| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37881 | παλιάτσος | πα-λιά-τσος ουσ. (αρσ.) 1. κλόουν. 2. (μτφ.-μειωτ.) γελοίος, φαιδρός ή/και ανάξιος, ασήμαντος άνθρωπος. Πβ. καραγκιόζης. ● ΦΡ.: κάνει τον γελωτοποιό/τον καραγκιόζη/τον κλόουν/τον παλιάτσο βλ. κλόουν [< ιταλ. pagliaccio] | |
| 37882 | παλιγγενεσία | πα-λιγ-γε-νε-σί-α ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: η εθνική/η ελληνική παλιγγενεσία: η απελευθέρωση των Ελλήνων από τον τουρκικό ζυγό με την Επανάσταση του 1821: ο εορτασμός/η επέτειος της ~ής ~ας. Πβ. εθνεγερσία. [< μτγν. παλιγγενεσία ‘αναγέννηση, παλινόρθωση’, γαλλ. palingénésie, αγγλ. palingenesy] | |
| 37883 | παλικαράς | πα-λι-κα-ράς ουσ. (αρσ.) {παλικαράδες} & παλληκαράς 1. παλικάρι. Πβ. λεβέντης. Βλ. ψευτο~, -άς. 2. μάγκας. Πβ. ασίκης, βλάμης. ● ΦΡ.: κάνει/παριστάνει τον παλικαρά: (ειρων.) προσποιείται τον ατρόμητο, τον τολμηρό. | |
| 37884 | παλικάρι | πα-λι-κά-ρι ουσ. (ουδ.) & παλληκάρι 1. γενναίος, περήφανος άνδρας: Υπήρξε πραγματικό ~ στη ζωή. Πέρασε πολλές δοκιμασίες, αλλά βγήκε ~. Έχασε, αλλά πάλεψε σαν ~. Πβ. ασίκης, ήρωας, λεβέντης. 2. έφηβος, νεαρός άνδρας: γεροδεμένο/ωραίο ~.|| (ως προσφών.) Να 'χεις την ευχή μου, ~ μου! 3. ΙΣΤ. (κατά την Τουρκοκρατία) μέλος ομάδας πολεμιστών με επικεφαλής τον καπετάνιο, κλέφτης ή αρματολός· μέλος συμμορίας ληστών. Βλ. πρωτοπαλίκαρο. ● Υποκ.: παλικαράκι & παλληκαράκι (το): στη σημ. 2. ● ΦΡ.: με βγάζει/βγαίνει παλικάρι (προφ.): σε περιπτώσεις που κάτι είναι αρκετά ανθεκτικό, λειτουργικό και ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές του: Το μηχάνημα μέχρι στιγμής έχει βγει ~. Το αυτοκίνητο μ' έχει βγάλει ~ όλα αυτά τα χρόνια (πβ. βγάζω κάποιον ασπροπρόσωπο)., το καλό το παλικάρι ξέρει κι άλλο μονοπάτι (παροιμ.): ο έξυπνος και ικανός άνθρωπος βρίσκει εναλλακτικές λύσεις., παλικάρι της φακής βλ. φακή [< μεσν. παλικάρι(ν), παλληκάρι(ον) < μτγν. παλλήκιον] | |
| 37885 | παλικαριά | πα-λι-κα-ριά ουσ. (θηλ.) & παλληκαριά: γενναιότητα, τόλμη· συνεκδ. γενναία πράξη: Είχε την ~ να πει την αλήθεια. Πβ. ανδρεία, ανδρισμός, γενναιοψυχία, ηρωισμός. ● παλικαριές (οι) {σπαν. στον εν.} (αρνητ. συνυποδ.): ανούσια ή υποκριτική επίδειξη ανδρείας: Άσε τις ~ και πρόσεχε μην μπλεχτείς σε καβγάδες! Βλ. ψευτο~. ● ΦΡ.: κάνε μια/την παλικαριά (προφ.): για χάρη που ζητάμε από κάποιον, για αγγαρεία: ~ ~ και φέρε μου την τσάντα μου! Κάνεις την ~ να με πας μέχρι το αεροδρόμιο; [< μεσν. παλικαριά, παλληκαριά] | |
| 37886 | παλικαρίσιος | , ια, ιο πα-λι-κα-ρί-σιος επίθ. & παλληκαρίσιος: που αρμόζει σε παλικάρι: ~ια: στάση. Πβ. ανδρείος, αντρίκιος, γενναίος, λεβέντικος.|| (σε αθλητικά κείμενα· που επιτεύχθηκε με δυσκολία ύστερα από γενναία ατομική προσπάθεια:) ~ιος: βαθμός. ~ια: νίκη/πρόκριση. ~ιο: γκολ/καλάθι. Βλ. -ίσιος. ● επίρρ.: παλικαρίσια | |
