| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37947 | παλλακίδα | παλ-λα-κί-δα ουσ. (θηλ.): ΑΡΧ. γυναίκα που συμβίωνε με πλούσιο συνήθ. άνδρα και είχε ερωτική σχέση μαζί του, χωρίς να είναι η επίσημη σύζυγός του. Πβ. ερωμένη. [< αρχ. παλλακίς] | |
| 37948 | πάλλευκος | , η, ο πάλ-λευ-κος επίθ. (κυρ. λογοτ.): κατάλευκος, ολόλευκος: ~ο: δέρμα. ~α: μαλλιά.|| (σπάν.-μτφ.) ~η: ψυχή (πβ. αγνή, άσπιλη). ΑΝΤ. κατάμαυρος, ολόμαυρος [< αρχ. πάλλευκος] | |
| 37949 | παλληκαράς | βλ. παλικαράς | |
| 37950 | παλληκάρι | βλ. παλικάρι | |
| 37951 | παλληκαριά | βλ. παλικαριά | |
| 37952 | παλληκαρίσιος | βλ. παλικαρίσιος | |
| 37953 | παλληκαρισμός | βλ. παλικαρισμός | |
| 37954 | πάλλω | πάλ-λω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έπαλλε, παλλ-όταν, -όμενος, κυρ. μεσοπαθ., στο θ. του ενεστ.}: θέτω κάτι σε μικρή παλινδρομική κίνηση: ~ει τις χορδές της λύρας. ● Παθ.: πάλλεται: δονείται, σείεται: Η καρδιά ~/(σπάν.-λόγ.) ~ει (= χτυπά). Κατά τη διάρκεια της ομιλίας, οι φωνητικές χορδές ~ονται. ~όμενη: μεμβράνη/ροή νερού. ~όμενο: Σύμπαν. ~όμενες: ραδιοπηγές (= πάλσαρ). Πβ. ταλαντεύομαι, ταλαντώνομαι.|| (μτφ.) Η εξέδρα (στο γήπεδο)/το πλήθος ~όταν από ενθουσιασμό (: βίωνε έντονη συγκίνηση). ~όμενη: φωνή. [< αρχ. πάλλω] | |
| 37961 | παλμ-τοπ | ουσ. (ουδ.) & πάλμτοπ {άκλ.}: υπολογιστής παλάμης/χειρός. | |
| 37955 | παλμαρέ | παλ-μα-ρέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κατάλογος με τις επιτυχίες, τις νίκες αθλητή ή συλλόγου: Άλλος ένας τίτλος προστέθηκε στο ~ της ομάδας. [< γαλλ. palmarès] | |
| 37956 | παλμικός | , ή, ό παλ-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον παλμό: ~ή: ειδοποίηση (σε τηλέφωνα)/κίνηση/λειτουργία. ~ό: κατσαβίδι/λέιζερ/οξύμετρο/ρεύμα. ~ά: τριβεία. ● ΣΥΜΠΛ.: παλμική κλήση: ΤΗΛΕΠ. τρόπος κλήσης τηλεφωνικού αριθμού μέσω (διακοπτόμενων) ηλεκτρικών παλμών που αντιστοιχούν στα ψηφία του. [< αγγλ. pulse dialling] , παλμικό φως: δέσμη φωτός με ευρύ φάσμα· χρησιμοποιείται κυρ. για θεραπευτικούς σκοπούς και για την αντιμετώπιση της ανεπιθύμητης τριχοφυΐας: έντονο ~ ~. Βλ. φωτοαποτρίχωση, φωτοθερμόλυση, φωτόλυση. [< αγγλ. pulsed light] [< μτγν. παλμικός, γαλλ. oscillatoire] | |
| 37957 | παλμιτικός | , ή, ό παλ-μι-τι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που προέρχεται από το φοινικέλαιο ή σχετίζεται με αυτό: ~ός: εστέρας. ~ή: ρητινόλη. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: παλμιτικό οξύ: κορεσμένο λιπαρό οξύ, τα γλυκερίδια του οποίου απαντούν στα φυτικά και ζωικά λίπη: Το ~ ~ χρησιμοποιείται κυρίως στην κατασκευή σαπουνιών και κεριών. [< αγγλ. palmitic] | |
| 37958 | παλμογράφος | παλ-μο-γρά-φος ουσ. (αρσ.) 1. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. διάταξη για οπτική απεικόνιση της χρονικής μεταβολής σημάτων ρεύματος ή τάσης: καθοδικός ~. Βλ. ταλαντοσκόπιο. 2. (ειδικότ.) όργανο που ελέγχει τον αριθμό των καρδιακών παλμών μέσω ελαστικής ζώνης που φοριέται στο στήθος και η οποία εκπέμπει ασύρματα τον κωδικοποιημένο αριθμό των παλμών σε πομποδέκτη. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. oscillographe, αγγλ. oscillograph] | |
