Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [38500-38520]

IDΛήμμαΕρμηνεία
37901παλινωδία[παλινῳδία] πα-λι-νω-δί-α ουσ. (θηλ.) 1. {συνήθ. στον πληθ.} (λόγ.) αναίρεση προηγούμενων αποφάσεων, απόψεων, ισχυρισμών ή υποσχέσεων: συνεχείς κυβερνητικές ~ες. Πβ. υπαναχώρηση. 2. ΦΙΛΟΛ. ποίημα (ωδή ή ύμνος) με το οποίο ανακαλείται το περιεχόμενο προηγούμενου ποιήματος. [< αρχ. παλινῳδία, γαλλ. palinodie, αγγλ. palinode, palinody]
37902παλινωδώ[παλινῳδῶ] πα-λι-νω-δώ ρ. (αμτβ.) {παλινωδ-εί ..., -ώντας, μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): αναιρώ προηγούμενες αποφάσεις, απόψεις, ισχυρισμούς ή υποσχέσεις μου: ~εί ανάμεσα/μεταξύ … Πβ. ανακαλώ, ανακρούω πρύμνα(ν), υπαναχωρώ. [< αρχ. παλινῳδῶ]
37903παλιο- & παλιό-& παλι-· α' συνθετικό με τη σημασία του: 1. κακός, συνήθ. σε λέξεις που χρησιμοποιούνται ως μειωτικοί, υβριστικοί χαρακτηρισμοί: παλιο-δουλειά. Παλιό-καιρος (πβ. ρημαδό-)/~χαρτο. Πβ. κωλο-.|| Παλιο-χαρακτήρας. Παλιό-λογα (πβ. βρομό-).|| Παλιο-κάθαρμα/~τόμαρο. Παλιό-μουτρο. 2. προγενέστερος, παλιός: παλιο-ελλαδίτης (συνηθέστ. παλαιο-). ΑΝΤ. νεο-.|| (οικ., γνωστός, καλός:) Παλιο-παρέα. Παλιό-φιλος.|| Παλιο-μοδίτικος (ΣΥΝ. παλαιο-).
37904παλιόγεροςπα-λιό-γε-ρος ουσ. (αρσ.) (υβριστ.): δύστροπος ή ανήθικος γέρος. ΣΥΝ. κωλόγερος
37905παλιόγριαπα-λιό-γρι-α ουσ. (θηλ.): (υβριστ.) δύστροπη ηλικιωμένη γυναίκα. ΣΥΝ. κωλόγρια
37906παλιογυναίκαπα-λιο-γυ-ναί-κα ουσ. (θηλ.) & παλιογύναικο (το) (υβριστ.): δύστροπη ή ανήθικη γυναίκα. Πβ. γύναιο, παλιοθήλυκο, σκρόφα.
37907παλιοδουλειάπα-λιο-δου-λειά ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. βρομοδουλειά 1. εργασία κοπιαστική, μονότονη ή επικίνδυνη, συνήθ. χωρίς σημαντικές ηθικές ή υλικές απολαβές. ΣΥΝ. σκατοδουλειά 2. (κατ' επέκτ.) ανήθικη, παράνομη εργασία, δραστηριότητα ή πράξη. Πβ. απατεωνιά.
37908παλιοελλαδίτηςβλ. παλαιοελλαδίτης
37909παλιοζωήπα-λιο-ζω-ή ουσ. (θηλ.) (προφ.): ζωή γεμάτη βάσανα, στενοχώριες, οικονομικά προβλήματα.
37910παλιοθήλυκοπα-λιο-θή-λυ-κο ουσ. (ουδ.) (υβριστ.): ανήθικη, πρόστυχη γυναίκα. Πβ. γύναιο, παλιογυναίκα, σκρόφα. Βλ. -θήλυκο. ΣΥΝ. βρομοθήλυκο
37911παλιοκαιρίσιος, ια, ιο πα-λιο-και-ρί-σιος επίθ. (μειωτ.): παλιομοδίτικος. Βλ. -ίσιος.
37912παλιόκαιροςπα-λιό-και-ρος ουσ. (αρσ.) (προφ.): κακοκαιρία. Πβ. κωλόκαιρος, ψοφόκρυο. Βλ. -καιρος. ΣΥΝ. βρομόκαιρος
37914παλιοκοινωνίαπα-λιο-κοι-νω-νί-α ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): άδικη, ανήθικη, σκληρή κοινωνία.
37915παλιοκόριτσοπα-λιο-κό-ρι-τσο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μειωτ.) ανάγωγο, άτακτο κορίτσι. 2. (οικ.) προσφώνηση αγαπημένης νεαρής γυναίκας, φίλης: Πάλι με συγκίνησες, ~! ● βλ. παλιόπαιδο
37916παλιοκουβέντεςπα-λιο-κου-βέ-ντες ουσ. (θηλ.) (οι): βρομοκουβέντες.
37917παλιόλογαπα-λιό-λο-γα ουσ. (ουδ.) (τα): αισχρόλογα, βρομόλογα. Πβ. βρισιά.
37918παλιομερολογίτηςβλ. παλαιοημερολογίτης
37919παλιομοδίτηςπα-λιο-μο-δί-της ουσ. (αρσ.) , παλιομοδίτισσα (η): που έχει ξεπερασμένες απόψεις, αναχρονιστικός: Είμαι ~ (: αυτοσαρκαστικά).|| (ως επίθ.) ~ες πολιτικοί.
37920παλιομοδίτικος, η, ο πα-λιο-μο-δί-τι-κος επίθ. & (λόγ.) παλαιομοδίτικος (αρνητ. συνυποδ.): που δεν συμβαδίζει με τη σύγχρονη μόδα· που ακολουθεί παλιά πρότυπα, ξεπερασμένος: ~α: ρούχα. Πβ. βιντάζ, ρετρό.|| ~ες: αντιλήψεις/ιδέες. Πβ. αναχρονιστικός, μπανάλ, παλιοκαιρίσιος. Βλ. -ίτικος. ΣΥΝ. ντεμοντέ ΑΝΤ. μοντέρνος (1)
37921παλιόπαιδοπα-λιό-παι-δο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μειωτ.-υβριστ.) ανάγωγο, άτακτο παιδί ή νεαρό άτομο: Φύγετε από 'δω, ~α! Πβ. κωλό-, σκατό-παιδο, τσογλάνι. ΣΥΝ. βρομόπαιδο 2. (οικ.) προσφώνηση αγαπημένου παιδιού ή νεαρού άνδρα, φίλου: Πού χάθηκες, βρε ~! ● βλ. παλιοκόριτσο

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.