| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38007 | παναμερικανικός | , ή, ό πα-να-με-ρι-κα-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με ολόκληρη την Αμερική. [< αγγλ. Pan-American] | |
| 38008 | πανάμωμος | , ος/η, ο πα-νά-μω-μος επίθ. (επιτατ.): ΕΚΚΛΗΣ. προσωνυμία της Θεοτόκου, πάναγνος: (κ. με κεφαλ. Π) ~ος/η: Παρθένος. ΣΥΝ. Πανάχραντος.|| ~ος: βίος. ~η: ψυχή. ~ο: σώμα. [< αρχ. πανάμωμος ‘πανάχραντος, άσπιλος’] | |
| 38009 | πανανθρώπινος | , η, ο πα-ναν-θρώ-πι-νος επίθ.: που σχετίζεται με όλους τους ανθρώπους: ~η: ιδέα. ~ο: μήνυμα/σύμβολο. ~ες: αξίες. ~α: ιδανικά. Πβ. οικουμενικός, παγκόσμιος. [< αγγλ. panhuman, 1900] | |
| 38010 | παναντόλ | πα-να-ντόλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΦΑΡΜΑΚ. παυσίπονο, αντιπυρετικό, αναλγητικό φάρμακο, με βασικό συστατικό την παρακεταμόλη: Ήπια ένα ~, για να μου περάσει ο πονοκέφαλος. Βλ. ασπιρίνη, ντεπόν. [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. panadol, 1955] | |
| 38011 | πανάξιος | , α, ο πα-νά-ξι-ος επίθ. (λόγ.-επιτατ.): πάρα πολύ άξιος: ~ος: συνεργάτης.|| ~α: νίκη/πρόκριση (: που κατακτήθηκε δίκαια, επάξια). ΣΥΝ. υπεράξιος ● επίρρ.: πανάξια [< μτγν. πανάξιος] | |
| 38012 | παναπεί | βλ. πηγαίνω | |
| 38013 | παναπεργία | πα-να-περ-γί-α ουσ. (θηλ.): απεργία του συνόλου των εργαζομένων σε έναν ή περισσότερους κλάδους. | |
| 38014 | παναραβικός | , ή, ό πα-να-ρα-βι-κός επίθ.: που σχετίζεται με όλα τα αραβικά κράτη ή με τους Άραβες στο σύνολό τους: ~ή: διάσκεψη. [< γαλλ. panarabe, αγγλ. pan-Arab] | |
| 38015 | πανάρισμα | πα-νά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. επικάλυψη τροφίμων, συνήθ. κρεάτων, διαδοχικά με αλεύρι, χτυπημένο αβγό και τριμμένη φρυγανιά (ή τριμμένο τυρί ή ψίχα ψωμιού), πριν από το τηγάνισμά τους· συνεκδ. η κρούστα που τα καλύπτει μετά το μαγείρεμά τους: ~ του σνίτσελ.|| Τραγανό ~. Βλ. -ισμα. | |
| 38016 | πανάρχαιος | , α/η, ο πα-νάρ-χαι-ος επίθ. (επιτατ.): αρχαιότατος: ~ος: μύθος. ~α/η: καταγωγή/παράδοση/προέλευση. ~ο: έθιμο. [< μτγν. παναρχαῖος] | |
| 29692 | πανάρχαιος | , η, ο μά-ται-ος επίθ. {(λόγ.) θηλ. ματαία} 1. που δεν έχει αποτέλεσμα, ανώφελος: ~ος: αγώνας. ~η: αναζήτηση/αντίσταση/θυσία/προσπάθεια. ~ο: ταξίδι. Τίποτα δεν είναι ~ο. Πβ. άσκοπος, ατελέσφορος, χαμένος. ΣΥΝ. άδικος (2), φρούδος 2. που δεν έχει αξία, σημασία, ουσία: ~α: λόγια. Πβ. κενός.