Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [38640-38660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
38026πανδέκτηςπαν-δέ-κτης ουσ. (αρσ.) 1. συλλογή διαφόρων κειμένων, πληροφοριών σχετικών με ένα αντικείμενο ή τομέα. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. Π) συλλογή των κυριότερων λειτουργικών βιβλίων και ακολουθιών της Ορθόδοξης Εκκλησίας. 3. ΝΟΜ. (παλαιότ.) συλλογή νόμων ή νομικών κειμένων. 4. (σπάν.) χαρακτηρισμός της ομάδας αίματος ΑΒ, γιατί όποιος ανήκει σε αυτή μπορεί να δεχθεί μετάγγιση από κάθε άλλη ομάδα. [< μτγν. πανδέκτης ‘(για βιβλίο) που περιέχει τα πάντα’]
38027πανδημίαπαν-δη-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ταχεία εξάπλωση μολυσματικής ασθένειας στο μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού περιοχής ή χώρας, σε πολλές χώρες ή σε περισσότερες από μία ηπέιρους: Η ~ του κορονοϊού. ~ γρίπης. Βλ. εν-, επι-δημία. [< αρχ. πανδημία 'όλος ο λαός μιας πόλης', γαλλ. pandémie, 1752, αγγλ. pandemic, 1832, pandemia]
38028πανδημικός, ή, ό παν-δη-μι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την πανδημία: ~ός: ιός. ~ή: γρίπη. ~ό: κύμα. [< μτγν. πανδημικός 'που αναφέρεται σε όλο τον λαό μιας πόλης', γαλλ. pandémique, αγγλ. pandemic, 1666]
38029πάνδημος, η/ος, ο πάν-δη-μος επίθ. (λόγ.): που γίνεται ή εκδηλώνεται από το σύνολο ή το μεγαλύτερο μέρος του λαού: ~ος: θρήνος. ~η: κινητοποίηση/συγκέντρωση/συμμετοχή/υποδοχή. ~ο: αίτημα/πένθος/συλλαλητήριο. ΣΥΝ. παλλαϊκός ● επίρρ.: πανδήμως & (σπάν.) πάνδημα [< αρχ. πάνδημος]
38030πανδούρα[πανδοῦρα] παν-δού-ρα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ΜΟΥΣ. τρίχορδο μουσικό όργανο που μοιάζει με λαούτο. Βλ. μπουζούκι, ταμπουράς. [< μτγν. πανδοῦρα, γαλλ. pandore, αγγλ. pandora]
38031πανδοχέαςπαν-δο-χέ-ας ουσ. (αρσ.) {πανδοχείς} (παλαιότ.): ιδιοκτήτης πανδοχείου. [< μτγν. πανδοχεύς ΄ξενοδόχος’]
38032πανδοχείο[πανδοχεῖο] παν-δο-χεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. μικρό ξενοδοχείο. 2. (παλαιότ.-λόγ.) οίκημα, συνήθ. σε ερημική τοποθεσία, δρόμο ή πέρασμα, που προσέφερε κατάλυμα και τροφή σε οδοιπόρους καθώς και χώρο για την παραμονή των υποζυγίων τους. ΣΥΝ. χάνι [< μτγν. πανδοχεῖον]
38033ΠανδώραΠαν-δώ-ρα ουσ. (θηλ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: ανοίγει το κουτί της Πανδώρας (μτφ.): για ενέργεια που προκαλεί μια σειρά από συμφορές: Το σκάνδαλο άνοιξε ~ ~. Πβ. ανοίγει τους ασκούς/τον ασκό του Αιόλου. [< αρχ. Πανδώρα]
38034πανέπα-νέ επίθ. {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. παναρισμένος: κοτόπουλο/σνίτσελ ~. [< γαλλ. pané]
38035πανεθνικός, ή, ό πα-νε-θνι-κός επίθ. (λόγ.): που γίνεται ή εκδηλώνεται από το σύνολο ή το μεγαλύτερο μέρος του έθνους: ~ή: απεργία/κινητοποίηση.
38036πανεκπαιδευτικός, ή, ό πα-νεκ-παι-δευ-τι-κός επίθ. (λόγ.): που γίνεται ή εκδηλώνεται από το σύνολο ή το μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπων που σχετίζονται με την εκπαίδευση: ~ή: διαδήλωση/κινητοποίηση/πορεία/συγκέντρωση. ~ό: συλλαλητήριο.
