| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38045 | πανέξυπνος | , η, ο πα-νέ-ξυ-πνος επίθ. (επιτατ.): εξαιρετικά έξυπνος. Πβ. σπίρτο, τζιμάνι, τζίνι. ΣΥΝ. τετραπέρατος ΑΝΤ. πανηλίθιος | |
| 38046 | πανεπιστημιάδα | πα-νε-πι-στη-μι-ά-δα ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. Π): διοργάνωση, συνήθ. αθλητική, στην οποία συμμετέχουν φοιτητές πανεπιστημίων: θερινή/χειμερινή/παγκόσμια ~. ~ θεάτρου. Βλ. μαθητιάδα. [< γαλλ. universiade < univers(ité) + (olymp)iade, 1957 ] | |
| 38047 | πανεπιστημιακός | , ή, ό πα-νε-πι-στη-μι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με το πανεπιστήμιο: ~ός: καθηγητής/ξενώνας/τίτλος σπουδών. ~ή: αίθουσα/βιβλιοθήκη/έδρα/εκπαίδευση/έρευνα/καριέρα/κλινική/κοινότητα/μόρφωση/σχολή. ~ό: αμφιθέατρο/εργαστήριο/ίδρυμα/νοσοκομείο/πτυχίο/τμήμα. ~οί: δάσκαλοι. ~ές: εκδόσεις/παραδόσεις/σημειώσεις/σπουδές. ~ά: συγγράμματα. Πβ. ακαδημαϊκός. Βλ. δια~, ενδο~, εξω~. ● Ουσ.: πανεπιστημιακός (ο/η): μέλος του διδακτικού ή/και του ερευνητικού προσωπικού Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος. ● ΣΥΜΠΛ.: πανεπιστημιακό άσυλο βλ. άσυλο, Φοιτητική Εστία βλ. εστία, φοιτητική/πανεπιστημιακή λέσχη βλ. λέσχη [< γαλλ. universitaire] | |
| 38048 | πανεπιστήμιο | πα-νε-πι-στή-μι-ο ουσ. (ουδ.) {πανεπιστημ-ίου | -ίων} 1. (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Π, συντομ. Παν/μιο) ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα που αποτελεί χώρο μετάδοσης και παραγωγής της επιστημονικής γνώσης· (συνεκδ.) το διδακτικό-ερευνητικό προσωπικό, οι φοιτητές και οι διοικητικοί του υπάλληλοι· το κεντρικό του κτίριο ή το κτίριο κάθε σχολής του: δημόσια/ιδιωτικά/(μη) κρατικά ~α. Εθνικό και Καποδιστριακό ~ Αθηνών (ακρ. ΕΚΠΑ). Αριστοτέλειο ~ Θεσσαλονίκης (ακρ. ΑΠΘ). Οικονομικό ~ Αθηνών (ακρ. ΟΠΑ). Πάντειο ~ Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. ~ Πειραιώς (ακρ. ΠΑ.ΠΕΙ.). Δημοκρίτειο ~ Θράκης (ακρ. ΔΠΘ). Ιόνιο ~. ~ Αιγαίου/Δυτικής Μακεδονίας/Θεσσαλίας (ακρ. ΠΘ)/Ιωαννίνων/Κρήτης/Μακεδονίας/Πατρών/Πελοποννήσου (: περιφερειακά ~α). Αγγλόφωνα ~α (βλ. ΔΙ.ΠΑ.Ε.). Απόφοιτος/Καθηγητής (βλ. ΔΕΠ) ~ίου. Οι εκδόσεις/η ιστοσελίδα/ο Πρύτανης/η Σύγκλητος/οι υποτροφίες του ~ίου. Η αίθουσα τελετών/τα αμφιθέατρα/η βιβλιοθήκη/η γραμματεία/τα εργαστήρια του ~ίου. Πτυχίο ~ίου. Αξιολόγηση των ~ίων. Διεθνής κατάταξη ~ίων. Συνεργασία ~ίων-επιχειρήσεων. Πάω (= φοιτώ)/περνάω (= εισάγομαι) στο ~. Βγάζω το ~ (= αποφοιτώ). Σε ποιο ~ σπούδασε/έκανε μεταπτυχιακά; Κάνω αίτηση σε ξένο ~/~ του εξωτερικού. Βλ. ΙΕΚ, κολέγιο, ΑΤΕΙ, Πολυτεχνείο.