| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 37967 | παλτό | παλ-τό ουσ. (ουδ.) {παλτού | κ. άκλ.} 1. μακρύ ως τη γάμπα ή τους αστραγάλους πανωφόρι, συνήθ. από χοντρό ύφασμα ή από δέρμα, με μανίκια: ανδρικό/γυναικείο ~. Βαρύ/γούνινο/καμηλό/μάλλινο ~. ~ με κουκούλα. Βλ. γούνα, ζακέτα, ημίπαλτο, καμπαρντίνα, κάπα, μαντό, μοντγκόμερι, μπουφάν. 2. (αθλητική αργκό) ακριβοπληρωμένος παίκτης που δεν έχει την αναμενόμενη απόδοση. Βλ. άμπαλος. ● Υποκ.: παλτουδάκι (το): στη σημ. 1. [< γαλλ. paletot] | |
| 37968 | παλτουδιά | παλ-του-διά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-ειρων.): παλτό, συνήθ. καλής ποιότητας ή/και ακριβό. | |
| 37969 | παμ- | & πάμ- βλ. παν- | |
| 37970 | παμβαλκανικός | , ή, ό παμ-βαλ-κα-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τα κράτη και τους λαούς της Βαλκανικής στο σύνολό τους: ~ό: συνέδριο. | |
| 37971 | πάμε | βλ. πηγαίνω | |
| 37972 | Παμμακάριστος | , η, ο παμ-μα-κά-ρι-στος επίθ./ουσ. {Παμμακαρίστου} (επιτατ.): ΕΚΚΛΗΣ. προσωνυμία της Θεοτόκου· πανευτυχής. [< μτγν. παμμακάριστος] | |
| 37973 | παμμακεδονικός | , ή, ό παμ-μα-κε-δο-νι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με ολόκληρη τη Μακεδονία ή τους Μακεδόνες στο σύνολό τους: ~ός: σύλλογος. | |
| 37974 | παμμέγιστος | , η, ο παμ-μέ-γι-στος επίθ. (λόγ.-επιτατ.): πολύ σπουδαίος, σημαντικός: ~η: αξία. ~ο: σφάλμα. ΣΥΝ. τρισμέγιστος [< μτγν. παμμέγιστος] | |
| 37975 | παμμικρασιατικός | , ή, ό παμ-μι-κρα-σια-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με ολόκληρη τη Μ. Ασία ή τους Μικρασιάτες στο σύνολό τους: ~ός: σύνδεσμος. | |
| 37976 | παμπ | ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: χώρος διασκέδασης (κυρ. στη Μεγάλη Βρετανία, την Ιρλανδία, τον Καναδά, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία), όπου σερβίρονται ποτά, κυρ. μπίρα, και ελαφριά γεύματα. Βλ. μπαρ. [< αγγλ. pub, γαλλ. ~] | |
| 37977 | πάμπα | πά-μπα ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΓΕΩΓΡ. μεγάλη άδενδρη πεδινή έκταση στη Ν. Αμερική με ποώδη βλάστηση και ήπιο κλίμα. Βλ. στέπα. [< αμερικ.-ισπαν. pampa < γαλλ. ~] | |
| 37978 | παμπαίδες | [παμπαῖδες] πα-μπαί-δες ουσ. (αρσ.) (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Π): ΑΘΛ. ηλικιακή κατηγορία κατάταξης αθλούμενων αγοριών, μετά τους προπαίδες και πριν από τους παίδες. Βλ. παγκορασίδες. | |
| 37979 | παμπάλαιος | , α/η, ο πα-μπά-λαι-ος επίθ. (λόγ.-επιτατ.): πάρα πολύ παλιός. Πβ. προαιώνιος. [< αρχ. παμπάλαιος] | |
| 37980 | παμπελοποννησιακός | , ή, ό πα-μπε-λο-πον-νη-σι-α-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με ολόκληρη την Πελοπόννησο ή με τους Πελοποννήσιους στο σύνολό τους: ~οί: αγώνες. | |
| 37981 | πάμπερς | πά-μπερς ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. πάμπερ}: πάνες. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. pampers, 1961] | |
| 37982 | πάμπλουτος | , η, ο πά-μπλου-τος επίθ. (επιτατ.): που διαθέτει πολύ μεγαλή περιουσία, είναι πάρα πολύ πλούσιος. Πβ. κροίσος, μεγιστάνας, πολυεκατομμυριούχος. ΣΥΝ. βαθύπλουτος, ζάπλουτος ΑΝΤ. θεόφτωχος, πάμφτωχος & πάμπτωχος [< αρχ. πάμπλουτος] | |
| 37983 | πάμπολλοι | , ες, α πά-μπολ-λοι επίθ. (λόγ.-επιτατ.): πάρα πολλοί. [< αρχ. πάμπολυς] | |
| 37984 | παμπόνηρος | , η, ο πα-μπό-νη-ρος επίθ. (λόγ.-επιτατ.): πάρα πολύ πονηρός. Πβ. κατεργάρης, πανούργος. [< αρχ. παμπόνηρος] | |
| 37985 | παμφάγος | , α, ο παμ-φά-γος επίθ. 1. (λόγ., για έμβια όντα) που τρέφονται με ζωικές και φυτικές τροφές: ~ο: ζώο. Βλ. σαρκο-, φυτο-φάγος. 2. (προφ.-ειρων.) (για άνθρωπο) που τρώει τα πάντα και σε μεγάλες ποσότητες. Βλ. -φάγος. [< 1: αρχ. παμφάγος] | |
| 37986 | πάμφθηνος | , η, ο πάμ-φθη-νος επίθ. (λόγ.-επιτατ.): πάρα πολύ φτηνός. ΑΝΤ. πανάκριβος ● επίρρ.: πάμφθηνα: Πβ. τζάμπα. | |