34851πάνελ

[ξεγλιστρῶ] ξε-γλι-στρώ ρ. (αμτβ.) {-ά κ. -άει ... | ξεγλίστρ-ησα, -ήσω, -ώντας} & ξεγλιστράω (προφ.): ξεφεύγω, διαφεύγω, υπεκφεύγω: ~ησε (: το έσκασε) από το παράθυρο χωρίς να τον αντιληφθούν.|| Μην προσπαθείς να ~ήσεις με δικαιολογίες. ● ΦΡ.: ξεγλιστρά/γλιστρά σαν (το) χέλι βλ. χέλι [< μεσν. ξεγλιστρώ]

38037πάνελπά-νελ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} 1. ομάδα ατόμων, συνήθ. ειδικών σε ένα αντικείμενο, που έχουν επιλεγεί για να αποφασίσουν, να εξετάσουν ή να συζητήσουν δημοσίως ένα συγκεκριμένο θέμα· συνεκδ. η συζήτηση που διεξάγεται: επιστημονικό/τηλεοπτικό ~. ~ αποτελούμενο από ... Το ~ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ...|| Το φόρουμ ολοκληρώθηκε με ~. 2. ΤΕΧΝΟΛ. επίπεδο και συνήθ. ορθογώνιο κομμάτι, κυρ. από μέταλλο, ξύλο ή πλαστικό, που αποτελεί μέρος μεγαλύτερης κατασκευής: ~ αλουμινίου/πολυουρεθάνης. ~ θέρμανσης/οροφής. Θερμομονωτικό/φωτοβολταϊκό (: για τη μετατροπή της ηλιακής ενέργειας σε ηλεκτρική) ~. ΣΥΝ. πανέλο [< αγγλ. panel, γαλλ. ~, 1953]
38038πανελίστας, πανελίστριαπα-νε-λί-στας ουσ. (αρσ. + θηλ.): άτομο που συμμετέχει σε τηλεοπτικό συνήθ. πάνελ. Βλ. τηλεσχολιαστής, -ίστας. [< αγγλ. panelist, 1948, γαλλ. panéliste]
38039πανελλαδικός, ή, ό πα-νελ-λα-δι-κός επίθ.: πανελλήνιος: ~ός: σύνδεσμος. ~ή: απεργία/δημοσκόπηση/εμβέλεια/έρευνα/κάλυψη/κινητοποίηση/κλίμακα/σύσκεψη. ~ό: δίκτυο. ● επίρρ.: πανελλαδικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: πανελλαδικές/πανελλήνιες (εξετάσεις) (κ. με κεφαλ. Π): στις οποίες παίρνουν μέρος μαθητές που αποφοιτούν από την Γ' Λυκείου, με σκοπό την εισαγωγή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Βλ. θεματοθέτης. ● ΦΡ.: σε πανελλαδικό/πανελλήνιο επίπεδο & σε πανελλαδική/πανελλήνια κλίμακα: σε όλη την Ελλάδα: Η έρευνα διεξήχθη σε ~ ~.
38040ΠανέλληνεςΠα-νέλ-λη-νες (οι): (αναφορά κυρ. σε εθνικές επετείους): το σύνολο των Ελλήνων, συμπεριλαμβανομένων των αποδήμων και των ομογενών. [< αρχ. Πανέλληνες ‘οι συνασπισμένοι Έλληνες’]
38041πανελληνιονίκηςπα-νελ-λη-νι-ο-νί-κης ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): νικητής/νικήτρια σε πανελλήνιους αθλητικούς αγώνες. Βλ. -νίκης.
38042πανελλήνιος, α, ο πα-νελ-λή-νι-ος επίθ.: που αφορά το σύνολο των Ελλήνων ή γίνεται, εκδηλώνεται σε ολόκληρη την Ελλάδα: ~ος: έρανος/σύλλογος/σύνδεσμος. ~α: εκστρατεία/ένωση/έρευνα/μετάδοση/συγκέντρωση/συγκίνηση. ~ο: δίκτυο/ρεκόρ. ΣΥΝ. πανελλαδικός ● Ουσ.: πανελλήνιο (το): το σύνολο των Ελλήνων: Η είδηση του θανάτου του συγκλόνισε το ~. ● επίρρ.: πανελλήνια & (λόγ.) πανελληνίως ● ΣΥΜΠΛ.: πανελλαδικές/πανελλήνιες (εξετάσεις) βλ. πανελλαδικός ● ΦΡ.: σε πανελλαδικό/πανελλήνιο επίπεδο βλ. πανελλαδικός [< μτγν. πανελλήνιος, γαλλ. panhellénique, αγγλ. panhellenic]
38043πανέλοπα-νέ-λο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. πάνελ.
38044πανέμορφος, η, ο πα-νέ-μορ-φος επίθ. (επιτατ.): πάρα πολύ όμορφος: ~η: κοπέλα. ~ο: μωρό/νησί/χωριό. ~ες: παραλίες. ~α: λουλούδια/τοπία. Πβ. περικαλλής. ΣΥΝ. πανώριος, πεντάμορφος ΑΝΤ. κακάσχημος, πανάσχημος [< μεσν. πανεύμορφος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.