| 37887 | παλικαρισμός | πα-λι-κα-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} & παλληκαρισμός (μειωτ.): ψευτοπαλικαριά: Άρχισε τους ~ούς και τις απειλές. Πβ. λεονταρισμός, μαγκιά, νταηλίκι, τσαμπουκάς. Βλ. -ισμός, ψευτο~. | |
| 37888 | παλιμπαιδίζω | πα-λι-μπαι-δί-ζω ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στον ενεστ.} (αρνητ. συνυποδ.): (για ενήλικο) σκέφτομαι, συμπεριφέρομαι σαν παιδί: Είναι καιρός να ωριμάσεις, πάψε να ~εις. | |
| 37889 | παλιμπαιδισμός | πα-λι-μπαι-δι-σμός ουσ. (αρσ.): παιδική συμπεριφορά ενηλίκου· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) κάθε ανώριμη, επιπόλαια πράξη. Πβ. παιδισμός. Βλ. -ισμός. | |
| 37890 | παλίμψηστος | , η, ο πα-λίμ-ψη-στος επίθ. 1. ΦΙΛΟΛ. για αρχαίο χειρόγραφο (παπύρου ή περγαμηνής) του οποίου το αρχικό κείμενο αποξέσθηκε ή σβήστηκε, για να γραφτεί πάνω του άλλο κείμενο: ~ος: κώδικας/χάρτης.|| (ως ουσ.) Το ~ο. 2. (σπάν.-μτφ.) καθετί που έχει υποστεί αλλαγές, αλλά διατηρεί ίχνη της προηγούμενης κατάστασης, μορφής του: ~η: πόλη. [< 1: μτγν. παλίμψηστος, γαλλ. palimpseste, αγγλ. palimpsest] | |
| 37891 | παλιν- & παλίν- & παλιγ- & παλίμ- & παλιρ- & παλίρ- | & παλιμ-, παλιλ-, παλι-: α' συνθετικό λόγιων λέξεων για δήλωση επιστροφής, επανάληψης, κίνησης προς τα πίσω: παλιν-νόστηση. Παλιγ-γενεσία. Παλίν-δρομος.|| Παλιν-ωδίες. Παλιμ-παιδισμός.|| Παλίμ-ψηστος.|| Παλιρ-ροϊκός. Παλίρ-ροια. | |
| 37892 | παλινδρόμηση | πα-λιν-δρό-μη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΜΗΧΑΝ. εναλλάξ κίνηση τμήματος μηχανής προς δύο αντίθετες κατευθύνσεις στον ίδιο άξονα και κατ' επέκτ. κάθε αντίστοιχη κίνηση. ΣΥΝ. παλινδρομική κίνηση 2. ΙΑΤΡ. διαταραχή κάθε βαλβιδικού μηχανισμού σε κοίλα όργανα, με αποτέλεσμα την κίνηση των υγρών τους προς τα πίσω ή αντίθετα προς τη συνηθισμένη κατεύθυνση ροής τους: ~ ούρων. 3. (μτφ.) αμφιταλάντευση· επιστροφή σε προηγούμενη (συνήθ. χειρότερη) κατάσταση, θέση: Παρά τις συνεχείς ~ήσεις, το ζήτημα λύθηκε. Πβ. υπαναχώρηση.|| ~ στο παρελθόν. Η αμφισβήτηση των δικαιωμάτων των γυναικών αποτελεί ~. Πβ. οπισθοδρόμηση. 4. ΨΥΧΑΝ. μηχανισμός άμυνας που συνίσταται στην επιστροφή του υποκειμένου σε προηγούμενους, συνήθ. παιδικούς, τρόπους σκέψης ή συμπεριφοράς. 5. ΣΤΑΤΙΣΤ. σχέση συνάρτησης μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ποσοτικών μεταβλητών: γραμμική/λογιστική/πολλαπλή/στατιστική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: παλινδρόμηση της μήτρας: ΙΑΤΡ. σταδιακή επαναφορά της μήτρας στο φυσιολογικό της μέγεθος μετά τον τοκετό., γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση βλ. γαστροοισοφαγικός [< μεσν. παλινδρόμησις 'επαναφορά', γαλλ. recul 2,3: γαλλ. reflux 4: γαλλ. régression 5: αγγλ. regression] | |
