| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38021 | πανάχραντος | , ος/η, ο πα-νά-χρα-ντος επίθ. (επιτατ.) (κ. με κεφαλ. Π): ΕΚΚΛΗΣ. κυρ. ως προσωνυμία της Θεοτόκου· πάναγνος. ΣΥΝ. πανάμωμος [< μτγν. πανάχραντος] | |
| 38022 | πανδαιμόνιο | παν-δαι-μό-νι-ο ουσ. (ουδ.): κατάσταση που χαρακτηρίζεται από εκκωφαντικούς θορύβους (κραυγές, κρότους, φωνές) και πλήρη σύγχυση, αταξία, χάος: Ακολούθησε/έγινε/επικράτησε ~. Πβ. χαμός. ΣΥΝ. πανζουρλισμός [< γαλλ. pandémonium, αγγλ. pandemonium] | |
| 38023 | πανδαισία | παν-δαι-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πολύ μεγάλη ποικιλία στοιχείων που προκαλεί απόλαυση: ~ γεύσεων (= γευστική ~)/χρωμάτων. Γευστική/μουσική/οπτική/πνευματική ~. Πβ. ευωχία. [< αρχ. πανδαισία] | |
| 38024 | πανδαμάτωρ | παν-δα-μά-τωρ & πανδαμάτορας ουσ. (αρσ.) (αρχαιοπρ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: πανδαμάτωρ χρόνος: που με το πέρασμά του σβήνει από τη μνήμη των ανθρώπων τα δυσάρεστα συνήθ. γεγονότα. [< αρχ. πανδαμάτωρ ‘αυτός που δαμάζει τα πάντα’] | |
| 38025 | πάνδεινα | πάν-δει-να ουσ. (ουδ.) (τα) {χωρ. άλλους τ.} (λόγ.-επιτατ.): πολύ μεγάλα δεινά, βάσανα: Πέρασε/υπέστη/υπέφερε τα ~. Έχει τραβήξει τα ~ (= των παθών του τον τάραχο) από τότε που αρρώστησε. [< μτγν. πάνδεινα] | |
| 38026 | πανδέκτης | παν-δέ-κτης ουσ. (αρσ.) 1. συλλογή διαφόρων κειμένων, πληροφοριών σχετικών με ένα αντικείμενο ή τομέα. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. Π) συλλογή των κυριότερων λειτουργικών βιβλίων και ακολουθιών της Ορθόδοξης Εκκλησίας. 3. ΝΟΜ. (παλαιότ.) συλλογή νόμων ή νομικών κειμένων. 4. (σπάν.) χαρακτηρισμός της ομάδας αίματος ΑΒ, γιατί όποιος ανήκει σε αυτή μπορεί να δεχθεί μετάγγιση από κάθε άλλη ομάδα. [< μτγν. πανδέκτης ‘(για βιβλίο) που περιέχει τα πάντα’] | |
| 38027 | πανδημία | παν-δη-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ταχεία εξάπλωση μολυσματικής ασθένειας στο μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού περιοχής ή χώρας, σε πολλές χώρες ή σε περισσότερες από μία ηπέιρους: Η ~ του κορονοϊού. ~ γρίπης. Βλ. εν-, επι-δημία. [< αρχ. πανδημία 'όλος ο λαός μιας πόλης', γαλλ. pandémie, 1752, αγγλ. pandemic, 1832, pandemia] | |
| 38028 | πανδημικός | , ή, ό παν-δη-μι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την πανδημία: ~ός: ιός. ~ή: γρίπη. ~ό: κύμα. [< μτγν. πανδημικός 'που αναφέρεται σε όλο τον λαό μιας πόλης', γαλλ. pandémique, αγγλ. pandemic, 1666] | |
| 38029 | πάνδημος | , η/ος, ο πάν-δη-μος επίθ. (λόγ.): που γίνεται ή εκδηλώνεται από το σύνολο ή το μεγαλύτερο μέρος του λαού: ~ος: θρήνος. ~η: κινητοποίηση/συγκέντρωση/συμμετοχή/υποδοχή. ~ο: αίτημα/πένθος/συλλαλητήριο. ΣΥΝ. παλλαϊκός ● επίρρ.: πανδήμως & (σπάν.) πάνδημα [< αρχ. πάνδημος] | |
| 38030 | πανδούρα | [πανδοῦρα] παν-δού-ρα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ΜΟΥΣ. τρίχορδο μουσικό όργανο που μοιάζει με λαούτο. Βλ. μπουζούκι, ταμπουράς. [< μτγν. πανδοῦρα, γαλλ. pandore, αγγλ. pandora] | |
| 38031 | πανδοχέας | παν-δο-χέ-ας ουσ. (αρσ.) {πανδοχείς} (παλαιότ.): ιδιοκτήτης πανδοχείου. [< μτγν. πανδοχεύς ΄ξενοδόχος’] | |