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο (= ματαιότητα) του πράγματος/της υπόθεσης. Πβ. εφήμερος, πρόσκαιρος, προσωρινός. ● επίρρ.: μάταια & (λόγ.) ματαίως: Προσπάθησε να την μεταπείσει, αλλά ~ όμως, δεν άκουγε κανέναν. ● ΣΥΜΠΛ.: ο μάταιος κόσμος: ο επίγειος, φθαρτός κόσμος σε αντιπαράθεση με τον ουράνιο, τον αιώνιο: (ευφημ.) Αποχαιρέτησε/άφησε/εγκατέλειψε τον/έφυγε από τον ~ο τούτο ~ο (= πέθανε)., άδικος/μάταιος κόπος βλ. κόπος ● ΦΡ.: επί ματαίω (λόγ.): μάταια, ανώφελα: Ήλπιζε ~ ~ σε ένα καλύτερο μέλλον. ΣΥΝ. εις μάτην, του κάκου [< αρχ. μάταιος] | |
| 38017 | πανάρω | πα-νά-ρω ρ. (μτβ.) {μόνο στον ενεστ., μτχ. παναρι-σμένος}: ΜΑΓΕΙΡ. επικαλύπτω τρόφιμα, συνήθ. φιλέτα κρέατος ή ψαριού, διαδοχικά με αλεύρι, χτυπημένο αβγό και τριμμένη φρυγανιά (ή τριμμένο τυρί ή ψίχα ψωμιού), πριν από το τηγάνισμά τους: ~σμένο: κοτόπουλο (= πανέ). Σφυρίδα ~σμένη. [< γαλλ. paner] | |
| 38018 | πανάσχετος | , η, ο πα-νά-σχε-τος επίθ. (μειωτ.-επιτατ., κυρ. για πρόσ.): τελείως άσχετος: ~ από αθλητικά.|| (ως ουσ.) Τι κάνει, ο ~! | |
| 38019 | πανάσχημος | , η, ο πα-νά-σχη-μος επίθ. (επιτατ.): υπερβολικά άσχημος. Πβ. αποκρουστικός. ΣΥΝ. κακάσχημος ΑΝΤ. πανέμορφος, πεντάμορφος [< μεσν. πανάσχημος] | |
| 38020 | παναφρικανικός | , ή, ό πα-να-φρι-κα-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με ολόκληρη την Αφρική ή με τους Αφρικανούς στο σύνολό τους. [< Pan-African, γαλλ. panafricain, περ. 1950] | |
| 38021 | πανάχραντος | , ος/η, ο πα-νά-χρα-ντος επίθ. (επιτατ.) (κ. με κεφαλ. Π): ΕΚΚΛΗΣ. κυρ. ως προσωνυμία της Θεοτόκου· πάναγνος. ΣΥΝ. πανάμωμος [< μτγν. πανάχραντος] | |
| 38022 | πανδαιμόνιο | παν-δαι-μό-νι-ο ουσ. (ουδ.): κατάσταση που χαρακτηρίζεται από εκκωφαντικούς θορύβους (κραυγές, κρότους, φωνές) και πλήρη σύγχυση, αταξία, χάος: Ακολούθησε/έγινε/επικράτησε ~. Πβ. χαμός. ΣΥΝ. πανζουρλισμός [< γαλλ. pandémonium, αγγλ. pandemonium] | |
| 38023 | πανδαισία | παν-δαι-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πολύ μεγάλη ποικιλία στοιχείων που προκαλεί απόλαυση: ~ γεύσεων (= γευστική ~)/χρωμάτων. Γευστική/μουσική/οπτική/πνευματική ~. Πβ. ευωχία. [< αρχ. πανδαισία] | |
| 38024 | πανδαμάτωρ | παν-δα-μά-τωρ & πανδαμάτορας ουσ. (αρσ.) (αρχαιοπρ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: πανδαμάτωρ χρόνος: που με το πέρασμά του σβήνει από τη μνήμη των ανθρώπων τα δυσάρεστα συνήθ. γεγονότα. [< αρχ. πανδαμάτωρ ‘αυτός που δαμάζει τα πάντα’] | |
| 38025 | πάνδεινα | πάν-δει-να ουσ. (ουδ.) (τα) {χωρ. άλλους τ.} (λόγ.-επιτατ.): πολύ μεγάλα δεινά, βάσανα: Πέρασε/υπέστη/υπέφερε τα ~. Έχει τραβήξει τα ~ (= των παθών του τον τάραχο) από τότε που αρρώστησε. [< μτγν. πάνδεινα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