| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37906 | παλιογυναίκα | πα-λιο-γυ-ναί-κα ουσ. (θηλ.) & παλιογύναικο (το) (υβριστ.): δύστροπη ή ανήθικη γυναίκα. Πβ. γύναιο, παλιοθήλυκο, σκρόφα. | |
| 37907 | παλιοδουλειά | πα-λιο-δου-λειά ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. βρομοδουλειά 1. εργασία κοπιαστική, μονότονη ή επικίνδυνη, συνήθ. χωρίς σημαντικές ηθικές ή υλικές απολαβές. ΣΥΝ. σκατοδουλειά 2. (κατ' επέκτ.) ανήθικη, παράνομη εργασία, δραστηριότητα ή πράξη. Πβ. απατεωνιά. | |
| 37908 | παλιοελλαδίτης | βλ. παλαιοελλαδίτης | |
| 37909 | παλιοζωή | πα-λιο-ζω-ή ουσ. (θηλ.) (προφ.): ζωή γεμάτη βάσανα, στενοχώριες, οικονομικά προβλήματα. | |
| 37910 | παλιοθήλυκο | πα-λιο-θή-λυ-κο ουσ. (ουδ.) (υβριστ.): ανήθικη, πρόστυχη γυναίκα. Πβ. γύναιο, παλιογυναίκα, σκρόφα. Βλ. -θήλυκο. ΣΥΝ. βρομοθήλυκο | |
| 37911 | παλιοκαιρίσιος | , ια, ιο πα-λιο-και-ρί-σιος επίθ. (μειωτ.): παλιομοδίτικος. Βλ. -ίσιος. | |
| 37912 | παλιόκαιρος | πα-λιό-και-ρος ουσ. (αρσ.) (προφ.): κακοκαιρία. Πβ. κωλόκαιρος, ψοφόκρυο. Βλ. -καιρος. ΣΥΝ. βρομόκαιρος | |
| 37914 | παλιοκοινωνία | πα-λιο-κοι-νω-νί-α ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): άδικη, ανήθικη, σκληρή κοινωνία. | |
| 37915 | παλιοκόριτσο | πα-λιο-κό-ρι-τσο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μειωτ.) ανάγωγο, άτακτο κορίτσι. 2. (οικ.) προσφώνηση αγαπημένης νεαρής γυναίκας, φίλης: Πάλι με συγκίνησες, ~! ● βλ. παλιόπαιδο | |
| 37916 | παλιοκουβέντες | πα-λιο-κου-βέ-ντες ουσ. (θηλ.) (οι): βρομοκουβέντες. | |
| 37917 | παλιόλογα | πα-λιό-λο-γα ουσ. (ουδ.) (τα): αισχρόλογα, βρομόλογα. Πβ. βρισιά. | |
| 37918 | παλιομερολογίτης | βλ. παλαιοημερολογίτης | |
| 37919 | παλιομοδίτης | πα-λιο-μο-δί-της ουσ. (αρσ.) , παλιομοδίτισσα (η): που έχει ξεπερασμένες απόψεις, αναχρονιστικός: Είμαι ~ (: αυτοσαρκαστικά).|| (ως επίθ.) ~ες πολιτικοί. | |
| 37920 | παλιομοδίτικος | , η, ο πα-λιο-μο-δί-τι-κος επίθ. & (λόγ.) παλαιομοδίτικος (αρνητ. συνυποδ.): που δεν συμβαδίζει με τη σύγχρονη μόδα· που ακολουθεί παλιά πρότυπα, ξεπερασμένος: ~α: ρούχα. Πβ. βιντάζ, ρετρό.|| ~ες: αντιλήψεις/ιδέες. Πβ. αναχρονιστικός, μπανάλ, παλιοκαιρίσιος. Βλ. -ίτικος. ΣΥΝ. ντεμοντέ ΑΝΤ. μοντέρνος (1) | |
| 37921 | παλιόπαιδο | πα-λιό-παι-δο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (μειωτ.-υβριστ.) ανάγωγο, άτακτο παιδί ή νεαρό άτομο: Φύγετε από 'δω, ~α! Πβ. κωλό-, σκατό-παιδο, τσογλάνι. ΣΥΝ. βρομόπαιδο 2. (οικ.) προσφώνηση αγαπημένου παιδιού ή νεαρού άνδρα, φίλου: Πού χάθηκες, βρε ~! ● βλ. παλιοκόριτσο | |
| 37922 | παλιοπαρέα | πα-λιο-πα-ρέ-α ουσ. (θηλ.) 1. (οικ.) παρέα παλιών και καλών φίλων. 2. (μειωτ.) παρέα που αποτελείται από άτομα αμφιβόλου ηθικής: Πάλι έμπλεξε με κάτι ~ες! | |
| 37923 | παλιόπραμα | πα-λιό-πρα-μα ουσ. (ουδ.) & παλιόπραγμα (μειωτ.): παλιό, φθαρμένο ή ευτελές αντικείμενο. | |
| 37924 | παλιόρουχο | πα-λιό-ρου-χο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (μειωτ.): ρούχο παλιό, φθαρμένο ή χαμηλής ποιότητας. Πβ. κουρέλι, τσόλι. [< μεσν. παλιόρουχο] | |
