Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [38640-38660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
38040ΠανέλληνεςΠα-νέλ-λη-νες (οι): (αναφορά κυρ. σε εθνικές επετείους): το σύνολο των Ελλήνων, συμπεριλαμβανομένων των αποδήμων και των ομογενών. [< αρχ. Πανέλληνες ‘οι συνασπισμένοι Έλληνες’]
38041πανελληνιονίκηςπα-νελ-λη-νι-ο-νί-κης ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): νικητής/νικήτρια σε πανελλήνιους αθλητικούς αγώνες. Βλ. -νίκης.
38042πανελλήνιος, α, ο πα-νελ-λή-νι-ος επίθ.: που αφορά το σύνολο των Ελλήνων ή γίνεται, εκδηλώνεται σε ολόκληρη την Ελλάδα: ~ος: έρανος/σύλλογος/σύνδεσμος. ~α: εκστρατεία/ένωση/έρευνα/μετάδοση/συγκέντρωση/συγκίνηση. ~ο: δίκτυο/ρεκόρ. ΣΥΝ. πανελλαδικός ● Ουσ.: πανελλήνιο (το): το σύνολο των Ελλήνων: Η είδηση του θανάτου του συγκλόνισε το ~. ● επίρρ.: πανελλήνια & (λόγ.) πανελληνίως ● ΣΥΜΠΛ.: πανελλαδικές/πανελλήνιες (εξετάσεις) βλ. πανελλαδικός ● ΦΡ.: σε πανελλαδικό/πανελλήνιο επίπεδο βλ. πανελλαδικός [< μτγν. πανελλήνιος, γαλλ. panhellénique, αγγλ. panhellenic]
38043πανέλοπα-νέ-λο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. πάνελ.
38044πανέμορφος, η, ο πα-νέ-μορ-φος επίθ. (επιτατ.): πάρα πολύ όμορφος: ~η: κοπέλα. ~ο: μωρό/νησί/χωριό. ~ες: παραλίες. ~α: λουλούδια/τοπία. Πβ. περικαλλής. ΣΥΝ. πανώριος, πεντάμορφος ΑΝΤ. κακάσχημος, πανάσχημος [< μεσν. πανεύμορφος]
38045πανέξυπνος, η, ο πα-νέ-ξυ-πνος επίθ. (επιτατ.): εξαιρετικά έξυπνος. Πβ. σπίρτο, τζιμάνι, τζίνι. ΣΥΝ. τετραπέρατος ΑΝΤ. πανηλίθιος
38046πανεπιστημιάδαπα-νε-πι-στη-μι-ά-δα ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. Π): διοργάνωση, συνήθ. αθλητική, στην οποία συμμετέχουν φοιτητές πανεπιστημίων: θερινή/χειμερινή/παγκόσμια ~. ~ θεάτρου. Βλ. μαθητιάδα. [< γαλλ. universiade < univers(ité) + (olymp)iade, 1957 ]
38047πανεπιστημιακός, ή, ό πα-νε-πι-στη-μι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με το πανεπιστήμιο: ~ός: καθηγητής/ξενώνας/τίτλος σπουδών. ~ή: αίθουσα/βιβλιοθήκη/έδρα/εκπαίδευση/έρευνα/καριέρα/κλινική/κοινότητα/μόρφωση/σχολή. ~ό: αμφιθέατρο/εργαστήριο/ίδρυμα/νοσοκομείο/πτυχίο/τμήμα. ~οί: δάσκαλοι. ~ές: εκδόσεις/παραδόσεις/σημειώσεις/σπουδές. ~ά: συγγράμματα. Πβ. ακαδημαϊκός. Βλ. δια~, ενδο~, εξω~. ● Ουσ.: πανεπιστημιακός (ο/η): μέλος του διδακτικού ή/και του ερευνητικού προσωπικού Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος. ● ΣΥΜΠΛ.: πανεπιστημιακό άσυλο βλ. άσυλο, Φοιτητική Εστία βλ. εστία, φοιτητική/πανεπιστημιακή λέσχη βλ. λέσχη [< γαλλ. universitaire]
