Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [38440-38460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
37841παλαίουραςπα-λαί-ου-ρας ουσ. (αρσ.) & πάλιουρας: (στρατ. αργκό) φαντάρος που σύντομα απολύεται. Πβ. λέουρας. ΣΥΝ. παλιοσειρά (1)
37842παλαιοχριστιανικός, ή, ό πα-λαι-ο-χρι-στια-νι-κός επίθ. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. 1. πρωτοβυζαντινός: ~ή: βασιλική. 2. που σχετίζεται με τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες: ~ές: κατακόμβες. ΣΥΝ. πρωτοχριστιανικός ● ΣΥΜΠΛ.: πρωτοβυζαντινή/παλαιοχριστιανική εποχή/περίοδος βλ. πρωτοβυζαντινός [< πβ. γαλλ. paléochrétien, 1953, αγγλ. palaeo-christian]
37843παλαιστήςπα-λαι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. παλαίστρια}: ΑΘΛ. αθλητής της πάλης. Βλ. πυγμάχος. [< αρχ. παλαιστής]
37844παλαιστικός, ή, ό πα-λαι-στι-κός επίθ.: ΑΘΛ. που σχετίζεται με την πάλη ή/και τον παλαιστή: ~ός: σύλλογος. ~οί: αγώνες. [< αρχ. παλαιστικός]
37845παλαιστινιακός, ή, ό πα-λαι-στι-νι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Παλαιστίνη ή/και τους Παλαιστίνιους.
37846Παλαιστίνιος, ΠαλαιστίνιαΠα-λαι-στί-νι-ος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Παλαιστίνη ή κατάγεται από αυτήν ή έχει αποκτήσει την παλαιστινιακή υπηκοότητα.
37847παλαίστραπα-λαί-στρα ουσ. (θηλ.) 1. ΑΘΛ. χώρος κατάλληλος για τη διεξαγωγή του αθλήματος της πάλης. 2. (μτφ.) πεδίο αναμέτρησης, ανταγωνισμού: πολιτική ~. Πβ. αρένα, κονίστρα, ρινγκ, στίβος, τερέν. [< αρχ. παλαίστρα]
37848παλαίτυποπα-λαί-τυ-πο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΠΑΛΑΙΟΓΡ. κάθε βιβλίο που έχει τυπωθεί από το 1501 έως το 1600. Βλ. αρχέτυπο, -τυπος2.
37849παλαίφατος, η/ος, ο πα-λαί-φα-τος επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. φημισμένος: η ~ Ιερά Μονή .... ● ΣΥΜΠΛ.: Πρεσβυγενή/Παλαίφατα Πατριαρχεία βλ. πατριαρχείο [< αρχ. παλαίφατος]
37850παλαιώνωπα-λαι-ώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παλαίω-σα, παλαιώ-θηκε, -μένος, παλαιών-οντας}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. διατηρώ για πολύ χρόνο κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, συνήθ. κρασί ή άλλα οινοπνευματώδη ποτά και σπανιότ. τρόφιμα ή πούρα, με σκοπό τη βελτίωση της γεύσης και του αρώματός τους: Το κρασί ~θηκε σε δρύινα βαρέλια (βλ. ωριμάζει). ~μένος: οίνος. ~μένο: τυρί. (σπανιότ. αμτβ.) Κονιάκ που έχει ~σει σε ... || ~μένες: αντιλήψεις (= πεπαλαιωμένες). [< μεσν. παλαιώνω < αρχ. παλαιῶ]
37851παλαίωσηπα-λαί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. διαδικασία αποθήκευσης και συντήρησης ποτών (συνήθ. κρασιού, ουίσκι) και τροφίμων (κρέατος, τυριών) με τέτοιο τρόπο, ώστε να βελτιωθεί η γεύση και το άρωμά τους: οξειδωτική ~. Βλ. ωρίμανση. 2. τεχνική μέσω της οποίας έπιπλα, εικόνες, αντικείμενα φαίνονται παλιά, ενώ δεν είναι: ~ φωτογραφίας. [< 1: αρχ. παλαίωσις]
37852παλαμάκιαπα-λα-μά-κια ουσ. (ουδ.) (τα): χειροκροτήματα: ρυθμικά ~. Χτυπούν ~ (= χειροκροτούν).
37853παλαμάριπα-λα-μά-ρι ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. σχοινί με το οποίο δένεται η πρύμνη στην προκυμαία: Έλυσε το ~. Πβ. καραβόσκοινο. ΣΥΝ. γούμενα, κάβος (2), πρυμάτσα [< μεσν. παλαμάρι(ον)]
37854παλάμηπα-λά-μη ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.) 1. & απαλάμη: η κοίλη, εσωτερική επιφάνεια του άκρου χεριού ανάμεσα στον καρπό και στο κάτω μέρος των δαχτύλων: οι γραμμές της ~ης. Βλ. ανάποδη.|| Φύλλα σε σχήμα ~ης (= παλαμοειδή). 2. ΜΕΤΡΟΛ. δεκατόμετρο: κυβική/τετραγωνική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: υπολογιστής παλάμης/χειρός βλ. υπολογιστής ● ΦΡ.: το παράσημο/το βραβείο της ανοιχτής παλάμης (ειρων.): μούντζα: Εισπράττω/κερδίζω/παίρνω ~ ~., με τρώει το χέρι μου βλ. χέρι [< 1: αρχ. παλάμη, γαλλ. palme, αγγλ. palm]
37855παλαμιαίος, α, ο [παλαμιαῖος] πα-λα-μι-αί-ος επίθ.: ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με την παλάμη: ~α: επιφάνεια. Βλ. -ιαίος. ΣΥΝ. παλαμικός [< μεσν. παλαμιαίος, γαλλ. palmaire]
37856παλαμίδαπα-λα-μί-δα ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι μεσαίου μεγέθους (γένος Sarda) με ασημόχρωμη κοιλιά και ραβδωτή επιφάνεια που απαντά κυρ. στη Μεσόγειο, στον τροπικό Ατλαντικό και στον Ειρηνικό, μοιάζει με τον τόνο και έχει νόστιμο, αλλά παχύ και δύσπεπτο κρέας. Βλ. λακέρδα. [< μεσν. παλαμίδα]
37857παλαμικός, ή, ό πα-λα-μι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ. παλαμιαίος: ~ός: μυς.
37858παλαμοειδής, ής, ές πα-λα-μο-ει-δής επίθ. {παλαμοειδ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (επιστ.): που έχει σχήμα παλάμης: ~ή: φύλλα. ~ές: φύλλωμα.
37859παλάντζαπα-λά-ντζα ουσ. (θηλ.) & μπαλάντζα (λαϊκό-παλαιότ.): φορητή ζυγαριά με έναν δίσκο. Βλ. καντάρι. [< βεν. balanza]
37860παλαντζάρισμαπα-λα-ντζά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {παλαντζαρίσμ-ατα} & μπαλαντζάρισμα (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παλαντζάρω: ~ της ρόδας/του τροχού.|| (μτφ.) ~ ανάμεσα στο καλό και το κακό. Θέση ξεκάθαρη χωρίς ~ατα. Πβ. (αμφι)ταλάντευση. Βλ. -ισμα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.