| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37942 | παλιώνω | πα-λιώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πάλιω-σε, παλιώ-σει, -μένος, παλιών-οντας} 1. (για πρόσ.) βρίσκομαι πολύ καιρό σε έναν χώρο, τομέα: Είναι δέκα χρόνια στη δουλειά, ~σε πια.|| (στρατ. αργκό) ~σαν και δεν κάνουν αγγαρείες (βλ. παλιός, παλιοσειρά). 2. (σπάν.) καθιστώ κάτι παλιό. ● παλιώνει 1. γίνεται παλιό, φθείρεται: Τα μηχανήματα ~σαν από την υπερβολική χρήση. ~σε το αυτοκίνητό του και αγόρασε καινούργιο. ~σαν τα ρούχα του.|| (μτφ.) ~σαν τα νέα (βλ. μπαγιατεύει). 2. (ειδικότ., για οινοπνευματώδες ποτό) παλαιώνει: Κρασιά που έχουν ~σει σε ξύλινα βαρέλια. [< μεσν. παλαιώνω] | |
| 37943 | πάλκο | πάλ-κο ουσ. (ουδ.) 1. βάθρο, εξέδρα, συνήθ. για τραγουδιστές, μουσικούς και ηθοποιούς. 2. (συνεκδ.) κέντρο διασκέδασης: λαϊκά ~α. Από το σανίδι στο ~. Βλ. οθόνη, παλκοσένικο, πανί, σελιλόιντ. ● ΦΡ.: ανέβηκε/βγήκε στο πάλκο (μτφ.): πρωτοεμφανίστηκε ως καλλιτέχνης της μουσικής ή του θεάτρου: Από τα δεκαέξι της ανέβηκε στο ~. Βλ. βγήκε στο θέατρο/στη σκηνή. [< ιταλ. palco] | |
| 37944 | παλκοσένικο | παλ-κο-σέ-νι-κο ουσ. (ουδ.): σανίδωμα θεατρικής κυρ. σκηνής· συνεκδ. σκηνή· το ίδιο το θέατρο. Βλ. οθόνη, πάλκο, πανί, σανίδι, σελιλόιντ. [< ιταλ. palcoscenico] | |
| 37945 | παλλάδιο | παλ-λά-δι-ο ουσ. (ουδ.) {παλλαδ-ίου}: ΧΗΜ. αργυρόλευκο πολύτιμο μέταλλο (σύμβ. Pd, Ζ 46) της ομάδας του λευκόχρυσου, που είναι σκληρό, εξαιρετικά ελατό και χρησιμοποιείται κυρ. σε κράματα στην αυτοκινητοβιομηχανία καθώς και στην κατασκευή κοσμημάτων. Βλ. πλατίνα, χρυσός. [< αρχ. παλλάδιον 'ομοίωμα της θεάς Αθηνάς Παλλάδας', αγγλ.-γαλλ. palladium < Pallas, ονομασία του ομώνυμου αστεροειδούς] | |
| 37946 | παλλαϊκός | , ή, ό παλ-λα-ϊ-κός επίθ.: πάνδημος: ~ός: αγώνας. ~ή: αντίδραση/αντίσταση/διαδήλωση/κινητοποίηση/συγκέντρωση/συμμετοχή. ~ό: αίτημα/συλλαλητήριο. Η εξέγερση αποκτά/πήρε ~ό χαρακτήρα. | |
| 37947 | παλλακίδα | παλ-λα-κί-δα ουσ. (θηλ.): ΑΡΧ. γυναίκα που συμβίωνε με πλούσιο συνήθ. άνδρα και είχε ερωτική σχέση μαζί του, χωρίς να είναι η επίσημη σύζυγός του. Πβ. ερωμένη. [< αρχ. παλλακίς] | |
| 37948 | πάλλευκος | , η, ο πάλ-λευ-κος επίθ. (κυρ. λογοτ.): κατάλευκος, ολόλευκος: ~ο: δέρμα. ~α: μαλλιά.|| (σπάν.-μτφ.) ~η: ψυχή (πβ. αγνή, άσπιλη). ΑΝΤ. κατάμαυρος, ολόμαυρος [< αρχ. πάλλευκος] | |
| 37949 | παλληκαράς | βλ. παλικαράς | |
| 37950 | παλληκάρι | βλ. παλικάρι | |
| 37951 | παλληκαριά | βλ. παλικαριά | |
| 37952 | παλληκαρίσιος | βλ. παλικαρίσιος | |
| 37953 | παλληκαρισμός | βλ. παλικαρισμός | |
| 37954 | πάλλω | πάλ-λω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έπαλλε, παλλ-όταν, -όμενος, κυρ. μεσοπαθ., στο θ. του ενεστ.}: θέτω κάτι σε μικρή παλινδρομική κίνηση: ~ει τις χορδές της λύρας. ● Παθ.: πάλλεται: δονείται, σείεται: Η καρδιά ~/(σπάν.-λόγ.) ~ει (= χτυπά). Κατά τη διάρκεια της ομιλίας, οι φωνητικές χορδές ~ονται. ~όμενη: μεμβράνη/ροή νερού. ~όμενο: Σύμπαν. ~όμενες: ραδιοπηγές (= πάλσαρ). Πβ. ταλαντεύομαι, ταλαντώνομαι.|| (μτφ.) Η εξέδρα (στο γήπεδο)/το πλήθος ~όταν από ενθουσιασμό (: βίωνε έντονη συγκίνηση). ~όμενη: φωνή. [< αρχ. πάλλω] | |
| 37961 | παλμ-τοπ | ουσ. (ουδ.) & πάλμτοπ {άκλ.}: υπολογιστής παλάμης/χειρός. | |
