| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37901 | παλινωδία | [παλινῳδία] πα-λι-νω-δί-α ουσ. (θηλ.) 1. {συνήθ. στον πληθ.} (λόγ.) αναίρεση προηγούμενων αποφάσεων, απόψεων, ισχυρισμών ή υποσχέσεων: συνεχείς κυβερνητικές ~ες. Πβ. υπαναχώρηση. 2. ΦΙΛΟΛ. ποίημα (ωδή ή ύμνος) με το οποίο ανακαλείται το περιεχόμενο προηγούμενου ποιήματος. [< αρχ. παλινῳδία, γαλλ. palinodie, αγγλ. palinode, palinody] | |
| 37902 | παλινωδώ | [παλινῳδῶ] πα-λι-νω-δώ ρ. (αμτβ.) {παλινωδ-εί ..., -ώντας, μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): αναιρώ προηγούμενες αποφάσεις, απόψεις, ισχυρισμούς ή υποσχέσεις μου: ~εί ανάμεσα/μεταξύ … Πβ. ανακαλώ, ανακρούω πρύμνα(ν), υπαναχωρώ. [< αρχ. παλινῳδῶ] | |
| 37903 | παλιο- & παλιό- | & παλι-· α' συνθετικό με τη σημασία του: 1. κακός, συνήθ. σε λέξεις που χρησιμοποιούνται ως μειωτικοί, υβριστικοί χαρακτηρισμοί: παλιο-δουλειά. Παλιό-καιρος (πβ. ρημαδό-)/~χαρτο. Πβ. κωλο-.|| Παλιο-χαρακτήρας. Παλιό-λογα (πβ. βρομό-).|| Παλιο-κάθαρμα/~τόμαρο. Παλιό-μουτρο. 2. προγενέστερος, παλιός: παλιο-ελλαδίτης (συνηθέστ. παλαιο-). ΑΝΤ. νεο-.|| (οικ., γνωστός, καλός:) Παλιο-παρέα. Παλιό-φιλος.|| Παλιο-μοδίτικος (ΣΥΝ. παλαιο-). | |
| 37904 | παλιόγερος | πα-λιό-γε-ρος ουσ. (αρσ.) (υβριστ.): δύστροπος ή ανήθικος γέρος. ΣΥΝ. κωλόγερος | |
| 37905 | παλιόγρια | πα-λιό-γρι-α ουσ. (θηλ.): (υβριστ.) δύστροπη ηλικιωμένη γυναίκα. ΣΥΝ. κωλόγρια | |
| 37906 | παλιογυναίκα | πα-λιο-γυ-ναί-κα ουσ. (θηλ.) & παλιογύναικο (το) (υβριστ.): δύστροπη ή ανήθικη γυναίκα. Πβ. γύναιο, παλιοθήλυκο, σκρόφα. | |
| 37907 | παλιοδουλειά | πα-λιο-δου-λειά ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. βρομοδουλειά 1. εργασία κοπιαστική, μονότονη ή επικίνδυνη, συνήθ. χωρίς σημαντικές ηθικές ή υλικές απολαβές. ΣΥΝ. σκατοδουλειά 2. (κατ' επέκτ.) ανήθικη, παράνομη εργασία, δραστηριότητα ή πράξη. Πβ. απατεωνιά. | |
| 37908 | παλιοελλαδίτης | βλ. παλαιοελλαδίτης | |
| 37909 | παλιοζωή | πα-λιο-ζω-ή ουσ. (θηλ.) (προφ.): ζωή γεμάτη βάσανα, στενοχώριες, οικονομικά προβλήματα. | |
| 37910 | παλιοθήλυκο | πα-λιο-θή-λυ-κο ουσ. (ουδ.) (υβριστ.): ανήθικη, πρόστυχη γυναίκα. Πβ. γύναιο, παλιογυναίκα, σκρόφα. Βλ. -θήλυκο. ΣΥΝ. βρομοθήλυκο | |
| 37911 | παλιοκαιρίσιος | , ια, ιο πα-λιο-και-ρί-σιος επίθ. (μειωτ.): παλιομοδίτικος. Βλ. -ίσιος. | |
| 37912 | παλιόκαιρος | πα-λιό-και-ρος ουσ. (αρσ.) (προφ.): κακοκαιρία. Πβ. κωλόκαιρος, ψοφόκρυο. Βλ. -καιρος. ΣΥΝ. βρομόκαιρος | |
| 37914 | παλιοκοινωνία | πα-λιο-κοι-νω-νί-α ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): άδικη, ανήθικη, σκληρή κοινωνία. | |
| 37915 | παλιοκόριτσο | πα-λιο-κό-ρι-τσο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μειωτ.) ανάγωγο, άτακτο κορίτσι. 2. (οικ.) προσφώνηση αγαπημένης νεαρής γυναίκας, φίλης: Πάλι με συγκίνησες, ~! ● βλ. παλιόπαιδο | |
| 37916 | παλιοκουβέντες | πα-λιο-κου-βέ-ντες ουσ. (θηλ.) (οι): βρομοκουβέντες. | |
| 37917 | παλιόλογα | πα-λιό-λο-γα ουσ. (ουδ.) (τα): αισχρόλογα, βρομόλογα. Πβ. βρισιά. | |
| 37918 | παλιομερολογίτης | βλ. παλαιοημερολογίτης | |
| 37919 | παλιομοδίτης | πα-λιο-μο-δί-της ουσ. (αρσ.) , παλιομοδίτισσα (η): που έχει ξεπερασμένες απόψεις, αναχρονιστικός: Είμαι ~ (: αυτοσαρκαστικά).|| (ως επίθ.) ~ες πολιτικοί. | |
| 37920 | παλιομοδίτικος | , η, ο πα-λιο-μο-δί-τι-κος επίθ. & (λόγ.) παλαιομοδίτικος (αρνητ. συνυποδ.): που δεν συμβαδίζει με τη σύγχρονη μόδα· που ακολουθεί παλιά πρότυπα, ξεπερασμένος: ~α: ρούχα. Πβ. βιντάζ, ρετρό.|| ~ες: αντιλήψεις/ιδέες. Πβ. αναχρονιστικός, μπανάλ, παλιοκαιρίσιος. Βλ. -ίτικος. ΣΥΝ. ντεμοντέ ΑΝΤ. μοντέρνος (1) | |
| 37921 | παλιόπαιδο | πα-λιό-παι-δο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μειωτ.-υβριστ.) ανάγωγο, άτακτο παιδί ή νεαρό άτομο: Φύγετε από 'δω, ~α! Πβ. κωλό-, σκατό-παιδο, τσογλάνι. ΣΥΝ. βρομόπαιδο 2. (οικ.) προσφώνηση αγαπημένου παιδιού ή νεαρού άνδρα, φίλου: Πού χάθηκες, βρε ~! ● βλ. παλιοκόριτσο |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