| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37927 | παλιοσίδερο | πα-λιο-σί-δε-ρο ουσ. (ουδ.) (μειωτ.): σκουριασμένο σίδερο που δεν χρησιμεύει σε τίποτα. ● παλιοσίδερα (τα): παλιά σιδερένια μηχανήματα, οχήματα, πλοία, κατασκευές ή τμήματά τους που δεν έχουν αξία παρά μόνο ως πρώτη ύλη. Βλ. σκραπ. ● ΦΡ.: για (τα) παλιοσίδερα: για πέταμα: Μετά το τρακάρισμα το αυτοκίνητο είναι/πάει ~ ~. Πβ. για τα σκουπίδια. | |
| 37928 | παλιόσκυλο | πα-λιό-σκυ-λο ουσ. (ουδ.) ΣΥΝ. βρομόσκυλο, κοπρόσκυλο 1. (μτφ.-υβριστ.) άνθρωπος ανήθικος, αχρείος. 2. (μειωτ.) σκυλί αδέσποτο, βρόμικο ή/και άγριο, ενοχλητικό. | |
| 37929 | παλιόσπιτο | πα-λιό-σπι-το ουσ. (ουδ.) (μειωτ.): σπίτι παλιό, σε κακή κατάσταση ή μικρής αξίας. [< μεσν. παλιόσπιτο(ν)] | |
| 37930 | παλιοτόμαρο | πα-λιο-τό-μα-ρο ουσ. (ουδ.) (υβριστ.): παλιάνθρωπος. Πβ. αλήτης, αλιτήριος, μούτρο, τσογλάνι. ΣΥΝ. κάθαρμα, καθίκι (1), τομάρι (2) | |
| 37931 | πάλιουρας | βλ. παλαίουρας | |
| 37932 | παλιούρι | πα-λιού-ρι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. αυτοφυής, αγκαθωτός φυλλοβόλος θάμνος ή μικρό δέντρο της Μεσογειακής Ευρώπης (γένος Paliurus) και της Δ. Ασίας, ορισμένα είδη του οποίου χρησιμοποιούνται ως καλλωπιστικά ή για να περιφράσσουν αγρούς, στάνες. [< αρχ. παλίουρος (ὁ)] | |
| 37933 | παλιόφατσα | πα-λιό-φα-τσα ουσ. (θηλ.) 1. (προφ.) φιλική προσφώνηση ή αναφορά σε οικείο πρόσωπο. ΣΥΝ. παλιόπαιδο (2) 2. (μειωτ.) πρόσωπο με άσχημα χαρακτηριστικά. ΣΥΝ. ασχημόφατσα, σκατόφατσα (1) | |
| 37934 | παλιόφιλος | πα-λιό-φι-λος ουσ. (αρσ.) (οικ.-συνήθ. ως προσφών.): καλός φίλος από παλιά: Τι χαμπάρια, ~ε; Πβ. φιλαράκι. | |
| 37935 | παλιοφυλλάδα | πα-λιο-φυλ-λά-δα ουσ. (θηλ.) (εμφατ.): έντυπο, ιδ. εφημερίδα, χαμηλού επιπέδου, με συκοφαντικό ή/και σκανδαλοθηρικό συνήθ. περιεχόμενο. Πβ. (κωλο)φυλλάδα, πατσαβούρα. Βλ. ο κίτρινος Τύπος. | |
| 37936 | παλιοχαρακτήρας | πα-λιο-χα-ρα-κτή-ρας ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): άνθρωπος με κακό χαρακτήρα. Πβ. κωλοχαρακτήρας. | |
| 37937 | παλιόχαρτο | πα-λιό-χαρ-το ουσ. (ουδ.) 1. άχρηστο ή φθαρμένο κομμάτι χαρτιού. 2. (μτφ.-μειωτ.) έγγραφο, τίτλος σπουδών ή χαρτονόμισμα χωρίς αξία, αντίκρισμα. Πβ. κουρελό-, μπακαλό-χαρτο. | |
| 37938 | παλιρ- | βλ. παλιν- | |
| 37939 | παλίρροια | πα-λίρ-ροι-α ουσ. (θηλ.): ΩΚΕΑΝ. φυσικό φαινόμενο περιοδικής αυξομείωσης της στάθμης της θάλασσας, λόγω της έλξης που ασκούν στην υδρόσφαιρα η Σελήνη και ο Ήλιος: το εύρος/οι φάσεις της ~ας. Βλ. άμπωτη, πλήμμη, πλημμυρίδα, ρηχία, -ρροια. [< αρχ. παλίρροια] | |
