| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37922 | παλιοπαρέα | πα-λιο-πα-ρέ-α ουσ. (θηλ.) 1. (οικ.) παρέα παλιών και καλών φίλων. 2. (μειωτ.) παρέα που αποτελείται από άτομα αμφιβόλου ηθικής: Πάλι έμπλεξε με κάτι ~ες! | |
| 37923 | παλιόπραμα | πα-λιό-πρα-μα ουσ. (ουδ.) & παλιόπραγμα (μειωτ.): παλιό, φθαρμένο ή ευτελές αντικείμενο. | |
| 37924 | παλιόρουχο | πα-λιό-ρου-χο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (μειωτ.): ρούχο παλιό, φθαρμένο ή χαμηλής ποιότητας. Πβ. κουρέλι, τσόλι. [< μεσν. παλιόρουχο] | |
| 37925 | παλιός | , ιά, ιό πα-λιός επίθ. {παλιότ-ερος} & (λόγ.) παλαιός ΑΝΤ. καινούργιος, νέος 1. χρησιμοποιημένος, φθαρμένος: ~ιό: αμάξι (βλ. σακαράκα). ~ιά: βιβλία/κτίρια/μηχανήματα (πβ. μεταχειρισμένα)/ρούχα (πβ. από δεύτερο χέρι, φορεμένα). Άλμπουμ με ~ιές φωτογραφίες. Συλλέγει ~ιά αντικείμενα (= αντίκες).|| (προφ.) ~ιό το αστείο/το κόλπο (: δεν πιάνει· πβ. γνωστό, κοινό, συνηθισμένο). 2. που δημιουργήθηκε ή εμφανίστηκε πριν από πολλά χρόνια και εξακολουθεί να υπάρχει, συνήθ. δίπλα σε κάτι σύγχρονο: ~ιές: οφειλές/συνήθειες (= μακροχρόνιες). ~ιά: έθιμα (βλ. αρχαίος)/πρότυπα/τραγούδια. Το πρόβλημα είναι πολύ ~ιό.|| ~ιά: θέματα εξετάσεων. Συμβουλεύτηκε ~ερες εκδόσεις/~ερα τεύχη. ΑΝΤ. πρόσφατος, τωρινός.|| (για πρόσ.) ~ιός: γνώριμος/πελάτης/συνεργάτης/φίλος. (ως ουσ.) Οι ~εροι (= ηλικιωμένοι, πρεσβύτεροι· ΑΝΤ. νεότεροι). 3. που υπήρξε στο παρελθόν και συνήθ. έχει αντικατασταθεί από κάτι άλλο νεότερο, πιο σύγχρονο: ~ιός: κανονισμός. ~ιό: σύστημα. ~ιοί: θεσμοί. ~ιές: αντιλήψεις/μέθοδοι. Πβ. αναχρονιστ-, οπισθοδρομ-, συντηρητ-ικός, απαρχαιω-, ξεπερασ-, παρωχη-, πεπαλαιω-μένος.|| Επίσκεψη στην ~ιά πόλη (βλ. καστρούπολη). Η ~ερη ονομασία μιας περιοχής. Βόλτα στην ~ιά μου γειτονιά. Το ~ιό σχολείο/υδραγωγείο.|| (για πρόσ.) ~ιός: δήμαρχος/πρωταθλητής (πβ. πρώην). Οι ~ιές αγάπες. Συνάντηση ~ιών συμμαθητών. 4. έμπειρος: Είναι ~ μάστορας/οδηγός. ΣΥΝ. πεπειραμένος ● Ουσ.: παλιοί/παλιότεροι & (λόγ.) παλαιοί/παλαιότεροι (οι): οι προγενέστεροι: Οι ~ έλεγαν ..., παλιός (ο) 1. (προφ.) έμπειρος λόγω πολύχρονης ενασχόλησης: Άκουσέ με, μιλάει ο ~! Είναι απ' τους πιο ~ιούς στον χώρο. 2. (στρατ. αργκό) φαντάρος που έχει υπηρετήσει πολλούς μήνες. Πβ. παλαίουρας, παλιοσειρά. ● ΣΥΜΠΛ.: ιουλιανό/παλαιό/παλιό