| 37955 | παλμαρέ | παλ-μα-ρέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κατάλογος με τις επιτυχίες, τις νίκες αθλητή ή συλλόγου: Άλλος ένας τίτλος προστέθηκε στο ~ της ομάδας. [< γαλλ. palmarès] | |
| 37956 | παλμικός | , ή, ό παλ-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον παλμό: ~ή: ειδοποίηση (σε τηλέφωνα)/κίνηση/λειτουργία. ~ό: κατσαβίδι/λέιζερ/οξύμετρο/ρεύμα. ~ά: τριβεία. ● ΣΥΜΠΛ.: παλμική κλήση: ΤΗΛΕΠ. τρόπος κλήσης τηλεφωνικού αριθμού μέσω (διακοπτόμενων) ηλεκτρικών παλμών που αντιστοιχούν στα ψηφία του. [< αγγλ. pulse dialling] , παλμικό φως: δέσμη φωτός με ευρύ φάσμα· χρησιμοποιείται κυρ. για θεραπευτικούς σκοπούς και για την αντιμετώπιση της ανεπιθύμητης τριχοφυΐας: έντονο ~ ~. Βλ. φωτοαποτρίχωση, φωτοθερμόλυση, φωτόλυση. [< αγγλ. pulsed light] [< μτγν. παλμικός, γαλλ. oscillatoire] | |
| 37957 | παλμιτικός | , ή, ό παλ-μι-τι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που προέρχεται από το φοινικέλαιο ή σχετίζεται με αυτό: ~ός: εστέρας. ~ή: ρητινόλη. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: παλμιτικό οξύ: κορεσμένο λιπαρό οξύ, τα γλυκερίδια του οποίου απαντούν στα φυτικά και ζωικά λίπη: Το ~ ~ χρησιμοποιείται κυρίως στην κατασκευή σαπουνιών και κεριών. [< αγγλ. palmitic] | |
| 37958 | παλμογράφος | παλ-μο-γρά-φος ουσ. (αρσ.) 1. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. διάταξη για οπτική απεικόνιση της χρονικής μεταβολής σημάτων ρεύματος ή τάσης: καθοδικός ~. Βλ. ταλαντοσκόπιο. 2. (ειδικότ.) όργανο που ελέγχει τον αριθμό των καρδιακών παλμών μέσω ελαστικής ζώνης που φοριέται στο στήθος και η οποία εκπέμπει ασύρματα τον κωδικοποιημένο αριθμό των παλμών σε πομποδέκτη. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. oscillographe, αγγλ. oscillograph] | |
| 37959 | παλμοκωδικός | , ή, ό παλ-μο-κω-δι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: παλμοκωδική διαμόρφωση & διαμόρφωση παλμού: ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. διαδικασία μετατροπής αναλογικού σήματος φωνής σε ψηφιακό. [< αγγλ. pulse code modulation, 1947] | |
| 37960 | παλμός | παλ-μός ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. ρυθμική συστολή και διαστολή της καρδιάς: μέτρηση καρδιακού ~ού (= σφυγμός, χτύπος). Οι ~οί του εμβρύου. Προκάρδιοι ~οί. Μετρητής ~ών. 2. (μτφ.) ένταση, ζωηρότητα που χαρακτηρίζει ένα γεγονός, μια κατάσταση: αγωνιστικός ~. Ο ~ της αγοράς/της επικαιρότητας/της εποχής/της ζωής. Με δυναμικό ~. Στον ~ό των εκλογών/του ντέρμπι. Μεγάλη σε όγκο και ~ό η συγκέντρωση.|| Νεανικός ~/ο ~ της νεολαίας (= ενθουσιασμός, ζωντάνια). 3. παλινδρομική κίνηση με μικρή διάρκεια και μικρό εύρος: ~οί της χορδής. Πβ. δόνηση, κραδασμός, ταρακούνημα, τράνταγμα, τρέμουλο. 4. ΦΥΣ. περιορισμένης διάρκειας μεταβολή φυσικού μεγέθους: διάρκεια/πλάτος ~ού. Ηλεκτρικοί/ηλεκτρομαγνητικοί/ηχητικοί ~οί. ~οί φωτός. ● ΣΥΜΠΛ.: γεννήτρια παλμών: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. μηχανισμός παραγωγής σταθερού ή σχεδόν σταθερού παλμού., παλμοκωδική διαμόρφωση βλ. παλμοκωδικός [< 1, 2, 3: αρχ. παλμός, γαλλ. oscillation] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