Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [38580-38600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
37967παλτόπαλ-τό ουσ. (ουδ.) {παλτού | κ. άκλ.} 1. μακρύ ως τη γάμπα ή τους αστραγάλους πανωφόρι, συνήθ. από χοντρό ύφασμα ή από δέρμα, με μανίκια: ανδρικό/γυναικείο ~. Βαρύ/γούνινο/καμηλό/μάλλινο ~. ~ με κουκούλα. Βλ. γούνα, ζακέτα, ημίπαλτο, καμπαρντίνα, κάπα, μαντό, μοντγκόμερι, μπουφάν. 2. (αθλητική αργκό) ακριβοπληρωμένος παίκτης που δεν έχει την αναμενόμενη απόδοση. Βλ. άμπαλος. ● Υποκ.: παλτουδάκι (το): στη σημ. 1. [< γαλλ. paletot]
37968παλτουδιάπαλ-του-διά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-ειρων.): παλτό, συνήθ. καλής ποιότητας ή/και ακριβό.
37969παμ-& πάμ- βλ. παν-
37970παμβαλκανικός, ή, ό παμ-βαλ-κα-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τα κράτη και τους λαούς της Βαλκανικής στο σύνολό τους: ~ό: συνέδριο.
37971πάμεβλ. πηγαίνω
37972Παμμακάριστος, η, ο παμ-μα-κά-ρι-στος επίθ./ουσ. {Παμμακαρίστου} (επιτατ.): ΕΚΚΛΗΣ. προσωνυμία της Θεοτόκου· πανευτυχής. [< μτγν. παμμακάριστος]
37973παμμακεδονικός, ή, ό παμ-μα-κε-δο-νι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με ολόκληρη τη Μακεδονία ή τους Μακεδόνες στο σύνολό τους: ~ός: σύλλογος.
37974παμμέγιστος, η, ο παμ-μέ-γι-στος επίθ. (λόγ.-επιτατ.): πολύ σπουδαίος, σημαντικός: ~η: αξία. ~ο: σφάλμα. ΣΥΝ. τρισμέγιστος [< μτγν. παμμέγιστος]
37975παμμικρασιατικός, ή, ό παμ-μι-κρα-σια-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με ολόκληρη τη Μ. Ασία ή τους Μικρασιάτες στο σύνολό τους: ~ός: σύνδεσμος.
37976παμπουσ. (θηλ.) {άκλ.}: χώρος διασκέδασης (κυρ. στη Μεγάλη Βρετανία, την Ιρλανδία, τον Καναδά, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία), όπου σερβίρονται ποτά, κυρ. μπίρα, και ελαφριά γεύματα. Βλ. μπαρ. [< αγγλ. pub, γαλλ. ~]
37977πάμπαπά-μπα ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΓΕΩΓΡ. μεγάλη άδενδρη πεδινή έκταση στη Ν. Αμερική με ποώδη βλάστηση και ήπιο κλίμα. Βλ. στέπα. [< αμερικ.-ισπαν. pampa < γαλλ. ~]
37978παμπαίδες[παμπαῖδες] πα-μπαί-δες ουσ. (αρσ.) (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Π): ΑΘΛ. ηλικιακή κατηγορία κατάταξης αθλούμενων αγοριών, μετά τους προπαίδες και πριν από τους παίδες. Βλ. παγκορασίδες.
37979παμπάλαιος, α/η, ο πα-μπά-λαι-ος επίθ. (λόγ.-επιτατ.): πάρα πολύ παλιός. Πβ. προαιώνιος. [< αρχ. παμπάλαιος]
37980παμπελοποννησιακός, ή, ό πα-μπε-λο-πον-νη-σι-α-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με ολόκληρη την Πελοπόννησο ή με τους Πελοποννήσιους στο σύνολό τους: ~οί: αγώνες.
37981πάμπερςπά-μπερς ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. πάμπερ}: πάνες. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. pampers, 1961]
37982πάμπλουτος, η, ο πά-μπλου-τος επίθ. (επιτατ.): που διαθέτει πολύ μεγαλή περιουσία, είναι πάρα πολύ πλούσιος. Πβ. κροίσος, μεγιστάνας, πολυεκατομμυριούχος. ΣΥΝ. βαθύπλουτος, ζάπλουτος ΑΝΤ. θεόφτωχος, πάμφτωχος & πάμπτωχος [< αρχ. πάμπλουτος]
37983πάμπολλοι, ες, α πά-μπολ-λοι επίθ. (λόγ.-επιτατ.): πάρα πολλοί. [< αρχ. πάμπολυς]
37984παμπόνηρος, η, ο πα-μπό-νη-ρος επίθ. (λόγ.-επιτατ.): πάρα πολύ πονηρός. Πβ. κατεργάρης, πανούργος. [< αρχ. παμπόνηρος]
37985παμφάγος, α, ο παμ-φά-γος επίθ. 1. (λόγ., για έμβια όντα) που τρέφονται με ζωικές και φυτικές τροφές: ~ο: ζώο. Βλ. σαρκο-, φυτο-φάγος. 2. (προφ.-ειρων.) (για άνθρωπο) που τρώει τα πάντα και σε μεγάλες ποσότητες. Βλ. -φάγος. [< 1: αρχ. παμφάγος]
37986πάμφθηνος, η, ο πάμ-φθη-νος επίθ. (λόγ.-επιτατ.): πάρα πολύ φτηνός. ΑΝΤ. πανάκριβος ● επίρρ.: πάμφθηνα: Πβ. τζάμπα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.