ημερολόγιο βλ. ιουλιανός1, παλιά αμαρτία βλ. αμαρτία, παλιά ιστορία βλ. ιστορία, παλιά καραβάνα βλ. καραβάνα, παλιά καραμπίνα βλ. καραμπίνα, παλιά/παλαιά φρουρά βλ. φρουρά, παλιοί λογαριασμοί βλ. λογαριασμός ● ΦΡ.: (ο νέος είναι ωραίος, αλλά) ο παλιός είναι αλλιώς (προφ.): για να τονιστεί η αξία της εμπειρίας σε κάποιο αντικείμενο, επάγγελμα, χώρο., ο παλιός καλός ...: για να εκφραστεί νοσταλγία για κάτι ωραίο που δεν υπάρχει πια: Έλα να τα πούμε σαν τον ~ιό ~ό καιρό (βλ. εποχή)/τις ~ιές ~ές μέρες!, τα παλιά (τα χρόνια)/τον παλιό καιρό: το παρελθόν ή/και όσα συνέβησαν κατά τη διάρκειά του: από/κατά ~ ~. Επιστροφή στα ~ ~. Αναπολώ/θυμάμαι ~ ~. Δεν χορταίνει να διηγείται ιστορίες από ~ ~., γράφω (κάποιον/κάτι) στα παλιά μου τα παπούτσια/(λόγ.) στα παλαιότερα των υποδημάτων μου βλ. γράφω, η γριά/η παλιά (η) κότα έχει το ζουμί βλ. ζουμί, παλαιάς/παλιάς κοπής βλ. κοπή, σαν το παλιό καλό κρασί βλ. κρασί, σε παλαιότερες εποχές βλ. παλαιός, της παλιάς/παλαιάς σχολής βλ. σχολή, του παλιού καιρού βλ. καιρός ● βλ. παλιά [< μεσν. παλιός, γαλλ. vieux, αγγλ. old] | |
| 37926 | παλιοσειρά | πα-λιο-σει-ρά ουσ. (θηλ.) (προφ.) & (νεαν. αργκό) παλιοσείρι (το) 1. (στρατ. αργκό) παλιός στρατιώτης (σε λόχο). ΣΥΝ. παλαίουρας 2. πρόσωπο που απασχολείται πολλά χρόνια σε κάποιον τομέα και έχει μεγάλη εμπειρία σε αυτόν: Προτεραιότητα στον κρίσιμο αγώνα έχουν οι ~ές (: οι παλιότεροι και πιο έμπειροι παίκτες). | |
| 37927 | παλιοσίδερο | πα-λιο-σί-δε-ρο ουσ. (ουδ.) (μειωτ.): σκουριασμένο σίδερο που δεν χρησιμεύει σε τίποτα. ● παλιοσίδερα (τα): παλιά σιδερένια μηχανήματα, οχήματα, πλοία, κατασκευές ή τμήματά τους που δεν έχουν αξία παρά μόνο ως πρώτη ύλη. Βλ. σκραπ. ● ΦΡ.: για (τα) παλιοσίδερα: για πέταμα: Μετά το τρακάρισμα το αυτοκίνητο είναι/πάει ~ ~. Πβ. για τα σκουπίδια. | |
| 37928 | παλιόσκυλο | πα-λιό-σκυ-λο ουσ. (ουδ.) ΣΥΝ. βρομόσκυλο, κοπρόσκυλο 1. (μτφ.-υβριστ.) άνθρωπος ανήθικος, αχρείος. 2. (μειωτ.) σκυλί αδέσποτο, βρόμικο ή/και άγριο, ενοχλητικό. | |
| 37929 | παλιόσπιτο | πα-λιό-σπι-το ουσ. (ουδ.) (μειωτ.): σπίτι παλιό, σε κακή κατάσταση ή μικρής αξίας. [< μεσν. παλιόσπιτο(ν)] | |
| 37930 | παλιοτόμαρο | πα-λιο-τό-μα-ρο ουσ. (ουδ.) (υβριστ.): παλιάνθρωπος. Πβ. αλήτης, αλιτήριος, μούτρο, τσογλάνι. ΣΥΝ. κάθαρμα, καθίκι (1), τομάρι (2) | |