| 38032 | πανδοχείο | [πανδοχεῖο] παν-δο-χεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. μικρό ξενοδοχείο. 2. (παλαιότ.-λόγ.) οίκημα, συνήθ. σε ερημική τοποθεσία, δρόμο ή πέρασμα, που προσέφερε κατάλυμα και τροφή σε οδοιπόρους καθώς και χώρο για την παραμονή των υποζυγίων τους. ΣΥΝ. χάνι [< μτγν. πανδοχεῖον] | |
| 38033 | Πανδώρα | Παν-δώ-ρα ουσ. (θηλ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: ανοίγει το κουτί της Πανδώρας (μτφ.): για ενέργεια που προκαλεί μια σειρά από συμφορές: Το σκάνδαλο άνοιξε ~ ~. Πβ. ανοίγει τους ασκούς/τον ασκό του Αιόλου. [< αρχ. Πανδώρα] | |
| 38034 | πανέ | πα-νέ επίθ. {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. παναρισμένος: κοτόπουλο/σνίτσελ ~. [< γαλλ. pané] | |
| 38035 | πανεθνικός | , ή, ό πα-νε-θνι-κός επίθ. (λόγ.): που γίνεται ή εκδηλώνεται από το σύνολο ή το μεγαλύτερο μέρος του έθνους: ~ή: απεργία/κινητοποίηση. | |
| 38036 | πανεκπαιδευτικός | , ή, ό πα-νεκ-παι-δευ-τι-κός επίθ. (λόγ.): που γίνεται ή εκδηλώνεται από το σύνολο ή το μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπων που σχετίζονται με την εκπαίδευση: ~ή: διαδήλωση/κινητοποίηση/πορεία/συγκέντρωση. ~ό: συλλαλητήριο. | |
| 34851 | πάνελ | [ξεγλιστρῶ] ξε-γλι-στρώ ρ. (αμτβ.) {-ά κ. -άει ... | ξεγλίστρ-ησα, -ήσω, -ώντας} & ξεγλιστράω (προφ.): ξεφεύγω, διαφεύγω, υπεκφεύγω: ~ησε (: το έσκασε) από το παράθυρο χωρίς να τον αντιληφθούν.|| Μην προσπαθείς να ~ήσεις με δικαιολογίες. ● ΦΡ.: ξεγλιστρά/γλιστρά σαν (το) χέλι βλ. χέλι [< μεσν. ξεγλιστρώ] | |
| 38037 | πάνελ | πά-νελ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} 1. ομάδα ατόμων, συνήθ. ειδικών σε ένα αντικείμενο, που έχουν επιλεγεί για να αποφασίσουν, να εξετάσουν ή να συζητήσουν δημοσίως ένα συγκεκριμένο θέμα· συνεκδ. η συζήτηση που διεξάγεται: επιστημονικό/τηλεοπτικό ~. ~ αποτελούμενο από ... Το ~ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ...|| Το φόρουμ ολοκληρώθηκε με ~. 2. ΤΕΧΝΟΛ. επίπεδο και συνήθ. ορθογώνιο κομμάτι, κυρ. από μέταλλο, ξύλο ή πλαστικό, που αποτελεί μέρος μεγαλύτερης κατασκευής: ~ αλουμινίου/πολυουρεθάνης. ~ θέρμανσης/οροφής. Θερμομονωτικό/φωτοβολταϊκό (: για τη μετατροπή της ηλιακής ενέργειας σε ηλεκτρική) ~. ΣΥΝ. πανέλο [< αγγλ. panel, γαλλ. ~, 1953] | |
| 38038 | πανελίστας, πανελίστρια | πα-νε-λί-στας ουσ. (αρσ. + θηλ.): άτομο που συμμετέχει σε τηλεοπτικό συνήθ. πάνελ. Βλ. τηλεσχολιαστής, -ίστας. [< αγγλ. panelist, 1948, γαλλ. panéliste] | |
| 38039 | πανελλαδικός | , ή, ό πα-νελ-λα-δι-κός επίθ.: πανελλήνιος: ~ός: σύνδεσμος. ~ή: απεργία/δημοσκόπηση/εμβέλεια/έρευνα/κάλυψη/κινητοποίηση/κλίμακα/σύσκεψη. ~ό: δίκτυο. ● επίρρ.: πανελλαδικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: πανελλαδικές/πανελλήνιες (εξετάσεις) (κ. με κεφαλ. Π): στις οποίες παίρνουν μέρος μαθητές που αποφοιτούν από την Γ' Λυκείου, με σκοπό την εισαγωγή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Βλ. θεματοθέτης. ● ΦΡ.: σε πανελλαδικό/πανελλήνιο επίπεδο & σε πανελλαδική/πανελλήνια κλίμακα: σε όλη την Ελλάδα: Η έρευνα διεξήχθη σε ~ ~. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