Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [38660-38680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
38059πανηγύριπα-νη-γύ-ρι ουσ. (ουδ.) {πανηγυριού} 1. υπαίθρια λαϊκή εκδήλωση που διοργανώνεται με την ευκαιρία θρησκευτικής εορτής, δηλ. όταν γιορτάζει κυρ. ενοριακός ναός ή Μονή, και περιλαμβάνει διασκέδαση με παραδοσιακή και λαϊκή μουσική και συνήθ. παζάρι: ετήσιο/τοπικό ~. Το ~ του Δεκαπενταύγουστου. ~ στην κεντρική πλατεία του χωριού. ΣΥΝ. πανήγυρη 2. (συνεκδ.) εμποροπανήγυρη. 3. (κατ' επέκτ.) γλέντι, ξεφάντωμα· πανηγυρισμός: αποκριάτικο ~. Στήθηκε ένα ~ χαράς.|| Ξέφρενο/τρελό ~ στα αποδυτήρια μετά τη νίκη της ομάδας. 4. (μτφ.-ειρων.) καβγάς, τσακωμός: Έχει να γίνει/θα έχουμε μεγάλο ~ (= φασαρία) όταν το μάθει! ● Υποκ.: πανηγυράκι (το) (μειωτ.) ● ΦΡ.: για τα πανηγύρια (μειωτ.-ειρων.): γελοίος, φαιδρός: κατάσταση/πολιτική ~ ~. Είμαστε ~ ~! ΣΥΝ. για γέλια, γιορτές/χαρές και πανηγύρια βλ. γιορτή, του Κουτρούλη ο γάμος/το πανηγύρι βλ. Κουτρούλης [< μεσν. πανηγύρι(ν)]
38060πανηγυρίζωπα-νη-γυ-ρί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {πανηγύρι-σα, πανηγυρί-στηκε, πανηγυρίζ-οντας}: εκδηλώνω έντονα τη μεγάλη μου χαρά, την ευτυχία που νιώθω για κάτι: Οι φίλαθλοι πανηγύριζαν στους δρόμους.|| ~σαν (για) τη νίκη του κόμματός τους στις εκλογές.πανηγυρίζει: (για σύνολο ανθρώπων) γιορτάζει τη μνήμη Αγίου ή άλλη θρησκευτική επέτειο με διάφορες εκδηλώσεις (Θεία Λειτουργία, λιτανεία, πανηγύρι): Ο ναός ~ δύο φορές τον χρόνο. Το χωριό ~ την ημέρα της Αναλήψεως. [< μτγν. πανηγυρίζω]
38061πανηγυρικός, ή, ό πα-νη-γυ-ρι-κός επίθ. 1. που έχει εορταστικό χαρακτήρα: ~ή: διακήρυξη (ανεξαρτησίας)/έναρξη (φεστιβάλ)/τελετή (απονομής βραβείων). ~ά: εγκαίνια (μουσείου). Δήλωσε σε ~ό τόνο ότι ... Του επεφύλαξαν ~ή υποδοχή. Σε ~ή ατμόσφαιρα/~ό κλίμα η ορκωμοσία της νέας κυβέρνησης. Πβ. ενθουσιώδης, πανηγυριώτικος. 2. που πραγματοποιείται με μεγαλοπρέπεια και επισημότητα στα πλαίσια του εορτασμού θρησκευτικής γιορτής ή επετείου: ~ός: εορτασμός. ~ή: δοξολογία/Θεία Λειτουργία. Μέγας ~ Εσπερινός.|| ~ή: ομιλία/συνεδρίαση/συνεστίαση. ~ό: συνέδριο. ~ές: εκδηλώσεις. ~ή Συνεδρία της Ακαδημίας Αθηνών. ~ή έκδοση/~ό τεύχος περιοδικού. Πβ. εορταστικός. 3. (μτφ.) ομόφωνος· αδιαμφισβήτητος, ολοφάνερος: ~ή: αθώωση/εκλογή.|| ~ή: νίκη/πρόκριση. Διαψεύστηκε με τον πιο ~ό τρόπο. Πβ. θριαμβευτικός, καταφανής. ● επίρρ.: πανηγυρικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: συνήθ. στη σημ. 3: Δικαιώθηκε ~. Αποδείχτηκε/διαψεύστηκε ~. ΣΥΝ. περίτρανα. ● ΣΥΜΠΛ.: πανηγυρικός (λόγος) (κ. με κεφαλ. Π): που εκφωνείται από επίσημο πρόσωπο σε θρησκευτική ή εθνική γιορτή: ο ~ ~ της 25ης Μαρτίου/για την 28η Οκτωβρίου. Τον ~ό της ημέρας εκφώνησε ο δήμαρχος ... Πβ. εγκωμιαστ-, επαινετ-ικός.|| (αρχ. ΡΗΤΟΡ.) ~οί ή επιδεικτικοί λόγοι. Βλ. δικαν-, συμβουλευτ-ικός. [< πβ. γαλλ. panégyrique, αγγλ. panegyric] [< αρχ. πανηγυρικός, γερμ. panegyrisch, αγγλ. panegyrical]
