| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37861 | παλαντζάρω | πα-λα-ντζά-ρω ρ. (αμτβ.) {παλάντζαρ-ε, παλαντζάρ-ισε, -οντας} & μπαλαντζάρω (προφ.) 1. γέρνω προς τη μια ή την άλλη πλευρά, δεν έχω ισορροπία: Η ρόδα ~ει. Πβ. ταλαντεύομαι. 2. (μτφ.) αμφιταλαντεύομαι· κατ' επέκτ. αλλάζω εύκολα γνώμη, υποστηρίζω τη μία ή την άλλη άποψη ανάλογα με τις περιστάσεις και το συμφέρον μου: ~ει ανάμεσα στο σωστό και το λάθος. Η παράσταση ~ει μεταξύ δράματος και κωμωδίας. Πβ. αμφιρρέπω. | |
| 37862 | παλάσκα | πα-λά-σκα ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} & μπαλάσκα (λαϊκό): μικρή δερμάτινη φυσιγγιοθήκη. [< τουρκ. palaska] | |
| 37863 | παλάτι | πα-λά-τι ουσ. (ουδ.) {παλατ-ιού} ΣΥΝ. ανάκτορο 1. επίσημη κατοικία μονάρχη· (συνεκδ.-με κεφαλ. Π) ο βασιλιάς και η αυλή του: βασιλικό/μινωικό ~.|| Είχε καλές σχέσεις με το Π~ (= Ανάκτορα). Πβ. στέμμα. 2. (μτφ.) μεγάλη, πολυτελής συνήθ. κατοικία: Έχτισε ένα σπίτι με πολλά δωμάτια, σωστό ~. Πβ. αρχοντικό.|| (για πλοίο) Πλωτό ~. ● Υποκ.: παλατάκι (το): στη σημ. 2. ● ΦΡ.: κτίζει πύργους/παλάτια στην άμμο βλ. άμμος [< μεσν. παλάτι(ν) < λατ. palatium] | |
| 37864 | παλατιανός | , ή, ό πα-λα-τια-νός επίθ. (παρωχ.): που σχετίζεται με το παλάτι: ~ός: αξιωματούχος. Πβ. ανακτορ-, βασιλ-ικός. Βλ. -ιανός. ● Ουσ.: παλατιανοί (οι): μέλη του βασιλικού περίγυρου, αυλικοί. [< μεσν. παλατιανός] | |
| 37865 | πάλε | βλ. πάλι | |
| 37866 | πάλεμα | πά-λε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.-λογοτ.): πάλη: Τους νικάει όλους στο ~.|| (μτφ.) Θέλει ~, για να τα καταφέρεις. [< μεσν. πάλεμα] | |
| 37867 | παλέτα | πα-λέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. επίπεδη, λεπτή και λεία επιφάνεια, συνήθ. με τρύπα για τον αντίχειρα ή/και θήκες, πάνω στην οποία ο ζωγράφος αναμειγνύει τα χρώματα: ξύλινη/πλαστική ~. 2. (συνεκδ.) χρωματική ποικιλία που χρησιμοποιείται από ζωγράφο ή σχολή ή που χαρακτηρίζει ένα έργο. 3. (κατ' επέκτ.) ειδική συσκευασία που περιλαμβάνει χρώματα και άλλα καλλυντικά προϊόντα για μακιγιάζ: Σκιές ματιών σε ~. 4. ΤΕΧΝΟΛ. κινητή πλατφόρμα, συνήθ. από σανίδες, για φόρτωση, μεταφορά και στοίβαγμα βαριών φορτίων, η οποία ανυψώνεται και μετακινείται με τη βοήθεια περονοφόρου. Βλ. παλετοφόρο, -έτα. ● ΣΥΜΠΛ.: παλέτα εργαλείων: ΠΛΗΡΟΦ. το σύνολο των διαθέσιμων εργαλείων γραφικού προγράμματος., παλέτα χρωμάτων: ΠΛΗΡΟΦ. πίνακας αντιστοίχισης των αριθμών, που είναι αποθηκευμένοι για κάθε εικονοστοιχείο, και των αποχρώσεων που καθορίζουν το χρώμα του καθενός από αυτά. [< αγγλ. colour palette] [< γαλλ. palette] | |
| 37868 | παλετοποίηση | πα-λε-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): τοποθέτηση εμπορευμάτων σε παλέτες για διευκόλυνση της μετακίνησής τους: αυτόματη ~ χαρτοκιβωτίων. Τυποποίηση-~ προϊόντων. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. palletization, 1946, γαλλ. palettisation] | |