| 37931 | πάλιουρας | βλ. παλαίουρας | |
| 37932 | παλιούρι | πα-λιού-ρι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. αυτοφυής, αγκαθωτός φυλλοβόλος θάμνος ή μικρό δέντρο της Μεσογειακής Ευρώπης (γένος Paliurus) και της Δ. Ασίας, ορισμένα είδη του οποίου χρησιμοποιούνται ως καλλωπιστικά ή για να περιφράσσουν αγρούς, στάνες. [< αρχ. παλίουρος (ὁ)] | |
| 37933 | παλιόφατσα | πα-λιό-φα-τσα ουσ. (θηλ.) 1. (προφ.) φιλική προσφώνηση ή αναφορά σε οικείο πρόσωπο. ΣΥΝ. παλιόπαιδο (2) 2. (μειωτ.) πρόσωπο με άσχημα χαρακτηριστικά. ΣΥΝ. ασχημόφατσα, σκατόφατσα (1) | |
| 37934 | παλιόφιλος | πα-λιό-φι-λος ουσ. (αρσ.) (οικ.-συνήθ. ως προσφών.): καλός φίλος από παλιά: Τι χαμπάρια, ~ε; Πβ. φιλαράκι. | |
| 37935 | παλιοφυλλάδα | πα-λιο-φυλ-λά-δα ουσ. (θηλ.) (εμφατ.): έντυπο, ιδ. εφημερίδα, χαμηλού επιπέδου, με συκοφαντικό ή/και σκανδαλοθηρικό συνήθ. περιεχόμενο. Πβ. (κωλο)φυλλάδα, πατσαβούρα. Βλ. ο κίτρινος Τύπος. | |
| 37936 | παλιοχαρακτήρας | πα-λιο-χα-ρα-κτή-ρας ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): άνθρωπος με κακό χαρακτήρα. Πβ. κωλοχαρακτήρας. | |
| 37937 | παλιόχαρτο | πα-λιό-χαρ-το ουσ. (ουδ.) 1. άχρηστο ή φθαρμένο κομμάτι χαρτιού. 2. (μτφ.-μειωτ.) έγγραφο, τίτλος σπουδών ή χαρτονόμισμα χωρίς αξία, αντίκρισμα. Πβ. κουρελό-, μπακαλό-χαρτο. | |
| 37938 | παλιρ- | βλ. παλιν- | |
| 37939 | παλίρροια | πα-λίρ-ροι-α ουσ. (θηλ.): ΩΚΕΑΝ. φυσικό φαινόμενο περιοδικής αυξομείωσης της στάθμης της θάλασσας, λόγω της έλξης που ασκούν στην υδρόσφαιρα η Σελήνη και ο Ήλιος: το εύρος/οι φάσεις της ~ας. Βλ. άμπωτη, πλήμμη, πλημμυρίδα, ρηχία, -ρροια. [< αρχ. παλίρροια] | |
| 37940 | παλιρροϊκός | , ή, ό πα-λιρ-ρο-ϊ-κός επίθ. & παλιρροιακός: ΩΚΕΑΝ. που σχετίζεται με την παλίρροια ή προκαλείται από αυτή: ~ή: ενέργεια. ~ό: ρεύμα. ● ΣΥΜΠΛ.: παλιρροϊκό κύμα & παλιρροιακό κύμα 1. ΩΚΕΑΝ. κύμα που οφείλεται κυρ. στην παλίρροια. Βλ. τσουνάμι. 2. (μτφ.) φαινόμενο που εκδηλώνεται έντονα και μαζικά: ~ ~ αλλαγών. | |
| 37941 | παλιρροιογράφος | πα-λιρ-ροι-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΩΚΕΑΝ. όργανο καταγραφής των μεταβολών του ύψους στην επιφάνεια της θάλασσας λόγω της παλίρροιας. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. marégraphe] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