| 37940 | παλιρροϊκός | , ή, ό πα-λιρ-ρο-ϊ-κός επίθ. & παλιρροιακός: ΩΚΕΑΝ. που σχετίζεται με την παλίρροια ή προκαλείται από αυτή: ~ή: ενέργεια. ~ό: ρεύμα. ● ΣΥΜΠΛ.: παλιρροϊκό κύμα & παλιρροιακό κύμα 1. ΩΚΕΑΝ. κύμα που οφείλεται κυρ. στην παλίρροια. Βλ. τσουνάμι. 2. (μτφ.) φαινόμενο που εκδηλώνεται έντονα και μαζικά: ~ ~ αλλαγών. | |
| 37941 | παλιρροιογράφος | πα-λιρ-ροι-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΩΚΕΑΝ. όργανο καταγραφής των μεταβολών του ύψους στην επιφάνεια της θάλασσας λόγω της παλίρροιας. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. marégraphe] | |
| 37942 | παλιώνω | πα-λιώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πάλιω-σε, παλιώ-σει, -μένος, παλιών-οντας} 1. (για πρόσ.) βρίσκομαι πολύ καιρό σε έναν χώρο, τομέα: Είναι δέκα χρόνια στη δουλειά, ~σε πια.|| (στρατ. αργκό) ~σαν και δεν κάνουν αγγαρείες (βλ. παλιός, παλιοσειρά). 2. (σπάν.) καθιστώ κάτι παλιό. ● παλιώνει 1. γίνεται παλιό, φθείρεται: Τα μηχανήματα ~σαν από την υπερβολική χρήση. ~σε το αυτοκίνητό του και αγόρασε καινούργιο. ~σαν τα ρούχα του.|| (μτφ.) ~σαν τα νέα (βλ. μπαγιατεύει). 2. (ειδικότ., για οινοπνευματώδες ποτό) παλαιώνει: Κρασιά που έχουν ~σει σε ξύλινα βαρέλια. [< μεσν. παλαιώνω] | |
| 37943 | πάλκο | πάλ-κο ουσ. (ουδ.) 1. βάθρο, εξέδρα, συνήθ. για τραγουδιστές, μουσικούς και ηθοποιούς. 2. (συνεκδ.) κέντρο διασκέδασης: λαϊκά ~α. Από το σανίδι στο ~. Βλ. οθόνη, παλκοσένικο, πανί, σελιλόιντ. ● ΦΡ.: ανέβηκε/βγήκε στο πάλκο (μτφ.): πρωτοεμφανίστηκε ως καλλιτέχνης της μουσικής ή του θεάτρου: Από τα δεκαέξι της ανέβηκε στο ~. Βλ. βγήκε στο θέατρο/στη σκηνή. [< ιταλ. palco] | |
| 37944 | παλκοσένικο | παλ-κο-σέ-νι-κο ουσ. (ουδ.): σανίδωμα θεατρικής κυρ. σκηνής· συνεκδ. σκηνή· το ίδιο το θέατρο. Βλ. οθόνη, πάλκο, πανί, σανίδι, σελιλόιντ. [< ιταλ. palcoscenico] | |
| 37945 | παλλάδιο | παλ-λά-δι-ο ουσ. (ουδ.) {παλλαδ-ίου}: ΧΗΜ. αργυρόλευκο πολύτιμο μέταλλο (σύμβ. Pd, Ζ 46) της ομάδας του λευκόχρυσου, που είναι σκληρό, εξαιρετικά ελατό και χρησιμοποιείται κυρ. σε κράματα στην αυτοκινητοβιομηχανία καθώς και στην κατασκευή κοσμημάτων. Βλ. πλατίνα, χρυσός. [< αρχ. παλλάδιον 'ομοίωμα της θεάς Αθηνάς Παλλάδας', αγγλ.-γαλλ. palladium < Pallas, ονομασία του ομώνυμου αστεροειδούς] | |
| 37946 | παλλαϊκός | , ή, ό παλ-λα-ϊ-κός επίθ.: πάνδημος: ~ός: αγώνας. ~ή: αντίδραση/αντίσταση/διαδήλωση/κινητοποίηση/συγκέντρωση/συμμετοχή. ~ό: αίτημα/συλλαλητήριο. Η εξέγερση αποκτά/πήρε ~ό χαρακτήρα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