρίζεται από λαϊκισμό και πελατειακές σχέσεις. Βλ. δημαγωγία, ρουσφέτι, -ισμός. | |
| 37828 | παλαιολιθικός | , ή, ό πα-λαι-ο-λι-θι-κός επίθ. 1. ΑΡΧΑΙΟΛ. που ανήκει στην παλαιολιθική εποχή ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: άνθρωπος/οικισμός/πολιτισμός. ~ά: εργαλεία/ευρήματα. Βλ. μεσο-, νεο-, χαλκο-λιθικός. 2. (μτφ.-μειωτ.) απαρχαιωμένος, παρωχημένος: ~ές: αντιλήψεις/απόψεις. Πβ. παλιός, πεπαλαιωμένος, πρωτόγονος. ● ΣΥΜΠΛ.: παλαιολιθική εποχή/περίοδος: ΙΣΤ. πρώτη περίοδος της προϊστορίας (περ. πριν από 2,5 εκατομμύρια χρόνια ως το 6.500 π.Χ.) με κύρια χαρακτηριστικά την εμφάνιση λίθινων εργαλείων και τη ζωή του κυνηγού-τροφοσυλλέκτη: κατώτερη/μέση/νεότερη ~ ~. [< γαλλ. paléolithique, αγγλ. pal(a)eolithic] | |
| 37829 | παλαιομαγνητισμός | πα-λαι-ο-μα-γνη-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΦ. μελέτη των αλλαγών στην ένταση και τον προσανατολισμό του γήινου μαγνητικού πεδίου κατά τη διάρκεια των διαφόρων γεωλογικών περιόδων. Βλ. γεωμαγνητισμός, -ισμός. [< γαλλ. paléomagnétisme, περ. 1950, αγγλ. pal(a)eomagnetism] | |
| 37830 | παλαιομοδίτικος | , η, ο βλ. παλιομοδίτικος | |
| 37831 | παλαιοντολογία | πα-λαι-ο-ντο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΠΑΛΑΙΟΝΤ. επιστήμη που μελετά την ιστορία εμφάνισης και ανάπτυξης των ζωντανών οργανισμών κατά τους γεωλογικούς χρόνους με βάση τα απολιθώματά τους. Βλ. -λογία, μικρο~. [< γαλλ. paléontologie, αγγλ. pal(a)eontology] | |
| 37832 | παλαιοντολογικός | , ή, ό πα-λαι-ο-ντο-λο-γι-κός επίθ.: ΠΑΛΑΙΟΝΤ. που σχετίζεται με την παλαιοντολογία: ~ή: συλλογή. ~ές: ανασκαφές/έρευνες. ~ά: ευρήματα. [< γαλλ. paléontologique, αγγλ. pal(a)eontologic(al)] | |
| 37833 | παλαιοντολόγος | πα-λαι-ο-ντο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με ειδίκευση στην παλαιοντολογία. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. paléontologue, αγγλ. pal(a)eontologist] | |
| 37834 | παλαιοοικολογία | πα-λαι-ο-οι-κο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΛ. κλάδος που μελετά την αλληλεπίδραση των προϊστορικών μορφών ζωής με το περιβάλλον τους. [< γαλλ. paléoécologie, 1953] | |
| 37835 | παλαιοπαθολογία | πα-λαι-ο-πα-θο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επιστήμη που μελετά τα παλαιοντολογικά και προϊστορικά ευρήματα των νόσων κυρ. σε απολιθώματα ανθρώπων. [< αγγλ. paleopathology, γαλλ. paléopathologie] | |
| 37836 | παλαιοπεριβάλλον | πα-λαι-ο-πε-ρι-βάλ-λον ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΛ. το περιβάλλον μιας περιοχής σε συγκεκριμένη περίοδο του παρελθόντος. [< αγγλ. paleoenvironment, 1957] | |