| 37869 | παλετοφόρο | πα-λε-το-φό-ρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ειδικό μηχάνημα που φέρει παλέτα και χρησιμοποιείται για τη μεταφορά ή μετακίνηση φορτίων: ηλεκτρικό/χειροκίνητο ~.|| (σπάν. ως επίθ.) ~ όχημα. Βλ. περονοφόρο. [< αγγλ. pallet truck] | |
| 37870 | παλεύω | πα-λεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πάλ-εψα, παλ-έψει, παλεύ-οντας} 1. (+ με/εναντίον) συμπλέκομαι με κάποιον, για να τον ρίξω κάτω και να τον ακινητοποιήσω στο έδαφος και γενικότ. για να τον εξουδετερώσω: ~ψε με τον αντίπαλο/τον ληστή. ~ψε για τη ζωή του (= για να μείνει ζωντανός). 2. (+ με/εναντίον) (μτφ.) αγωνίζομαι ενάντια σε κάποιον ή κάτι, αντιστέκομαι σθεναρά: ~ψε με την αρρώστια και τώρα είναι καλά. ~ με τον εαυτό μου/τον φόβο μου. 3. (μτφ.) κοπιάζω, μοχθώ για κάτι: ~ σκληρά. ~ για τη νίκη. Άδικα το ~εις (= παιδεύεις). ~ με αυταπάρνηση/νύχια και με δόντια/όλες μου τις δυνάμεις/πείσμα. Πβ. πολεμώ. ● ΦΡ.: δεν παλεύεται (νεαν. αργκό): δεν υποφέρεται: Ο αδερφός σου/η ζέστη ~ ~ με τίποτα! ΣΥΝ. δεν αντέχεται, δεν την παλεύω (κάστανο) (νεαν. αργκό): δεν αντέχω, δεν τα καταφέρνω: Τρίτη μέρα χωρίς συγκοινωνία και ~ ~!, παλεύει με τον θάνατο/τον Χάρο: είναι ετοιμοθάνατος, χαροπαλεύει., πώς την παλεύεις; & την παλεύεις; (νεαν. αργκό): πώς τα πας, πώς τα καταφέρνεις; ~ ~ με τη δίαιτα/τον διευθυντή σου;, το παλεύω (προφ.): προσπαθώ για κάτι, δεν έχω παραιτηθεί: -Πώς πας, βρήκες δουλειά; -~ ~ ακόμη., κυνηγάει ανεμόμυλους βλ. ανεμόμυλος [< μεσν. παλεύω] | |
| 37871 | πάλη | πά-λη ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. πάλεμα 1. ΑΘΛ. άθλημα κατά το οποίο δύο αντίπαλοι παλεύουν σώμα με σώμα, προσπαθώντας να ρίξει κάτω ο ένας τον άλλον και να τον ακινητοποιήσει με την πλάτη στο ταπί: ελευθέρα ή ελεύθερη ~ (: ολυμπιακό άθλημα που επιτρέπει στον παλαιστή τη χρήση των ποδιών στην άμυνα και την επίθεση· βλ. κατς). Ιαπωνική ~ (βλ. ζίου ζίτσου, σούμο). ~ υποταγής. 2. (μτφ.) αγώνας, επίμονη προσπάθεια για την επίτευξη σκοπού ή για την αντιμετώπιση αντιξοοτήτων: αέναη/αντιδικτατορική/ιδεολογική ~. ~ για την ισότητα των δύο φύλων/ένα καλύτερο αύριο. ~ ενάντια στον φασισμό.|| ~ για τη ζωή. ~ με τα κύματα. 3. (μτφ.) αντιπαράθεση μεταξύ αντίθετων στοιχείων με στόχο την επικράτηση του ενός: ~ του καλού με το κακό/του παλιού με το καινούργιο. Πβ. δια~, κόντρα, σύγκρουση. 4. (γενικότ.) συμπλοκή, μάχη: γενναία ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ελληνορωμαϊκή πάλη: ΑΘΛ. ολυμπιακό άθλημα στο οποίο απαγορεύονται οι λαβές κάτω από τη μέση, σε αντίθεση με την ελεύθερη πάλη. [< γαλλ. lutte gréco-romaine] , πάλη των τάξεων βλ. τάξη [< αρχ. πάλη] | |