38062πανηγυρισμόςπα-νη-γυ-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ομαδική συνήθ. εκδήλωση έντονου ενθουσιασμού, πολύ μεγάλης χαράς, ικανοποίησης για μια επιτυχία: έξαλλοι/ξέφρενοι ~οί των φιλάθλων για την κατάκτηση του κυπέλλου. Βλ. -ισμός. [< μτγν. πανηγυρισμός]
38063πανηγυριστήςπα-νη-γυ-ρι-στής ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} (επίσ.) & (λαϊκό) πανηγυριώτης: πρόσωπο που συμμετέχει σε πανηγύρι. [< μτγν. πανηγυριστής]
38064πανηγυριώτικος, η, ο πα-νη-γυ-ριώ-τι-κος επίθ. (λαϊκό) 1. που σχετίζεται με πανηγύρι ή ταιριάζει σε αυτό: ~η: ατμόσφαιρα/διάθεση. Πβ. εορταστικός, εύθυμος, πανηγυρικός, χαρμόσυνος. 2. (μειωτ.) γελοίος, φαιδρός. ΣΥΝ. πανηγυρτζίδικος
38065πανηγυρτζήςπα-νη-γυρ-τζής ουσ. (αρσ.) , πανηγυρτζού (η) 1. αυτός που συμμετέχει σε πανηγύρι, συνήθ. ως υπαίθριος πωλητής, οργανοπαίκτης ή τραγουδιστής. 2. (μειωτ.) γελοίος, φαιδρός: ~ήδες της συμφοράς. Βλ. -τζής.
38066πανηγυρτζίδικος, η, ο πα-νη-γυρ-τζί-δι-κος επίθ. (προφ.- συνήθ. μειωτ.): πανηγυριώτικος.
38067πανηλίθιος, α, ο πα-νη-λί-θι-ος επίθ. (μειωτ.-επιτατ.): εντελώς ηλίθιος. ΣΥΝ. πανίβλακας
38068πανηπειρωτικός, ή, ό πα-νη-πει-ρω-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με ολόκληρη την Ήπειρο ή το σύνολο των Ηπειρωτών: ~ή: συνομοσπονδία.
38069πανθεϊσμόςπαν-θε-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΦΙΛΟΣ. διδασκαλία σύμφωνα με την οποία ο Θεός ενυπάρχει σε κάθε πτυχή του Σύμπαντος ή ταυτίζεται με αυτό. 2. ΘΡΗΣΚ. η λατρεία των θεών όλων των θρησκειών. [< γαλλ. panthéisme, αγγλ. pantheism]
38070πανθεϊστήςπαν-θε-ϊ-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του πανθεϊσμού. [< γαλλ. panthéiste, αγγλ. pantheist]
38071πανθεϊστικός, ή, ό παν-θε-ϊ-στι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. -ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον πανθεϊσμό: ~ή: αντίληψη/φιλοσοφία. [< γαλλ. panthéiste, αγγλ. pantheistic]
38072πανθενόληπαν-θε-νό-λη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. η βιταμίνη Β5 σε μορφή αλκοόλης, η οποία χρησιμοποιείται κυρ. σε καλλυντικά προϊόντα: d-~. Γαλάκτωμα/κρέμα με ~. Πβ. παντοθενικό οξύ. Βλ. -όλη. [< αγγλ. panthenol]
38073πάνθεο(ν)πάν-θε-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έου} 1. (+ γεν.) (μτφ.) σύνολο επιφανών προσωπικοτήτων: το ~ των αθανάτων (: που δεν θα λησμονηθούν)/των ηρώων. Πέρασε στο ~ της ιστορίας. 2. το σύνολο των θεών μιας θρησκείας ή μυθολογίας: αιγυπτιακό/ελληνικό/ρωμαϊκό ~. 3. (σε ορισμένα κράτη) μεγαλοπρεπές μνημείο όπου έχουν ταφεί διακεκριμένες προσωπικότητες, ένδοξοι άνδρες. [< μτγν. πάνθεον 'ναός αφιερωμένος σε όλους τους θεούς', γαλλ. panthéon, αγγλ. pantheon]
38074πανθεσσαλικός, ή, ό παν-θεσ-σα-λι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με ολόκληρη τη Θεσσαλία ή το σύνολο των Θεσσαλών: ~ό: στάδιο.
