Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [3840-3860]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2906αναγωγικός, ή, ό [ἀναγωγικός] α-να-γω-γι-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με την αναγωγή: ~ή: μέθοδος. (ΧΗΜ.) ~ά: σάκχαρα. ● επίρρ.: αναγωγικά ● ΣΥΜΠΛ.: αναγωγική ατμόσφαιρα: ΧΗΜ. αέριο μείγμα με αφθονία συστατικών που είναι δότες ηλεκτρονίων., αναγωγική διαίρεση: ΒΙΟΛ. η πρώτη μειωτική διαίρεση, κατά την οποία ο αριθμός των χρωμοσωμάτων ενός κυττάρου μειώνεται στο μισό., αναγωγική φλόγα: ΧΗΜ. που διευκολύνει τις αντιδράσεις αναγωγής. [< αγγλ. reducing flame] , αναγωγικό (μέσο): ΧΗΜ. χημική ένωση ή στοιχείο (όπως άνθρακας, μέταλλα, μονοξείδιο του άνθρακα) που προκαλεί την αναγωγή άλλων σωμάτων, καθώς αυτό οξειδώνεται. [< μτγν. ἀναγωγικός, γαλλ. réducteur]
2907αναγωγισμός[ἀναγωγισμός] α-να-γω-γι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. θεωρία σύμφωνα με την οποία οι οντότητες μιας επιστήμης μπορούν να εξηγηθούν με βάση τους κανόνες μιας άλλης βασικότερης. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. réductionnisme, περ. 1950]
2908ανάγωγος1, η, ο [ἀνάγωγος] α-νά-γω-γος επίθ. (λόγ.): αναιδής, αγενής. Πβ. κακομαθημένος. ● επίρρ.: ανάγωγα [< μτγν. ἀνάγωγος]
2909ανάγωγος2, η, ο [ἀνάγωγος] α-νά-γω-γος επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ανάγωγο κλάσμα: ΜΑΘ. που δεν μπορεί να απλοποιηθεί περαιτέρω, που οι όροι του δεν διαιρούνται μεταξύ τους: Το 3/7 είναι ~ ~. [< γαλλ. irréductible]
2910αναδασμός[ἀναδασμός] α-να-δα-σμός ουσ. (αρσ.): αναδιανομή των αγροτεμαχίων μιας περιοχής με στόχο την αποτελεσματικότερη και δικαιότερη αξιοποίησή τους: σχέδιο ~ού (της γης).|| Αστικός ~ (: για τη δημιουργία και εκ νέου παραχώρηση οικοδομήσιμων χώρων). [< αρχ. ἀναδασμός]
2911αναδασώνω[ἀναδασώνω] α-να-δα-σώ-νω ρ. (μτβ.) {αναδάσω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος}: κάνω αναδάσωση. Πβ. δενδροφυτεύω. [< γαλλ. reboiser]
2912αναδάσωση[ἀναδάσωση] α-να-δά-σω-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΛ. φύτευση δενδρυλλίων (ή σπορά) σε δασική έκταση που έχει συνήθ. καταστραφεί από πυρκαγιά, με σκοπό την εκ νέου δημιουργία δάσους: τεχνητή/φυσική (: αναγέννηση του δάσους χωρίς την παρέμβαση του ανθρώπου) ~. Πβ. δενδροφύτευση. ΑΝΤ. αποδάσωση [< γαλλ. reboisement]
2913αναδασωτέος, α, ο [ἀναδασωτέος] α-να-δα-σω-τέ-ος επίθ. (επίσ.): που πρέπει ή πρόκειται να αναδασωθεί: Η έκταση που κάηκε, κηρύσσεται ~α. Βλ. -τέος.