| 37872 | πάλι | πά-λι επίρρ. & (διαλεκτ.) πάλε & (αρχαιοπρ.) πάλιν· για να δηλωθεί: 1. επανάληψη· άλλη μια φορά: Θα σε πάρω ~ μετά! ~ μπερδεύτηκα/το έχασα! Να 'μαι ~! Γράψ' το/δοκίμασε ~ (βλ. ξανα-)! Πβ. εκ νέου.|| (εμφατ.) Και ~ φίλοι! Συγγνώμη και ~ που ...|| (ως έκφρ. ενόχλησης, αγανάκτησης:) ~ μαλώνετε/τα ίδια άρχισες; Άντε ~ απ' την αρχή/πίσω! Πού πας ~;|| (εμφατ., ως έκφρ. αναμφισβήτητης προτίμησης:) Καλοκαίρι και ~ καλοκαίρι! ΣΥΝ. ξανά (1) 2. επιστροφή· πίσω: Πότε θα γυρίσεις ~; Πήγαινε ~ στο δωμάτιό σου! 3. αντίθεση, εναντίωση: Εγώ, ~ (= από τη μεριά μου), πιστεύω ότι είναι αθώος. Δεν είναι και ό,τι ωραιότερο, αλλά ~ (= από την άλλη), καλύτερο απ' το τίποτα! Τόσο φαγητό έφαγες, και ~ (= παρόλα αυτά) πεινάς; 4. (προφ.) μετάβαση του λόγου, συνήθ. για έκφραση δυσφορίας: Αυτός ~ ποιος είναι/πού βρέθηκε; ● ΦΡ.: άλλο (πάλι) και τούτο/κι αυτό! βλ. άλλος [< μεσν. πάλι < αρχ. πάλιν] | |
| 37873 | παλιά | πα-λιά επίρρ. 1. στο παρελθόν, τον παλιό καιρό: Θυμήθηκα κάτι που είχαμε πει ~. Τίποτα δεν είναι όπως ~. Δεν είναι τόσο καλή όσο ~. Είχα αναφερθεί παλιότερα στο θέμα αυτό. Πβ. άλλοτε, παλαιά. 2. (προφ.-ειρων.) για κάτι που θεωρείται γνωστό, αυτονόητο: -Έχεις δίπλωμα οδήγησης; -~! ● ΦΡ.: από παλιά: από το παρελθόν, πολλά χρόνια: Είμαστε φίλοι ~ ~. ● βλ. παλιός [< μεσν. παλιός] | |
| 37874 | παλιάλογο | πα-λιά-λο-γο ουσ. (ουδ.) (προφ.): γέρικο ή ατίθασο άλογο. | |
| 37875 | παλιάμπελο | πα-λιά-μπε-λο ουσ. (ουδ.): μόνο στη ● ΦΡ.: ας πάει και το παλιάμπελο (προφ.): δεν με νοιάζουν τα έξοδα, φτάνει να είναι για καλό ή για να περάσω καλά. Βλ. χαλάλι. | |
| 37876 | παλιανθρωπιά | πα-λιαν-θρω-πιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): κακοήθεια: Η ~ του δεν έχει όρια!|| (συνεκδ.) Απέκτησε την περιουσία του με ~ιές. Πβ. απατεωνιά, κομπίνα, μπαγαποντιά. | |
| 37877 | παλιάνθρωπος | πα-λιάν-θρω-πος ουσ. (αρσ.) (υβριστ.): ανήθικος, ανέντιμος, κακός άνθρωπος. Πβ. αλιτήριος, απόβρασμα, μούτρο, τσανάκι, τσογλάνι. Βλ. -άνθρωπος. ΣΥΝ. βρομιάρης (2), κάθαρμα, καθίκι (1), παλιοτόμαρο, τομάρι (2) [< μεσν. παλιάνθρωπος] | |
| 37878 | παλιατζής | πα-λια-τζής ουσ. (αρσ.) {παλιατζήδες}: πλανόδιος έμπορος που μαζεύει ή αγοράζει παλιά ή/και μεταχειρισμένα αντικείμενα και κάποια από αυτά τα μεταπωλεί. Βλ. παλαιοπώλης. | |
| 37879 | παλιατζίδικο | πα-λια-τζί-δι-κο ουσ. (ουδ.): κατάστημα αγοράς ή πώλησης παλαιών ή/και μεταχειρισμένων αντικειμένων. Βλ. παλαιοπωλείο, -τζίδικο. | |
| 37880 | παλιατζούρα | πα-λια-τζού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): οτιδήποτε παλιό, φθαρμένο και συνήθ. άχρηστο· (περιληπτ.) το σύνολο τέτοιων αντικειμένων. Πβ. αντίκα, αρχαιολογία, κουρελαρία. Βλ. -ούρα2. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