| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37962 | παλούκι | πα-λού-κι ουσ. (ουδ.) {παλουκιού} 1. μακρόστενο κομμάτι ξύλου με αιχμηρή απόληξη που στερεώνεται στο έδαφος και χρησιμοποιείται κυρ. για στήριξη. Πβ. πάσσαλος. 2. (αργκό) κάτι πάρα πολύ δύσκολο, ανυπέρβλητο: Τα θέματα στις εξετάσεις ήταν ~ια. ΣΥΝ. αγγούρι (2), ζόρι (2), μανίκι (2), πακέτο (4) ● Υποκ.: παλουκάκι (το) ● ΦΡ.: του σκοινιού και του παλουκιού (προφ.-μειωτ.): για κάποιον που θεωρείται αχρείος, διεφθαρμένος, χωρίς ηθικούς φραγμούς: άνθρωπος ~ ~. Πβ. εξώλης και προώλης., τα βρίσκω δύσκολα/σκούρα/μπαστούνια/ζόρικα/παλούκια βλ. βρίσκω [< μεσν. παλούκι(ν)] | |
| 37963 | παλουκοκαύτης | πα-λου-κο-καύ-της ουσ. (αρσ.): μόνο στη ● ΦΡ.: Μάρτης γδάρτης (και κακός παλουκοκαύτης) βλ. Μάρτης | |
| 37964 | παλούκωμα | πα-λού-κω-μα ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): ανασκολοπισμός. Πβ. σούβλισμα. | |
| 37965 | παλουκώνω | πα-λου-κώ-νω ρ. (μτβ.) {παλούκω-σα, παλουκώ-θηκα, -μένος}: (παλαιότ.) σκοτώνω κάποιον διαπερνώντας τον με παλούκι. Πβ. σουβλίζω. ΣΥΝ. ανασκολοπίζω ● Παθ.: παλουκώνομαι {συνήθ. στην προστ.} (προφ.): κάθομαι κάπου ακίνητος, ήσυχος: ~σου σε μια καρέκλα επιτέλους και μη με ζαλίζεις! [< μεσν. παλουκώνω] | |
| 37966 | πάλσαρ | πάλ-σαρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΣΤΡΟΝ. μικρός και εξαιρετικά πυκνός αστέρας νετρονίων που περιστρέφεται με πολύ μεγάλη ταχύτητα γύρω από τον άξονά του και εκπέμπει σύντομους και επαναλαμβανόμενους ηλεκτρομαγνητικούς παλμούς. ΣΥΝ. παλλόμενη ραδιοπηγή. [< αγγλ. puls(ating) (st)ar, 1968] | |
| 37967 | παλτό | παλ-τό ουσ. (ουδ.) {παλτού | κ. άκλ.} 1. μακρύ ως τη γάμπα ή τους αστραγάλους πανωφόρι, συνήθ. από χοντρό ύφασμα ή από δέρμα, με μανίκια: ανδρικό/γυναικείο ~. Βαρύ/γούνινο/καμηλό/μάλλινο ~. ~ με κουκούλα. Βλ. γούνα, ζακέτα, ημίπαλτο, καμπαρντίνα, κάπα, μαντό, μοντγκόμερι, μπουφάν. 2. (αθλητική αργκό) ακριβοπληρωμένος παίκτης που δεν έχει την αναμενόμενη απόδοση. Βλ. άμπαλος. ● Υποκ.: παλτουδάκι (το): στη σημ. 1. [< γαλλ. paletot] | |
| 37968 | παλτουδιά | παλ-του-διά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-ειρων.): παλτό, συνήθ. καλής ποιότητας ή/και ακριβό. | |
| 37969 | παμ- | & πάμ- βλ. παν- | |
| 37970 | παμβαλκανικός | , ή, ό παμ-βαλ-κα-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τα κράτη και τους λαούς της Βαλκανικής στο σύνολό τους: ~ό: συνέδριο. | |
| 37971 | πάμε | βλ. πηγαίνω | |
| 37972 | Παμμακάριστος | , η, ο παμ-μα-κά-ρι-στος επίθ./ουσ. {Παμμακαρίστου} (επιτατ.): ΕΚΚΛΗΣ. προσωνυμία της Θεοτόκου· πανευτυχής. [< μτγν. παμμακάριστος] | |
| 37973 | παμμακεδονικός | , ή, ό παμ-μα-κε-δο-νι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με ολόκληρη τη Μακεδονία ή τους Μακεδόνες στο σύνολό τους: ~ός: σύλλογος. | |
| 37974 | παμμέγιστος | , η, ο παμ-μέ-γι-στος επίθ. (λόγ.-επιτατ.): πολύ σπουδαίος, σημαντικός: ~η: αξία. ~ο: σφάλμα. ΣΥΝ. τρισμέγιστος [< μτγν. παμμέγιστος] | |
| 37975 | παμμικρασιατικός | , ή, ό παμ-μι-κρα-σια-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με ολόκληρη τη Μ. Ασία ή τους Μικρασιάτες στο σύνολό τους: ~ός: σύνδεσμος. | |
| 37976 | παμπ | ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: χώρος διασκέδασης (κυρ. στη Μεγάλη Βρετανία, την Ιρλανδία, τον Καναδά, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία), όπου σερβίρονται ποτά, κυρ. μπίρα, και ελαφριά γεύματα. Βλ. μπαρ. [< αγγλ. pub, γαλλ. ~] | |
| 37977 | πάμπα | πά-μπα ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΓΕΩΓΡ. μεγάλη άδενδρη πεδινή έκταση στη Ν. Αμερική με ποώδη βλάστηση και ήπιο κλίμα. Βλ. στέπα. [< αμερικ.-ισπαν. pampa < γαλλ. ~] | |
| 37978 | παμπαίδες | [παμπαῖδες] πα-μπαί-δες ουσ. (αρσ.) (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Π): ΑΘΛ. ηλικιακή κατηγορία κατάταξης αθλούμενων αγοριών, μετά τους προπαίδες και πριν από τους παίδες. Βλ. παγκορασίδες. | |
| 37979 | παμπάλαιος | , α/η, ο πα-μπά-λαι-ος επίθ. (λόγ.-επιτατ.): πάρα πολύ παλιός. Πβ. προαιώνιος. [< αρχ. παμπάλαιος] | |
| 37980 | παμπελοποννησιακός | , ή, ό πα-μπε-λο-πον-νη-σι-α-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με ολόκληρη την Πελοπόννησο ή με τους Πελοποννήσιους στο σύνολό τους: ~οί: αγώνες. | |
| 37981 | πάμπερς | πά-μπερς ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. πάμπερ}: πάνες. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. pampers, 1961] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