| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 37982 | πάμπλουτος | , η, ο πά-μπλου-τος επίθ. (επιτατ.): που διαθέτει πολύ μεγαλή περιουσία, είναι πάρα πολύ πλούσιος. Πβ. κροίσος, μεγιστάνας, πολυεκατομμυριούχος. ΣΥΝ. βαθύπλουτος, ζάπλουτος ΑΝΤ. θεόφτωχος, πάμφτωχος & πάμπτωχος [< αρχ. πάμπλουτος] | |
| 37983 | πάμπολλοι | , ες, α πά-μπολ-λοι επίθ. (λόγ.-επιτατ.): πάρα πολλοί. [< αρχ. πάμπολυς] | |
| 37984 | παμπόνηρος | , η, ο πα-μπό-νη-ρος επίθ. (λόγ.-επιτατ.): πάρα πολύ πονηρός. Πβ. κατεργάρης, πανούργος. [< αρχ. παμπόνηρος] | |
| 37985 | παμφάγος | , α, ο παμ-φά-γος επίθ. 1. (λόγ., για έμβια όντα) που τρέφονται με ζωικές και φυτικές τροφές: ~ο: ζώο. Βλ. σαρκο-, φυτο-φάγος. 2. (προφ.-ειρων.) (για άνθρωπο) που τρώει τα πάντα και σε μεγάλες ποσότητες. Βλ. -φάγος. [< 1: αρχ. παμφάγος] | |
| 37986 | πάμφθηνος | , η, ο πάμ-φθη-νος επίθ. (λόγ.-επιτατ.): πάρα πολύ φτηνός. ΑΝΤ. πανάκριβος ● επίρρ.: πάμφθηνα: Πβ. τζάμπα. | |
| 37987 | πάμφτωχος & πάμπτωχος | , η, ο πάμ-φτω-χος επίθ. (λόγ.-επιτατ.): πάρα πολύ φτωχός. Πβ. ξυπόλυτος. ΑΝΤ. ζάπλουτος, πάμπλουτος [< μεσν. πάμπτωχος] | |
| 37988 | πάμφωτος | , η, ο πάμ-φω-τος επίθ. (λόγ.-επιτατ.): γεμάτος, πλημμυρισμένος από φως: ~α: καταστήματα. Βλ. -φωτος. ΣΥΝ. κατάφωτος, ολόφωτος [< μεσν. πάμφωτος] | |
| 37989 | παμψηφεί | παμ-ψη-φεί επίρρ. (επίσ.): με όλες τις ψήφους, ομόφωνα: Πήρε το δίπλωμα πιάνου με βαθμό Άριστα ~. Το δικαστήριο αθώωσε ~ τον κατηγορούμενο. Εξελέγη ~ αναπληρωτής καθηγητής. Εγκρίθηκε ~. Βλ. -εί. [< μτγν. παμψηφεί] | |
| 37990 | παμψηφία | παμ-ψη-φί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): το σύνολο των ψήφων σε ψηφοφορία: Οι μέτοχοι ενέκριναν με ~ (= παμψηφεί) την πρότασή του. Η απόφαση λήφθηκε με ~ των παρευρισκομένων. Απαιτείται ~. Πβ. ομοψηφία. | |
| 37991 | παν | [πᾶν] ουσ. (ουδ.) {παντ-ός | πάντ-α, -ων} 1. το καθετί, όλα: Θυσίασε τα ~α για κείνη. Έχει περάσει πολύς καιρός και έχω ξεχάσει τα ~α. Έχει γνώμη για τα ~α!|| Τα ~α για/γύρω από τη μαγειρική/το αυτοκίνητο (: όλες οι απαραίτητες πληροφορίες). Βλ. ολότητα, σύνολο. 2. το σπουδαιότερο, σημαντικότερο: Είσαι το ~ για μένα. Η οικογένεια είναι το ~ για εκείνον. Το ~ είναι να κρατήσεις την ψυχραιμία σου. Πβ. άπαν. 3. {χωρ. πληθ.} ο κόσμος, η οικουμένη, το Σύμπαν. Πβ. πλάση. ● ΦΡ.: διά παντός & διαπαντός: (λόγ.) για πάντα: Μετά τον σοβαρό του τραυματισμό, αποσύρθηκε ~ ~ από τα γήπεδα. [< αρχ. διά παντός] , κάνω το παν/τα πάντα: κάνω ό,τι είναι δυνατό: Έκανε τα πάντα, αλλά δεν κατάφερε να του σώσει τη ζωή. Θα έκανα τα πάντα (= οτιδήποτε) για σένα. Θα κάνει το παν, για να πετύχει τον σκοπό του. ΣΥΝ. κάνω τα αδύνατα δυνατά/ό,τι περνά(ει) από το χέρι μου, άπαξ (και) διά παντός βλ. άπαξ, η αρχή είναι το ήμισυ του παντός βλ. αρχή, ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης βλ. ματαιότητα, μέτρον άριστον βλ. μέτρο, παντού τα πάντα βλ. παντού ● βλ. πας, πάσα, παν [< αρχ. πᾶν] | |
