| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38079 | πανιάζω | πα-νιά-ζω ρ. (αμτβ.) {πάνια-σε, -σμένος} (προφ.): χλομιάζω: ~σε από τον φόβο του. Πβ. ασπρίζω, κερώνω, κιτρινίζω. ● πανιάζει: (για τρόφιμα) που χάνει την τραγανότητά του: Η πίτα πρέπει να ψηθεί καλά, αλλιώς το φύλλο θα ~σει. Πβ. χαλά. Βλ. μαραγκιάζει. | |
| 38080 | πανιατρικός | , ή, ό πα-νι-α-τρι-κός επίθ. (λόγ.): που αφορά το σύνολο των γιατρών: ~ή: απεργία. ~ό: συλλαλητήριο. | |
| 38081 | πανίβλακας | πα-νί-βλα-κας ουσ. (αρσ.) & πανύβλακας & πανίβλαξ & πανύβλαξ (λόγ.-μειωτ.-επιτατ.): εντελώς βλάκας. Πβ. χαζούλιακας. ΣΥΝ. πανηλίθιος | |
| 38082 | πανίδα | πα-νί-δα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. το σύνολο των ζωικών ειδών συγκεκριμένης περιοχής ή γεωλογικής περιόδου: άγρια/θαλάσσια ~. Η χλωρίδα και η ~ ενός τόπου (: το σύνολο των φυτών και των ζώων του). Βλ. εντομο~, ερπετο~, ιχθυο~, μικρο~, ορνιθο~. [< νεολατ. fauna] | |
| 38083 | πανίερος | , η, ο πα-νί-ε-ρος επίθ. (επιτατ.): ΕΚΚΛΗΣ. ιερός στον υπέρτατο βαθμό: ~ος: ναός. [< μτγν. πανίερος] | |
| 38084 | Πανιερότατος | Πα-νι-ε-ρό-τα-τος επίθ./ουσ. & (λόγ.) Πανιερώτατος: ΕΚΚΛΗΣ. τιμητική προσφώνηση επισκόπου ή (τιτουλάριου) μητροπολίτη, κυρ. στην Κύπρο. [< μεσν. πανιερώτατος] | |
| 38085 | πανικά | πα-νι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) (λαϊκό): λεπτά και συνήθ. λευκά πάνινα υφάσματα: ~ κρεβατιού/τραπεζιού. | |
| 38086 | πανικοβάλλω | πα-νι-κο-βάλ-λω ρ. (μτβ.) {πανικό-βαλε, πανικο-βάλει, πανικο-βλήθηκα, -βληθεί, -βλημένος, -βάλλοντας}: προκαλώ πανικό σε κάποιον, κάνω κάποιον να χάσει την ψυχραιμία του: Δεν θέλω να σε ~βάλω, αλλά ... Οι κάτοικοι της περιοχής ~βλήθηκαν, όταν είδαν τη φωτιά. Μας τηλεφώνησε ~βλημένη (= πανικόβλητη) μέσα στη νύχτα. Πβ. τρομοκρατώ. [< γαλλ. paniquer, 1937, αγγλ. panic] | |
| 38087 | πανικόβλητος | , η, ο πα-νι-κό-βλη-τος επίθ.: που έχει κυριευτεί από πανικό, πανικοβλημένος: ~ο: πλήθος. Ο κόσμος έτρεχε ~ στους δρόμους.|| ~ο: βλέμμα. [< γαλλ. paniqué, αγγλ. panic–stricken] | |
| 38088 | πανικός | πα-νι-κός ουσ. (αρσ.) 1. αιφνίδιος, έντονος, ανεξέλεγκτος τρόμος ή αγωνία, που συχνά εμφανίζεται ταυτόχρονα σε πολλά άτομα: γενικευμένος/μεγάλος ~. Καταλαμβάνομαι/κατέχομαι/κυριεύομαι από ~ό. Με πιάνει ~. Προκαλώ (τον) ~ό (= πανικοβάλλω). Σκορπίζω/σπέρνω τον ~ό. Ο σεισμός έφερε ~ό.|| Κίνηση ~ού (: που φανερώνει φόβο, σύγχυση). Ο ~ είναι κακός σύμβουλος. 2. μεγάλη αναστάτωση, αταξία, χαμός: κλίμα/σκηνές ~ού. Σε κατάσταση ~ού οι διεθνείς αγορές. ~ στα σχολεία από κρούσματα μηνιγγίτιδας. Επικρατεί ~.|| Γίνεται ~ στα καταστήματα (: λόγω κοσμοσυρροής). ● ΣΥΜΠΛ.: διαταραχή πανικού: ΨΥΧΙΑΤΡ. ψυχική πάθηση κατά την οποία ο ασθενής παρουσιάζει επαναλαμβανόμενες, αιφνίδιες και σύντομες κρίσεις πανικού., ηθικός πανικός: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. υπερβολική αντίδραση κυρ. των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης με αφορμή διάφορα γεγονότα και κοινωνικά φαινόμενα (εγκληματικότητα, παραβατικότητα) που οδηγούν συνήθ. τις κοινωνίες στον παράλογο φόβο πως κινδυνεύει η κοινωνική συνοχή. [< αγγλ. moral panic, 1971] , κρίση πανικού: ΨΥΧΙΑΤΡ. επεισόδιο έντονου φόβου και άγχους. [< αγγλ. panic attack, 1958] , μπουτόν πανικού & κουμπί πανικού: συναγερμός για ειδοποίηση του προσωπικού ασφαλείας ή για παροχή βοήθειας σε κατάσταση επείγουσας ανάγκης. [< αγγλ. panic button, 1948] , μπάρα πανικού βλ. μπάρα [< μτγν. πανικός, γαλλ. panique, αγγλ. panic] | |