| 37837 | παλαιοπωλείο | [παλαιοπωλεῖο] πα-λαι-ο-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα πώλησης παλαιών ή/και μεταχειρισμένων αντικειμένων, συνήθ. βιβλίων, επίπλων, έργων τέχνης. Βλ. γιουσουρούμ, παλιατζίδικο, -πωλείο. [< γερμ. Althandel] | |
| 37838 | παλαιοπώλης | πα-λαι-ο-πώ-λης ουσ. (αρσ.): έμπορος παλαιών ή/και μεταχειρισμένων αντικειμένων. Βλ. παλιατζής, -πώλης. [< γερμ Althändler] | |
| 37839 | παλαιός | , ά, ο πα-λαι-ός επίθ. {παλαιότ-ερος, -ατος} (λόγ.): παλιός: (σε όνομα συνήθ. Δήμου που προϋπήρχε του ομώνυμου σύγχρονου:) ~ό Φάληρο/Ψυχικό (: σε αντιδιαστολή προς το Νέο). ● επίρρ.: παλαιά {παλαιότερα} ● ΣΥΜΠΛ.: Παλαιά Διαθήκη βλ. διαθήκη, παλαιός αιγιαλός βλ. αιγιαλός, Παλαιός Κόσμος βλ. κόσμος, παλιά/παλαιά φρουρά βλ. φρουρά ● ΦΡ.: είναι παλαιών/αυστηρών αρχών: είναι συντηρητικός. Πβ. πουριτανός., σε παλαιότερες εποχές (λόγ.) & σε παλιότερες εποχές: πολύ παλιά: Οι άνθρωποι που έζησαν ~ ~, ..., παλαιάς/παλιάς κοπής βλ. κοπή [< αρχ. παλαιός] | |
| 37840 | παλαιότητα | πα-λαι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του παλαιού: η ~ των εγκαταστάσεων/του εξοπλισμού/του κτιρίου/της μηχανής. Συντελεστές ~ας ακινήτων/κτισμάτων. Βεβαίωση ~ας αυτοκινήτου. Είναι η δεύτερη κατά σειρά ~ας/σε ~ εκκλησία της περιοχής. Μοριοδοτείται η ~ του πτυχίου και της προϋπηρεσίας (πβ. αρχαιότητα). Το δίκτυο ύδρευσης υπέστη ζημιές λόγω ~ας. Βλ. -ότητα. [< αρχ. παλαιότης] | |
| 37841 | παλαίουρας | πα-λαί-ου-ρας ουσ. (αρσ.) & πάλιουρας: (στρατ. αργκό) φαντάρος που σύντομα απολύεται. Πβ. λέουρας. ΣΥΝ. παλιοσειρά (1) | |
| 37842 | παλαιοχριστιανικός | , ή, ό πα-λαι-ο-χρι-στια-νι-κός επίθ. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. 1. πρωτοβυζαντινός: ~ή: βασιλική. 2. που σχετίζεται με τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες: ~ές: κατακόμβες. ΣΥΝ. πρωτοχριστιανικός ● ΣΥΜΠΛ.: πρωτοβυζαντινή/παλαιοχριστιανική εποχή/περίοδος βλ. πρωτοβυζαντινός [< πβ. γαλλ. paléochrétien, 1953, αγγλ. palaeo-christian] | |
| 37843 | παλαιστής | πα-λαι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. παλαίστρια}: ΑΘΛ. αθλητής της πάλης. Βλ. πυγμάχος. [< αρχ. παλαιστής] | |
| 37844 | παλαιστικός | , ή, ό πα-λαι-στι-κός επίθ.: ΑΘΛ. που σχετίζεται με την πάλη ή/και τον παλαιστή: ~ός: σύλλογος. ~οί: αγώνες. [< αρχ. παλαιστικός] | |
| 37845 | παλαιστινιακός | , ή, ό πα-λαι-στι-νι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Παλαιστίνη ή/και τους Παλαιστίνιους. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