|| Το ~ απεργεί. Πβ. πανεπιστημιακή κοινότητα.|| Κατάληψη του ~ίου. Βλ. Ακαδημία. 2. (μτφ.-προφ.) χώρος απόκτησης σημαντικών εμπειριών: Ο στρατός είναι μεγάλο ~. ΣΥΝ. σχολείο (2) ● ΣΥΜΠΛ.: Ανοικτό Πανεπιστήμιο: ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα που παρέχει εξ αποστάσεως προπτυχιακή και μεταπτυχιακή εκπαίδευση: Το Ελληνικό ~ ~ (ακρ. ΕΑΠ) ιδρύθηκε το 1992. [< αγγλ. open university, 1966], Ελεύθερο Πανεπιστήμιο: μορφωτικά σεμινάρια σε διάφορα γνωστικά αντικείμενα, τα οποία μπορούν να παρακολουθήσουν ενδιαφερόμενοι κάθε ηλικίας και μορφωτικού επιπέδου· ο συγκεκριμένος θεσμός., Λαϊκό Πανεπιστήμιο: κύκλοι διαλέξεων σε θέματα γενικού ενδιαφέροντος, που οργανώνονται κυρ. από τους Δήμους και απευθύνονται σε όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες με σκοπό την επιμόρφωση και επιστημονική ενημέρωσή τους· ο συγκεκριμένος θεσμός: Ανοιχτό ~ ~. Βλ. διά βίου εκπαίδευση/μάθηση, εκπαίδευση ενηλίκων. [< γαλλ. université populaire, γερμ. Volkshochschule] [< γαλλ. université, 1806, ελλ. απόδοση του Αδ. Κοραή, 1810 < λατ. universitas ‘ολότητα, σύλλογος’] | |
| 38049 | πανεπιστημιούπολη | πα-νε-πι-στη-μι-ού-πο-λη ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) πανεπιστημιόπολη: ενιαίος χώρος, συνήθ. εκτός πόλεως, στον οποίο βρίσκονται οι κάθε είδους εγκαταστάσεις (αίθουσες διδασκαλίας, αμφιθέατρα, βιβλιοθήκες, σπουδαστήρια, φοιτητικές εστίες, χώροι αθλητισμού και αναψυχής) των πανεπιστημιακών σχολών. Βλ. πολυτεχνειούπολη, -ούπολη. ΣΥΝ. κάμπους [< γαλλ. cité universitaire] | |
| 38050 | πανεπιστήμων | πα-νε-πι-στή-μων ουσ. (αρσ. + θηλ.) {πανεπιστήμ-ονος, -ονα | -ονες, -όνων} (λόγ.): άνθρωπος με πολύπλευρη παιδεία· (κατ΄επέκτ.) παντογνώστης. [< μτγν. πανεπιστήμων] | |
| 38051 | πανεργατικός | , ή, ό πα-νερ-γα-τι-κός επίθ. (λόγ.): που γίνεται από το σύνολο ή το μεγαλύτερο μέρος των εργατών: ~ός: αγώνας/ξεσηκωμός. ~ή: απεργία/κινητοποίηση/συγκέντρωση. ~ό: συλλαλητήριο. | |
| 38052 | πανέρι | πα-νέ-ρι ουσ. (ουδ.): πλατύ και ρηχό καλάθι: ψάθινο ~. ~ια με λουλούδια/φρούτα. Πβ. κάνιστρο. ● Υποκ.: πανεράκι (το) [< μεσν. πανέρι] | |
| 38053 | πανέτοιμος | , η, ο πα-νέ-τοι-μος επίθ. (επιτατ.): εντελώς, από κάθε άποψη έτοιμος. [< γαλλ. tout prêt] | |