| 37992 | παν- & πάν- & παγ- & πάγ- & παλ- & πάλ- & παμ- & πάμ- | (λόγ.) α' συνθετικό που δηλώνει 1. επίταση ιδιότητας: παν-άρχαιος/~εύκολος. Πάλ-λευκος (πβ. κατά-, ολό-). Πάμ-φθηνος. 2. όλα τα μέρη ενός συνόλου: παν-ελλήνιος/~εργατικός. Παγ-κόσμιος. Παλ-λαϊκός. Παμ-ψηφεί. | |
| 37993 | πάνα | πά-να ουσ. (θηλ.) 1. κομμάτι από λεπτό και απαλό απορροφητικό υλικό που φοριέται ανάμεσα στα πόδια και στερεώνεται στη μέση, συνήθ. με δύο αυτοκόλλητα, για να διατηρούνται στεγνά τα βρέφη ή τα μικρά παιδιά: ~ βρακάκι (: που είναι σαν βρακάκι). Αλλάζω ~ες. Πβ. μπέιμπι λίνο, πάμπερς.|| ~ες ακράτειας (κυρ. για ηλικιωμένους). 2. (σπάν.) πλατύ ύφασμα με το οποίο συνήθ. τυλίγουν τα βρέφη: ~ες αγκαλιάς. Βλ. σπάργανα, φασκιά. | |
| 37994 | πανάγαθος | , η, ο πα-νά-γα-θος επίθ./ουσ. (κ. με κεφαλ. Π) (επιτατ.): ΕΚΚΛΗΣ. προσωνυμία του Θεού. ΣΥΝ. υπεράγαθος [< μεσν. πανάγαθος] | |
| 37995 | Παναγία | Πα-να-γί-α ουσ. (θηλ.) & (προφ.) Παναγιά 1. ΕΚΚΛΗΣ. η συνηθέστερη προσωνυμία της Παρθένου Μαρίας, μητέρας του Ιησού· μετωνυμ. ναός ή Μονή με το όνομά Της, απεικόνισή Της (στην αγιογραφία, τη ζωγραφική ή τη γλυπτική) ή τοπωνύμιο: εμφανίσεις και θαύματα της ~ας. Η Αγία/Τιμία Ζώνη της ~ας. Τροπάρια της ~ας (βλ. Άξιον Εστί, θεοτοκίο). Παράκληση/προσευχή/τάμα/ύμνος (βλ. Ακάθιστος Ύμνος) στην ~. Πβ. Θεοτόκος. Βλ. Αειπάρθενος, Γιάτρισσα, Δέσποινα, Ζωοδόχος Πηγή, Θεομήτωρ, Κεχαριτωμένη, Μεγαλόχαρη, Παμμακάριστος, Πάναγνος, Πανάχραντος, Παντάνασσα, Πλατυτέρα, Ρόδο (το) Αμάραντο.|| (προφ.) Της ~ας (= τον Δεκαπενταύγουστο). (ευχετ.) Η ~ιά μαζί σου! Καλή ~ιά! (για την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ‘το Πάσχα του καλοκαιριού’). || (εκκλησία ή μοναστήρι της ~ας:) Η ~ (η) Εκατονταπυλιανή/Σουμελά/της Τήνου/(η) Φανερωμένη. Προσκύνημα στην ~.|| (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ., ως εικονογραφικός τύπος:) ~ (η) Βρεφοκρατούσα/Γλυκοφιλούσα/Ελεούσα/Οδηγήτρια/Παραμυθία. Βλ. μαντόνα, μαφόριο, πιετά.|| (χωριό:) Άνω/Κάτω ~ιά. 2. (συνήθ. ειρων.) πρόσωπο που δείχνει εντελώς αθώο, ήσυχο, σεμνό: Μόλις με βλέπει, γίνεται/κάθεται ~ (πβ. σαν την οσία Μαρία)! Το παίζει ~. Μη μου κάνεις/παριστάνεις την ~ εμένα, σε ξέρω καλά! ● Υποκ.: Παναγίτσα & (λαϊκό) Παναΐτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: αλογάκι της Παναγίας βλ. αλογάκι, τα Εισόδια της Θεοτόκου/της Παναγίας βλ. Εισόδια ● ΦΡ.: μα την Παναγία! (προφ.): ως όρκος: ~ ~, λέω αλήθεια! ΣΥΝ. μάρτυς μου ο Θεός.|| (απειλητ.) Αν το ξανακάνεις, ~ ~, θα γίνει χαμός!