2914αναδεικνύω[ἀναδεικνύω] α-να-δει-κνύ-ω ρ. (μτβ.) {ανέδει-ξε, αναδεί-ξει, αναδεικνύ-εται, αναδεί-χθηκε (προφ.) -χτηκε, -χθεί (προφ.) -χτεί, αναδεικνύ-οντας, -όμενος} (λόγ.) & (προφ.) αναδείχνω 1. προβάλλω, τονίζω, φέρνω στην επιφάνεια: Προσπάθεια να ~χθεί η πολιτιστική κληρονομιά. ~εται μέσα από … Πβ. εξυψώνω, προάγω, προωθώ.|| Ντύσιμο που ~ει την κομψότητά της/το προσωπικό του στιλ. 2. καταξιώνω, ανυψώνω, κάνω κάποιον να διακριθεί σε κάποιον τομέα: Η γεωγραφική της θέση ~ει την πόλη σε σπουδαίο οικονομικό κέντρο. Tον ~ξαν οι περιστάσεις. ~χθηκε (ως) ο καλύτερος παίκτης του αγώνα/της διοργάνωσης (πβ. MVP). 3. εκλέγω, ανακηρύσσω: Τον ~ξαν δήμαρχο. ~χθηκε (= βγήκε) βουλευτής. [< αρχ. ἀναδεικνύω]
2915ανάδειξη[ἀνάδειξη] α-νά-δει-ξη ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. προβολή: ~ των θέσεών μας/των ιδιαιτεροτήτων/των προβλημάτων. Έργα ~ης μνημείων. 2. καταξίωση, διάκριση: ~ της περιοχής ως πολιτιστικού πόλου έλξης. 3. εκλογή σε αξίωμα· ανακήρυξη: ~ νέου αρχηγού του κόμματος.|| Κρίσιμος αγώνας για την ~ του πρωταθλητή. [< μτγν. ἀνάδειξις]
2916αναδείχνωβλ. αναδεικνύω
2917ανάδελφος, η, ο [ἀνάδελφος] α-νά-δελ-φος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) απομονωμένος, μοναχικός· ειδικότ. για λαούς που δεν είναι ή δεν νιώθουν ομοεθνείς με άλλους: ~ο: έθνος. 2. (κυριολ.-παρωχ.) που δεν έχει αδέλφια. [< 2: αρχ. ἀνάδελφος]
2918αναδεξιμιός, αναδεξιμιά[ἀναδεξιμιός] α-να-δε-ξι-μιός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λαϊκό): βαφτιστήρι. ΣΥΝ. βαφτισιμιός, βαφτισιμιά [< μεσν. αναδεξιμαίος]
2919ανάδευση[ἀνάδευση] α-νά-δευ-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναδεύω: ~ διαλύματος/νερού. Πβ. ανακίνηση, ανάμειξη, χτύπημα. ΣΥΝ. ανακάτεμα (1)
2920αναδευτήρας[ἀναδευτήρας] α-να-δευ-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο ή μηχάνημα ανάδευσης. Πβ. αναμικτήρας, μίξερ, χαρμανιέρα, χτυπητήρι. Βλ. -τήρας, σέικερ. [< αγγλ. shaker]
2921αναδεύω[ἀναδεύω] α-να-δεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ανάδ-εψα (λόγ.) -ευσα, αναδεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -οντας} (λόγ.): ανακινώ: Θερμαίνουμε το μείγμα, ~οντας συνεχώς. Πβ. ανακατεύω, αναταράζω.|| (μτφ.) ~ουν συναισθήματα. ● Παθ.: αναδεύομαι {συνήθ. στο γ' πρόσ.} (λογοτ.): κινούμαι ελαφρά, απαλά: ~τηκε αμήχανα. Πβ. ανασαλεύει, κουνιέμαι. [< μτγν. ἀναδεύω]
2922αναδημιουργία[ἀναδημιουργία] α-να-δη-μι-ουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναδημιουργώ: ~ του κειμένου/τουκόσμου. Πβ. αναδιοργάνωση, αναδόμηση, ανακατασκευή, ανάπλαση.|| (μτφ.) ~ του ανθρώπου. Πβ. αναγέννηση, αναζωογόνηση.αναδημιουργίες (οι) {σπανιότ.}: αναδημιουργημένα αντικείμενα: εικαστικές/λογοτεχνικές ~. ~ σε μινιατούρα από τα αρχέτυπα. [< γαλλ. recréation]
2923αναδημιουργώ[ἀναδημιουργῶ] α-να-δη-μι-ουρ-γώ ρ. (μτβ.) {αναδημιούργ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: δημιουργώ, κατασκευάζω εκ νέου: ~ ένα κείμενο στην αρχική του μορφή. ~ήθηκε το ιστορικό κέντρο της πόλης (πβ. αναπλάθω). ~ημένο: οικοσύστημα. Πβ. αναδομώ, ανακατασκευάζω, ξαναφτιάχνω.|| (μτφ.) ~ την πραγματικότητα (πβ. ανασυνθέτω). [< μτγν. ἀναδημιουργῶ, γαλλ. recréer]
2924αναδημοσίευση[ἀναδημοσίευση] α-να-δη-μο-σί-ευ-ση ουσ. (θηλ.): εκ νέου δημοσίευση κειμένου ή άλλου υλικού σε διαφορετικό έντυπο ή ηλεκτρονικό μέσο από το αρχικό: ~ άρθρου/φωτογραφιών. Επιλεκτικές ~εύσεις από τον ημερήσιο και περιοδικό τύπο. Απαγορεύεται η ~ μέρους ή του συνόλου του περιεχομένου του βιβλίου. Πβ. επ~. Βλ. ανατύπωση, επανέκδοση.
2925αναδημοσιεύω[ἀναδημοσιεύω] α-να-δη-μο-σι-εύ-ω ρ. (μτβ.) {αναδημοσίευ-σε, -σει, -τηκε κ. -θηκε, -τεί κ. -θεί, -οντας, -όμενος, -μένος}: κάνω αναδημοσίευση: Συνέντευξη που ~τηκε σε εφημερίδα/περιοδικό/μπλογκ/σάιτ. Πβ. επ~. Βλ. ανατυπώνω, επανεκδίδω. [< γαλλ. republier]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.