| 38089 | πάνινος | , η, ο πά-νι-νος επίθ.: που έχει κατασκευαστεί από πανί: ~η: τσάντα. ~α: παπούτσια. Πβ. υφασμάτινος.|| ~ο: ύφασμα (= βαμβακερό ή λινό). | |
| 38090 | πανισλαμισμός | πα-νι-σλα-μι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ.-ΠΟΛΙΤ. κίνημα με στόχο τη συνένωση όλων των μουσουλμανικών εθνών και τη διάδοση του ισλαμισμού. Βλ. -ισμός. [< γερμ. Panislamismus, αγγλ. Panislamism, γαλλ. panislamisme, 1905] | |
| 38091 | πανίσχυρος | , η, ο πα-νί-σχυ-ρος επίθ. (επιτατ.): πάρα πολύ ισχυρός: ~οι: παράγοντες. ~ες: δυνάμεις. ΣΥΝ. παντοδύναμος ΑΝΤ. ανίσχυρος [< μτγν. πανίσχυρος] | |
| 38092 | πανκ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: νεανικό κίνημα διαμαρτυρίας και αμφισβήτησης του κατεστημένου που εμφανίστηκε κυρ. στη Μεγάλη Βρετανία και τις ΗΠΑ και χαρακτηρίζεται από αντισυμβατική, προκλητική συμπεριφορά και εκκεντρική εμφάνιση· ειδικότ. η γρήγορη ροκ μουσική που σχετίζεται με το συγκεκριμένο κίνημα: συγκρότημα της ~. Βλ. γκαράζ, γκόθικ, κυβερνοπάνκ.|| (ως επίθ.) ~ κούρεμα/τραγούδι. ● πανκ (ο/η): οπαδός του πανκ. Πβ. πανκιό. [< αμερικ. punk (rock), 1970, γαλλ. ~, 1973] | |
| 38093 | πανκιό | παν-κιό ουσ. (ουδ.) & πάνκης (ο) (νεαν. αργκό): οπαδός του πανκ. | |
| 38094 | παννυχίδα | παν-νυ-χί-δα ουσ. (θηλ.) & (αρχαιοπρ.) παννυχίς {παννυχίδος}: ΕΚΚΛΗΣ. αγρυπνία, ολονυκτία την παραμονή μεγάλης θρησκευτικής εορτής ή ύστερα από θεομηνία. [< αρχ. παννυχίς] | |
| 38095 | πανό | πα-νό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: στενόμακρο κομμάτι από ύφασμα, πλαστικό ή χαρτί, πάνω στο οποίο αναγράφονται συνήθ. σύμβολα, συνθήματα ή μηνύματα, και το οποίο μεταφέρεται τεντωμένο ανάμεσα σε δύο ξύλα ή κρεμιέται σε οποιοδήποτε μέρος: ~ διαμαρτυρίας. Διαφημιστικά ~. Πβ. αερο~, μπάνερ. Βλ. πλακάτ. [< γαλλ. panneau] | |
| 38097 | πανόδετος | , η, ο πα-νό-δε-τος επίθ.: (κυρ. για βιβλίο) βιβλιοδετημένος με ειδικό πανί: ~ος: τόμος. ~η: έκδοση. Βλ. δερματό-, λινό-δετος. [< γαλλ. toilé] | |
| 38098 | πανομοιότυπος | , η, ο πα-νο-μοι-ό-τυ-πος επίθ.: που αποτελεί πιστή αναπαράσταση, αντιγραφή κάποιου πρωτοτύπου ή είναι εντελώς όμοιος με κάποιον ή κάτι άλλο: ~η: εικόνα. Περιοδικά με ~ο περιεχόμενο. ~α: δίδυμα. Πβ. απαράλλαχτος, ολόιδιος. ΑΝΤ. ανόμοιος.|| (ως ουσ.) Το ~ο του χειρογράφου. [< γαλλ. fac-similé] | |
| 38099 | πανοπλία | πα-νο-πλί-α ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.) 1. αμυντική και προστατευτική περιβολή, συνήθ. από δέρμα ή μέταλλο, των πολεμιστών κατά την Αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα: αστραφτερή/σκουριασμένη ~. Η σιδερένια ~ των ιπποτών. Βλ. αρματωσιά, οπλισμός. 2. (μτφ.) οτιδήποτε παρέχει θωράκιση, προστασία: ηθική/νομική ~. [< 1: αρχ. πανοπλία] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