|| (έκπληξη:) ~ ~, δεν έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο! ~ ~, δεν μπορούσα να το φανταστώ. ΣΥΝ. μα τον Άγιο, Παναγία/Παναγιά/Παναγίτσα μου! (ως επιφών.): για να δηλωθεί: (παράκληση:) ~ ~, κάνε το θαύμα σου! Βόηθα/λυπήσου μας, ~ ~! Πβ. Βαγγελίστρα.|| (έκπληξη:) ~ ~/Χριστέ και Παναγία μου, τι ήταν αυτό που μας βρήκε!|| (αποδοκιμασία:) Τι άλλο θ' ακούσω, ~ ~! Έλα, ~ ~/Χριστέ και ~! Τι είναι πάλι αυτό;|| (φόβος:) ~ ~ (= μαμά μου)! ΣΥΝ. Θεέ μου!, Χριστέ μου/Χριστούλη μου!, της Παναγιάς τα μάτια (μτφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί μεγάλη ποσότητα ή/και ποικιλία: Ξόδεψα ~ ~! (για κατάστημα) Έχει ~ ~ (πβ. και του πουλιού το γάλα)., (ο) Χριστός κι (ο) Απόστολος/κι (η) Παναγία! βλ. Χριστός, αμήν Παναγία/Παναγιά μου! βλ. αμήν, για (τ') όνομα του Θεού/της Παναγίας/του Χριστού (και της Παναγίας)! βλ. όνομα, ήμαρτον Παναγία μου/Θεέ μου/Χριστέ μου/Κύριε! βλ. ήμαρτον, Θε(έ)/Παναγιά/Xριστέ μου φύλαγε βλ. φυλάω, μου βγαίνει η πίστη/η Παναγία/η ψυχή/το λάδι βλ. βγαίνω, στην ευχή του Θεού (και της Παναγίας) βλ. ευχή, το ζωνάρι της Παναγίας βλ. ζωνάρι [< μτγν. Παναγία] | |
| 37996 | πανάγιος | , α, ο πα-νά-γι-ος επίθ. (επιτατ.): ΕΚΚΛΗΣ. άγιος στον ύψιστο, στον υπέρτατο βαθμό: ~ος: Θεός.|| ~ος: σταυρός. ~ο: σώμα και αίμα (: ο άρτος και ο οίνος της Θείας Ευχαριστίας)/Πνεύμα (= το Άγιο Πνεύμα). ● ΣΥΜΠΛ.: Πανάγιος/Άγιος Τάφος βλ. τάφος [< μτγν. πανάγιος] | |
| 37997 | Παναγιότατος | Πα-να-γι-ό-τα-τος επίθ./ουσ. & (λόγ.) Παναγιώτατος (επιτατ.): ΕΚΚΛΗΣ. τιμητική προσφώνηση κυρ. του Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, καθώς και των Μητροπολιτών Θεσσαλονίκης, Μονεμβασίας και Σπάρτης, στην εκκλησιαστική τους περιφέρεια. [< μεσν. παναγιώτατος] | |
| 37998 | παναγιότητα | πα-να-γι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (με κεφαλ. Π) (επιτατ.): ΕΚΚΛΗΣ. τιμητική προσφώνηση του Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως: Υπόμνημα προς την Αυτού ~. [< μεσν. παναγιότης] | |
| 37999 | πάναγνος | , η, ο πά-να-γνος επίθ. (λόγ.-επιτατ.) 1. εντελώς αγνός: ~η: ψυχή. ~ο: σώμα. 2. (κ. με κεφαλ. Π) προσωνυμία της Θεοτόκου. ΣΥΝ. πανάμωμος, πανάχραντος [< μτγν. πάναγνος] | |
| 38000 | παναγροτικός | , ή, ό πα-να-γρο-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με μεγάλο μέρος ή το σύνολο των αγροτών: ~ός: σύνδεσμος. ~ή: κινητοποίηση/συγκέντρωση. ~ό: συλλαλητήριο. | |
| 38001 | πανάδες | πα-νά-δες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. πανάδα}: μικρές κιτρινωπές κηλίδες που εμφανίζονται κατά τόπους στην επιδερμίδα λόγω αυξημένης παραγωγής μελανίνης: ~ στο πρόσωπο/στα χέρια. Πβ. μέλασμα, χλόασμα. Βλ. μελάγχρωση, φακίδες. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