| 37925 | παλιός | , ιά, ιό πα-λιός επίθ. {παλιότ-ερος} & (λόγ.) παλαιός ΑΝΤ. καινούργιος, νέος 1. χρησιμοποιημένος, φθαρμένος: ~ιό: αμάξι (βλ. σακαράκα). ~ιά: βιβλία/κτίρια/μηχανήματα (πβ. μεταχειρισμένα)/ρούχα (πβ. από δεύτερο χέρι, φορεμένα). Άλμπουμ με ~ιές φωτογραφίες. Συλλέγει ~ιά αντικείμενα (= αντίκες).|| (προφ.) ~ιό το αστείο/το κόλπο (: δεν πιάνει· πβ. γνωστό, κοινό, συνηθισμένο). 2. που δημιουργήθηκε ή εμφανίστηκε πριν από πολλά χρόνια και εξακολουθεί να υπάρχει, συνήθ. δίπλα σε κάτι σύγχρονο: ~ιές: οφειλές/συνήθειες (= μακροχρόνιες). ~ιά: έθιμα (βλ. αρχαίος)/πρότυπα/τραγούδια. Το πρόβλημα είναι πολύ ~ιό.|| ~ιά: θέματα εξετάσεων. Συμβουλεύτηκε ~ερες εκδόσεις/~ερα τεύχη. ΑΝΤ. πρόσφατος, τωρινός.|| (για πρόσ.) ~ιός: γνώριμος/πελάτης/συνεργάτης/φίλος. (ως ουσ.) Οι ~εροι (= ηλικιωμένοι, πρεσβύτεροι· ΑΝΤ. νεότεροι). 3. που υπήρξε στο παρελθόν και συνήθ. έχει αντικατασταθεί από κάτι άλλο νεότερο, πιο σύγχρονο: ~ιός: κανονισμός. ~ιό: σύστημα. ~ιοί: θεσμοί. ~ιές: αντιλήψεις/μέθοδοι. Πβ. αναχρονιστ-, οπισθοδρομ-, συντηρητ-ικός, απαρχαιω-, ξεπερασ-, παρωχη-, πεπαλαιω-μένος.|| Επίσκεψη στην ~ιά πόλη (βλ. καστρούπολη). Η ~ερη ονομασία μιας περιοχής. Βόλτα στην ~ιά μου γειτονιά. Το ~ιό σχολείο/υδραγωγείο.|| (για πρόσ.) ~ιός: δήμαρχος/πρωταθλητής (πβ. πρώην). Οι ~ιές αγάπες. Συνάντηση ~ιών συμμαθητών. 4. έμπειρος: Είναι ~ μάστορας/οδηγός. ΣΥΝ. πεπειραμένος ● Ουσ.: παλιοί/παλιότεροι & (λόγ.) παλαιοί/παλαιότεροι (οι): οι προγενέστεροι: Οι ~ έλεγαν ..., παλιός (ο) 1. (προφ.) έμπειρος λόγω πολύχρονης ενασχόλησης: Άκουσέ με, μιλάει ο ~! Είναι απ' τους πιο ~ιούς στον χώρο. 2. (στρατ. αργκό) φαντάρος που έχει υπηρετήσει πολλούς μήνες. Πβ. παλαίουρας, παλιοσειρά. ● ΣΥΜΠΛ.: ιουλιανό/παλαιό/παλιό ημερολόγιο βλ. ιουλιανός1, παλιά αμαρτία βλ. αμαρτία, παλιά ιστορία βλ. ιστορία, παλιά καραβάνα βλ. καραβάνα, παλιά καραμπίνα βλ. καραμπίνα, παλιά/παλαιά φρουρά βλ. φρουρά, παλιοί λογαριασμοί βλ. λογαριασμός ● ΦΡ.: (ο νέος είναι ωραίος, αλλά) ο παλιός είναι αλλιώς (προφ.): για να τονιστεί η αξία της εμπειρίας σε κάποιο αντικείμενο, επάγγελμα, χώρο., ο παλιός καλός ...: για να εκφραστεί νοσταλγία για κάτι ωραίο που δεν υπάρχει πια: Έλα να τα πούμε σαν τον ~ιό ~ό καιρό (βλ. εποχή)/τις ~ιές ~ές μέρες!, τα παλιά (τα χρόνια)/τον παλιό καιρό: το παρελθόν ή/και όσα συνέβησαν κατά τη διάρκειά του: από/κατά ~ ~. Επιστροφή στα ~ ~. Αναπολώ/θυμάμαι ~ ~. Δεν χορταίνει να διηγείται ιστορίες από ~ ~., γράφω (κάποιον/κάτι) στα παλιά μου τα παπούτσια/(λόγ.) στα παλαιότερα των υποδημάτων μου βλ. γράφω, η γριά/η παλιά (η) κότα έχει το ζουμί βλ. ζουμί, παλαιάς/παλιάς κοπής βλ. κοπή, σαν το παλιό καλό κρασί βλ. κρασί, σε παλαιότερες εποχές βλ. παλαιός, της παλιάς/παλαιάς σχολής βλ. σχολή, του παλιού καιρού βλ. καιρός ● βλ. παλιά [< μεσν. παλιός, γαλλ. vieux, αγγλ. old] | |
| 37926 | παλιοσειρά | πα-λιο-σει-ρά ουσ. (θηλ.) (προφ.) & (νεαν. αργκό) παλιοσείρι (το) 1. (στρατ. αργκό) παλιός στρατιώτης (σε λόχο). ΣΥΝ. παλαίουρας 2. πρόσωπο που απασχολείται πολλά χρόνια σε κάποιον τομέα και έχει μεγάλη εμπειρία σε αυτόν: Προτεραιότητα στον κρίσιμο αγώνα έχουν οι ~ές (: οι παλιότεροι και πιο έμπειροι παίκτες). |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