38048πανεπιστήμιοπα-νε-πι-στή-μι-ο ουσ. (ουδ.) {πανεπιστημ-ίου | -ίων} 1. (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Π, συντομ. Παν/μιο) ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα που αποτελεί χώρο μετάδοσης και παραγωγής της επιστημονικής γνώσης· (συνεκδ.) το διδακτικό-ερευνητικό προσωπικό, οι φοιτητές και οι διοικητικοί του υπάλληλοι· το κεντρικό του κτίριο ή το κτίριο κάθε σχολής του: δημόσια/ιδιωτικά/(μη) κρατικά ~α. Εθνικό και Καποδιστριακό ~ Αθηνών (ακρ. ΕΚΠΑ). Αριστοτέλειο ~ Θεσσαλονίκης (ακρ. ΑΠΘ). Οικονομικό ~ Αθηνών (ακρ. ΟΠΑ). Πάντειο ~ Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. ~ Πειραιώς (ακρ. ΠΑ.ΠΕΙ.). Δημοκρίτειο ~ Θράκης (ακρ. ΔΠΘ). Ιόνιο ~. ~ Αιγαίου/Δυτικής Μακεδονίας/Θεσσαλίας (ακρ. ΠΘ)/Ιωαννίνων/Κρήτης/Μακεδονίας/Πατρών/Πελοποννήσου (: περιφερειακά ~α). Αγγλόφωνα ~α (βλ. ΔΙ.ΠΑ.Ε.). Απόφοιτος/Καθηγητής (βλ. ΔΕΠ) ~ίου. Οι εκδόσεις/η ιστοσελίδα/ο Πρύτανης/η Σύγκλητος/οι υποτροφίες του ~ίου. Η αίθουσα τελετών/τα αμφιθέατρα/η βιβλιοθήκη/η γραμματεία/τα εργαστήρια του ~ίου. Πτυχίο ~ίου. Αξιολόγηση των ~ίων. Διεθνής κατάταξη ~ίων. Συνεργασία ~ίων-επιχειρήσεων. Πάω (= φοιτώ)/περνάω (= εισάγομαι) στο ~. Βγάζω το ~ (= αποφοιτώ). Σε ποιο ~ σπούδασε/έκανε μεταπτυχιακά; Κάνω αίτηση σε ξένο ~/~ του εξωτερικού. Βλ. ΙΕΚ, κολέγιο, ΑΤΕΙ, Πολυτεχνείο.|| Το ~ απεργεί. Πβ. πανεπιστημιακή κοινότητα.|| Κατάληψη του ~ίου. Βλ. Ακαδημία. 2. (μτφ.-προφ.) χώρος απόκτησης σημαντικών εμπειριών: Ο στρατός είναι μεγάλο ~. ΣΥΝ. σχολείο (2) ● ΣΥΜΠΛ.: Ανοικτό Πανεπιστήμιο: ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα που παρέχει εξ αποστάσεως προπτυχιακή και μεταπτυχιακή εκπαίδευση: Το Ελληνικό ~ ~ (ακρ. ΕΑΠ) ιδρύθηκε το 1992. [< αγγλ. open university, 1966], Ελεύθερο Πανεπιστήμιο: μορφωτικά σεμινάρια σε διάφορα γνωστικά αντικείμενα, τα οποία μπορούν να παρακολουθήσουν ενδιαφερόμενοι κάθε ηλικίας και μορφωτικού επιπέδου· ο συγκεκριμένος θεσμός., Λαϊκό Πανεπιστήμιο: κύκλοι διαλέξεων σε θέματα γενικού ενδιαφέροντος, που οργανώνονται κυρ. από τους Δήμους και απευθύνονται σε όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες με σκοπό την επιμόρφωση και επιστημονική ενημέρωσή τους· ο συγκεκριμένος θεσμός: Ανοιχτό ~ ~. Βλ. διά βίου εκπαίδευση/μάθηση, εκπαίδευση ενηλίκων. [< γαλλ. université populaire, γερμ. Volkshochschule] [< γαλλ. université, 1806, ελλ. απόδοση του Αδ. Κοραή, 1810 < λατ. universitas ‘ολότητα, σύλλογος’]
38049πανεπιστημιούποληπα-νε-πι-στη-μι-ού-πο-λη ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) πανεπιστημιόπολη: ενιαίος χώρος, συνήθ. εκτός πόλεως, στον οποίο βρίσκονται οι κάθε είδους εγκαταστάσεις (αίθουσες διδασκαλίας, αμφιθέατρα, βιβλιοθήκες, σπουδαστήρια, φοιτητικές εστίες, χώροι αθλητισμού και αναψυχής) των πανεπιστημιακών σχολών. Βλ. πολυτεχνειούπολη, -ούπολη. ΣΥΝ. κάμπους [< γαλλ. cité universitaire]
38050πανεπιστήμωνπα-νε-πι-στή-μων ουσ. (αρσ. + θηλ.) {πανεπιστήμ-ονος, -ονα | -ονες, -όνων} (λόγ.): άνθρωπος με πολύπλευρη παιδεία· (κατ΄επέκτ.) παντογνώστης. [< μτγν. πανεπιστήμων]
38051πανεργατικός, ή, ό πα-νερ-γα-τι-κός επίθ. (λόγ.): που γίνεται από το σύνολο ή το μεγαλύτερο μέρος των εργατών: ~ός: αγώνας/ξεσηκωμός. ~ή: απεργία/κινητοποίηση/συγκέντρωση. ~ό: συλλαλητήριο.