| 58678 | πανετόνε | πα-νε-το-νε ουσ. ουδ.: ΖΑΧΑΡ. μιλανέζικο κυρ. χριστουγεννιάτικο τσουρέκι με γέμιση από σταφίδες, κεράσια, δαμάσκηνα, καρύδια. [< ιταλ. panettone, γαλλ. ~, 1990] | |
| 38054 | πανεύκολος | , η, ο πα-νεύ-κο-λος επίθ. (επιτατ.): πάρα πολύ εύκολος: ~η: άσκηση. (ΖΑΧΑΡ.) ~η: συνταγή.● επίρρ.: πανεύκολα | |
| 38055 | πανευρωπαϊκός | , ή, ό πα-νευ-ρω-πα-ϊ-κός επίθ.: που σχετίζεται με ολόκληρη την Ευρώπη ή τους Ευρωπαίους στο σύνολό τους: ~ός: διαγωνισμός/οργανισμός. ~ή: διάσκεψη/συνεργασία. ~ό: πρωτάθλημα/ρεκόρ. ~οί: αγώνες κολύμβησης/στίβου. ● ΦΡ.: σε πανευρωπαϊκο επίπεδο & σε πανευρωπαϊκή κλίμακα: σε ολόκληρη την Ευρώπη: εκδηλώσεις/έρευνα ~ ~. [< ιταλ. paneuropeo, 1897, γαλλ. paneuropéen, 1901, αγγλ. pan-European, 1901] | |
| 38056 | πανευτυχής | , ης, ες πα-νευ-τυ-χής επίθ. {πανευτυχ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.-επιτατ.): πάρα πολύ ευτυχής. Πβ. ευτυχέστατος, είμαι/βρίσκομαι στον παράδεισο, πλέει σε πελάγη ευτυχίας. ΣΥΝ. τρισευτυχισμένος [< μεσν. πανευτυχής] | |
| 38057 | πανζουρλισμός | παν-ζουρ-λι-σμός ουσ. (αρσ.): κατάσταση μεγάλης αναστάτωσης, αταξίας και φασαρίας που προκαλείται από πολλά άτομα: Γίνεται ~ (= της τρελής/μουρλής/παλαβής). Πβ. κοσμοχαλασιά, χαμός. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. πανδαιμόνιο | |
| 38058 | πανήγυρη | πα-νή-γυ-ρη ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) πανήγυρις {πανηγύρ-εως}: πανηγύρι: ετήσια/θρησκευτική/ιερά/λαϊκή/λαμπρή/τοπική ~. ~ της Αγίας .../της Μονής. Βλ. εμπορο~. [< αρχ. πανήγυρις] | |
| 38059 | πανηγύρι | πα-νη-γύ-ρι ουσ. (ουδ.) {πανηγυριού} 1. υπαίθρια λαϊκή εκδήλωση που διοργανώνεται με την ευκαιρία θρησκευτικής εορτής, δηλ. όταν γιορτάζει κυρ. ενοριακός ναός ή Μονή, και περιλαμβάνει διασκέδαση με παραδοσιακή και λαϊκή μουσική και συνήθ. παζάρι: ετήσιο/τοπικό ~. Το ~ του Δεκαπενταύγουστου. ~ στην κεντρική πλατεία του χωριού. ΣΥΝ. πανήγυρη 2. (συνεκδ.) εμποροπανήγυρη. 3. (κατ' επέκτ.) γλέντι, ξεφάντωμα· πανηγυρισμός: αποκριάτικο ~. Στήθηκε ένα ~ χαράς.|| Ξέφρενο/τρελό ~ στα αποδυτήρια μετά τη νίκη της ομάδας. 4. (μτφ.-ειρων.) καβγάς, τσακωμός: Έχει να γίνει/θα έχουμε μεγάλο ~ (= φασαρία) όταν το μάθει! ● Υποκ.: πανηγυράκι (το) (μειωτ.) ● ΦΡ.: για τα πανηγύρια (μειωτ.-ειρων.): γελοίος, φαιδρός: κατάσταση/πολιτική ~ ~. Είμαστε ~ ~! ΣΥΝ. για γέλια, γιορτές/χαρές και πανηγύρια βλ. γιορτή, του Κουτρούλη ο γάμος/το πανηγύρι βλ. Κουτρούλης [< μεσν. πανηγύρι(ν)] | |