| 37959 | παλμοκωδικός | , ή, ό παλ-μο-κω-δι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: παλμοκωδική διαμόρφωση & διαμόρφωση παλμού: ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. διαδικασία μετατροπής αναλογικού σήματος φωνής σε ψηφιακό. [< αγγλ. pulse code modulation, 1947] | |
| 37960 | παλμός | παλ-μός ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. ρυθμική συστολή και διαστολή της καρδιάς: μέτρηση καρδιακού ~ού (= σφυγμός, χτύπος). Οι ~οί του εμβρύου. Προκάρδιοι ~οί. Μετρητής ~ών. 2. (μτφ.) ένταση, ζωηρότητα που χαρακτηρίζει ένα γεγονός, μια κατάσταση: αγωνιστικός ~. Ο ~ της αγοράς/της επικαιρότητας/της εποχής/της ζωής. Με δυναμικό ~. Στον ~ό των εκλογών/του ντέρμπι. Μεγάλη σε όγκο και ~ό η συγκέντρωση.|| Νεανικός ~/ο ~ της νεολαίας (= ενθουσιασμός, ζωντάνια). 3. παλινδρομική κίνηση με μικρή διάρκεια και μικρό εύρος: ~οί της χορδής. Πβ. δόνηση, κραδασμός, ταρακούνημα, τράνταγμα, τρέμουλο. 4. ΦΥΣ. περιορισμένης διάρκειας μεταβολή φυσικού μεγέθους: διάρκεια/πλάτος ~ού. Ηλεκτρικοί/ηλεκτρομαγνητικοί/ηχητικοί ~οί. ~οί φωτός. ● ΣΥΜΠΛ.: γεννήτρια παλμών: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. μηχανισμός παραγωγής σταθερού ή σχεδόν σταθερού παλμού., παλμοκωδική διαμόρφωση βλ. παλμοκωδικός [< 1, 2, 3: αρχ. παλμός, γαλλ. oscillation] | |
| 37962 | παλούκι | πα-λού-κι ουσ. (ουδ.) {παλουκιού} 1. μακρόστενο κομμάτι ξύλου με αιχμηρή απόληξη που στερεώνεται στο έδαφος και χρησιμοποιείται κυρ. για στήριξη. Πβ. πάσσαλος. 2. (αργκό) κάτι πάρα πολύ δύσκολο, ανυπέρβλητο: Τα θέματα στις εξετάσεις ήταν ~ια. ΣΥΝ. αγγούρι (2), ζόρι (2), μανίκι (2), πακέτο (4) ● Υποκ.: παλουκάκι (το) ● ΦΡ.: του σκοινιού και του παλουκιού (προφ.-μειωτ.): για κάποιον που θεωρείται αχρείος, διεφθαρμένος, χωρίς ηθικούς φραγμούς: άνθρωπος ~ ~. Πβ. εξώλης και προώλης., τα βρίσκω δύσκολα/σκούρα/μπαστούνια/ζόρικα/παλούκια βλ. βρίσκω [< μεσν. παλούκι(ν)] | |
| 37963 | παλουκοκαύτης | πα-λου-κο-καύ-της ουσ. (αρσ.): μόνο στη ● ΦΡ.: Μάρτης γδάρτης (και κακός παλουκοκαύτης) βλ. Μάρτης | |
| 37964 | παλούκωμα | πα-λού-κω-μα ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): ανασκολοπισμός. Πβ. σούβλισμα. | |
| 37965 | παλουκώνω | πα-λου-κώ-νω ρ. (μτβ.) {παλούκω-σα, παλουκώ-θηκα, -μένος}: (παλαιότ.) σκοτώνω κάποιον διαπερνώντας τον με παλούκι. Πβ. σουβλίζω. ΣΥΝ. ανασκολοπίζω ● Παθ.: παλουκώνομαι {συνήθ. στην προστ.} (προφ.): κάθομαι κάπου ακίνητος, ήσυχος: ~σου σε μια καρέκλα επιτέλους και μη με ζαλίζεις! [< μεσν. παλουκώνω] | |
| 37966 | πάλσαρ | πάλ-σαρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΣΤΡΟΝ. μικρός και εξαιρετικά πυκνός αστέρας νετρονίων που περιστρέφεται με πολύ μεγάλη ταχύτητα γύρω από τον άξονά του και εκπέμπει σύντομους και επαναλαμβανόμενους ηλεκτρομαγνητικούς παλμούς. ΣΥΝ. παλλόμενη ραδιοπηγή. [< αγγλ. puls(ating) (st)ar, 1968] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