38075πάνθηραςπάν-θη-ρας ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. σαρκοφάγο θηλαστικό της οικογένειας των αιλουροειδών (γένος Panthera) με σκούρες κηλίδες στο τρίχωμά του, που ζει στην Ασία και την Αφρική: αφρικανικός ~ (= λεοπάρδαλη). Μαύρος ~. Βλ. πούμα, τζάγκουαρ.|| Ροζ ~ (: ήρωας κινουμένων σχεδίων). [< αρχ. πάνθηρ, γαλλ. panthère, αγγλ. panther]
38076πανθομολογούμενος, η, ο παν-θο-μο-λο-γού-με-νος επίθ. (λόγ.): αναμφισβήτητος, κοινά αποδεκτός: ~η: διαπίστωση. Με ~η επιτυχία ολοκληρώθηκε η έκθεση. Πβ. αναμφίβολος, αναντίρρητος. ● επίρρ.: πανθομολογουμένως
38077πανθρακικός, ή, ό παν-θρα-κι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με ολόκληρη τη Θράκη ή με τους Θρακιώτες στο σύνολό τους.
38078πανίπα-νί ουσ. (ουδ.) {παν-ιού | -ιών} 1. κομμάτι φτηνού υφάσματος, συνήθ. για πρόχειρη χρήση: αδιάβροχο/απορροφητικό (βλ. βετέξ, σπογγοπετσέτα)/βαμβακερό/λινό ~. ~ καθαρισμού. Βγάζω/τρίβω τον λεκέ μ' ένα βρεγμένο/καθαρό/μαλακό/νωπό/στεγνό ~. Σκούπισε τα χέρια του/σκέπασε το πιάτο μ' ένα ~ (βλ. πετσέτα). Βλ. -πανο, πατσαβούρα. 2. ΝΑΥΤ. ιστίο: ανοιχτά/λευκά ~ιά. Άπλωμα των ~ιών. Κατεβάζω/μαζεύω τα ~ιά. Ο άνεμος γεμίζει/φουσκώνει τα ~ιά. Πβ. άρμενα. Βλ. λατίνι, μαΐστρα, μετζάνα, μπούμα, προΐστιο, ράντα1, σακολέβα, τρίγκος, φλόκος, ψάθα.|| (συνεκδ.) Τα ελληνικά ~ιά (= οι Έλληνες ιστιοπλόοι) κατέκτησαν ... μετάλλια. 3. ύφασμα ή άλλο υλικό στο οποίο προβάλλεται εικόνα, κυρ. ταινία· συνεκδ. κινηματογράφος: ~ προβολής (βλ. προτζέκτορας).|| Η ζωή του θα μεταφερθεί στο ~ (= στη μεγάλη οθόνη). Πβ. σελιλόιντ. Βλ. θέατρο σκιών, μπερντές, πάλκο, σανίδι, σκηνή. ● Υποκ.: πανάκι (το): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: κόκκινο πανί βλ. κόκκινος ● ΦΡ.: ανοίγω πανιά & σηκώνω/κάνω πανιά 1. αποπλέω: Ανοίξαμε ~ για το νησί.|| (μτφ.) Άνοιξε ~ (= έφυγε) για άλλα μέρη. 2. (μτφ.) ξεκινώ κάτι με καλές προοπτικές: (για επιχείρηση) Άνοιξε ~ για ξένες αγορές., άσπρος σαν (το) πανί: χλομός: Έγινε ~ ~ απ' τον φόβο του., είμαι/έμεινα πανί με πανί (προφ.): είμαι απένταρος, ξέμεινα από χρήματα. Πβ. με άδειες τσέπες. ΣΥΝ. βρέθηκε/έμεινε στον άσο, δεν έχω μία, δεν έχω φράγκο, είμαι/έχω μείνει ταπί (και ψύχραιμος), μένω/είμαι στεγνός, είναι/έχει πέσει στα μαύρα πανιά (προφ.): είναι πολύ στενοχωρημένος ή απογοητευμένος. ΣΥΝ. τα βάφω μαύρα, μάινα τα πανιά! βλ. μάινα1, ώρα καλή στην πρύμ(ν)η σου κι α(γ)έρα στα πανιά σου βλ. ώρα [< μτγν. πανίον < μεσν. πανί(ν), λατ. pannus]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.