| 38060 | πανηγυρίζω | πα-νη-γυ-ρί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πανηγύρι-σα, πανηγυρί-στηκε, πανηγυρίζ-οντας}: εκδηλώνω έντονα τη μεγάλη μου χαρά, την ευτυχία που νιώθω για κάτι: Οι φίλαθλοι πανηγύριζαν στους δρόμους.|| ~σαν (για) τη νίκη του κόμματός τους στις εκλογές. ● πανηγυρίζει: (για σύνολο ανθρώπων) γιορτάζει τη μνήμη Αγίου ή άλλη θρησκευτική επέτειο με διάφορες εκδηλώσεις (Θεία Λειτουργία, λιτανεία, πανηγύρι): Ο ναός ~ δύο φορές τον χρόνο. Το χωριό ~ την ημέρα της Αναλήψεως. [< μτγν. πανηγυρίζω] | |
| 38061 | πανηγυρικός | , ή, ό πα-νη-γυ-ρι-κός επίθ. 1. που έχει εορταστικό χαρακτήρα: ~ή: διακήρυξη (ανεξαρτησίας)/έναρξη (φεστιβάλ)/τελετή (απονομής βραβείων). ~ά: εγκαίνια (μουσείου). Δήλωσε σε ~ό τόνο ότι ... Του επεφύλαξαν ~ή υποδοχή. Σε ~ή ατμόσφαιρα/~ό κλίμα η ορκωμοσία της νέας κυβέρνησης. Πβ. ενθουσιώδης, πανηγυριώτικος. 2. που πραγματοποιείται με μεγαλοπρέπεια και επισημότητα στα πλαίσια του εορτασμού θρησκευτικής γιορτής ή επετείου: ~ός: εορτασμός. ~ή: δοξολογία/Θεία Λειτουργία. Μέγας ~ Εσπερινός.|| ~ή: ομιλία/συνεδρίαση/συνεστίαση. ~ό: συνέδριο. ~ές: εκδηλώσεις. ~ή Συνεδρία της Ακαδημίας Αθηνών. ~ή έκδοση/~ό τεύχος περιοδικού. Πβ. εορταστικός. 3. (μτφ.) ομόφωνος· αδιαμφισβήτητος, ολοφάνερος: ~ή: αθώωση/εκλογή.|| ~ή: νίκη/πρόκριση. Διαψεύστηκε με τον πιο ~ό τρόπο. Πβ. θριαμβευτικός, καταφανής. ● επίρρ.: πανηγυρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: συνήθ. στη σημ. 3: Δικαιώθηκε ~. Αποδείχτηκε/διαψεύστηκε ~. ΣΥΝ. περίτρανα. ● ΣΥΜΠΛ.: πανηγυρικός (λόγος) (κ. με κεφαλ. Π): που εκφωνείται από επίσημο πρόσωπο σε θρησκευτική ή εθνική γιορτή: ο ~ ~ της 25ης Μαρτίου/για την 28η Οκτωβρίου. Τον ~ό της ημέρας εκφώνησε ο δήμαρχος ... Πβ. εγκωμιαστ-, επαινετ-ικός.|| (αρχ. ΡΗΤΟΡ.) ~οί ή επιδεικτικοί λόγοι. Βλ. δικαν-, συμβουλευτ-ικός. [< πβ. γαλλ. panégyrique, αγγλ. panegyric] [< αρχ. πανηγυρικός, γερμ. panegyrisch, αγγλ. panegyrical] | |
| 38062 | πανηγυρισμός | πα-νη-γυ-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ομαδική συνήθ. εκδήλωση έντονου ενθουσιασμού, πολύ μεγάλης χαράς, ικανοποίησης για μια επιτυχία: έξαλλοι/ξέφρενοι ~οί των φιλάθλων για την κατάκτηση του κυπέλλου. Βλ. -ισμός. [< μτγν. πανηγυρισμός] | |
| 38063 | πανηγυριστής | πα-νη-γυ-ρι-στής ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} (επίσ.) & (λαϊκό) πανηγυριώτης: πρόσωπο που συμμετέχει σε πανηγύρι. [< μτγν. πανηγυριστής] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