38052πανέριπα-νέ-ρι ουσ. (ουδ.): πλατύ και ρηχό καλάθι: ψάθινο ~. ~ια με λουλούδια/φρούτα. Πβ. κάνιστρο. ● Υποκ.: πανεράκι (το) [< μεσν. πανέρι]
38053πανέτοιμος, η, ο πα-νέ-τοι-μος επίθ. (επιτατ.): εντελώς, από κάθε άποψη έτοιμος. [< γαλλ. tout prêt]
58678πανετόνεπα-νε-το-νε ουσ. ουδ.: ΖΑΧΑΡ. μιλανέζικο κυρ. χριστουγεννιάτικο τσουρέκι με γέμιση από σταφίδες, κεράσια, δαμάσκηνα, καρύδια. [< ιταλ. panettone, γαλλ. ~, 1990]
38054πανεύκολος, η, ο πα-νεύ-κο-λος επίθ. (επιτατ.): πάρα πολύ εύκολος: ~η: άσκηση. (ΖΑΧΑΡ.) ~η: συνταγή.● επίρρ.: πανεύκολα
38055πανευρωπαϊκός, ή, ό πα-νευ-ρω-πα-ϊ-κός επίθ.: που σχετίζεται με ολόκληρη την Ευρώπη ή τους Ευρωπαίους στο σύνολό τους: ~ός: διαγωνισμός/οργανισμός. ~ή: διάσκεψη/συνεργασία. ~ό: πρωτάθλημα/ρεκόρ. ~οί: αγώνες κολύμβησης/στίβου. ● ΦΡ.: σε πανευρωπαϊκο επίπεδο & σε πανευρωπαϊκή κλίμακα: σε ολόκληρη την Ευρώπη: εκδηλώσεις/έρευνα ~ ~. [< ιταλ. paneuropeo, 1897, γαλλ. paneuropéen, 1901, αγγλ. pan-European, 1901]
38056πανευτυχής, ης, ες πα-νευ-τυ-χής επίθ. {πανευτυχ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.-επιτατ.): πάρα πολύ ευτυχής. Πβ. ευτυχέστατος, είμαι/βρίσκομαι στον παράδεισο, πλέει σε πελάγη ευτυχίας. ΣΥΝ. τρισευτυχισμένος [< μεσν. πανευτυχής]
38057πανζουρλισμόςπαν-ζουρ-λι-σμός ουσ. (αρσ.): κατάσταση μεγάλης αναστάτωσης, αταξίας και φασαρίας που προκαλείται από πολλά άτομα: Γίνεται ~ (= της τρελής/μουρλής/παλαβής). Πβ. κοσμοχαλασιά, χαμός. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. πανδαιμόνιο
38058πανήγυρηπα-νή-γυ-ρη ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) πανήγυρις {πανηγύρ-εως}: πανηγύρι: ετήσια/θρησκευτική/ιερά/λαϊκή/λαμπρή/τοπική ~. ~ της Αγίας .../της Μονής. Βλ. εμπορο~. [< αρχ. πανήγυρις]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.