| 37893 | παλινδρομικός | , ή, ό πα-λιν-δρο-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την παλινδρόμηση: (ΜΗΧΑΝ.) ~οί: κινητήρες/συμπιεστές. ~ή: μηχανή.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: γαστροοισοφαγική νόσος.|| (ΑΘΛ.) ~ή: διαδρομή (: που διανύεται εναλλάξ με φορά προς τα εμπρός και προς τα πίσω).|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.) ~ή: εξίσωση. || (ΦΙΛΟΛ.) ~ή λέξη. Πβ. καρκινικός. ΣΥΝ. παλίνδρομος ● επίρρ.: παλινδρομικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: παλινδρομική κίνηση: ΜΗΧΑΝ. παλινδρόμηση: ~ ~ του εμβόλου. Μικρές ~ές ~ήσεις. [< μτγν. παλινδρομικός, αγγλ. palindromic(al)] | |
| 37894 | παλίνδρομος | , η, ο πα-λίν-δρο-μος επίθ.: παλινδρομικός. ● ΣΥΜΠΛ.: παλίνδρομη εκσπερμάτωση: ΙΑΤΡ. εκσπερμάτωση κατά την οποία συσπάται ο αυχένας της ουροδόχου κύστης, με αποτέλεσμα να καταλήγει το σπέρμα σε αυτή, αντί να κατευθύνεται στο εξωτερικό στόμιο της ουρήθρας., παλίνδρομη κύηση: ΙΑΤΡ. εγκυμοσύνη που δεν εξελίσσεται ομαλά και διακόπτεται λόγω ενδομήτριου θανάτου του εμβρύου., παλίνδρομο τρέξιμο: ΓΥΜΝ. τρέξιμο με φορά εναλλάξ προς τα εμπρός και προς τα πίσω: ~ ~ αντοχής. [< μτγν. παλίνδρομος] | |
| 37895 | παλινδρομώ | [παλινδρομῶ] πα-λιν-δρο-μώ ρ. (αμτβ.) {παλινδρομ-εί ... | παλινδρόμ-ησε, -ώντας} 1. {στο γ' πρόσ.} εκτελώ παλινδρομική κίνηση: Τα έμβολα μιας μηχανής ~ούν. 2. (μτφ.) ταλαντεύομαι μεταξύ δύο αντίθετων απόψεων, θέσεων· επιστρέφω σε προηγούμενη, συνήθ. χειρότερη, κατάσταση, οπισθοδρομώ: ~εί ανάμεσα στο παλιό και το καινούργιο/στη φαντασίωση και την πραγματικότητα.|| ~εί στο παρελθόν. 3. ΙΑΤΡ. {στο γ' πρόσ.} (για υγρά κοίλων οργάνων) κινούμαι προς τα πίσω ή αντίθετα προς τη συνηθισμένη κατεύθυνση ροής. 4. ΨΥΧΑΝ. επιστρέφω σε προηγούμενους, συνήθ. παιδικούς, τρόπους σκέψης ή συμπεριφοράς. [< αρχ. παλινδρομῶ 'επανέρχομαι' 1,2: γαλλ. reculer 4: γαλλ. régresser] | |
| 37896 | παλιννόστηση | πα-λιν-νό-στη-ση ουσ. (θηλ.) & παλινόστηση 1. επαναπατρισμός: ~ ομογενών. ΣΥΝ. νόστος ΑΝΤ. ξενιτεμός 2. (σπάν.-μτφ.) επιστροφή ή επάνοδος σε προηγούμενες καταστάσεις, μορφές, θέσεις: Η ~ των ψηφοφόρων (στον ιδεολογικοπολιτικό τους χώρο). [< μεσν. παλινόστησις] | |
| 37897 | παλιννοστούντες | [παλιννοστοῦντες] πα-λιν-νο-στού-ντες επίθ./ουσ. & παλινοστούντες (οι): αυτοί που επιστρέφουν στην πατρίδα τους μετά από μακρόχρονη απουσία: εκπαίδευση ~ων.|| (ως επίθ.) ~ μαθητές/ομογενείς/πρόσφυγες. [< μτγν. παλινοστῶν] | |
| 37898 | παλιννοστώ | [παλιννοστῶ] πα-λιν-νο-στώ ρ. (αμτβ.) {παλιννοστ-εί ... | παλιννόστ-ησε} & παλινοστώ (λόγ.): επαναπατρίζομαι. ΑΝΤ. ξενιτεύομαι [< μτγν. παλινοστῶ] | |
| 37899 | παλινορθώνω | πα-λι-νορ-θώ-νω ρ. (μτβ.) {παλινόρθω-σε, παλινορθώ-θηκε, -μένος}: (σπάν.) αποκαθιστώ, επαναφέρω συνήθ. σε ισχύ ή στην εξουσία. [< γαλλ. restaurer] | |
| 37900 | παλινόρθωση | πα-λι-νόρ-θω-ση ουσ. (θηλ.) 1. επανεγκατάσταση μονάρχη ή μοναρχικού καθεστώτος στην εξουσία: ~ της βασιλείας/της δυναστείας. 2. (κατ' επέκτ.) αποκατάσταση, επαναφορά σε ισχύ: ~ της δημοκρατίας. [< γαλλ. restauration] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