| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38064 | πανηγυριώτικος | , η, ο πα-νη-γυ-ριώ-τι-κος επίθ. (λαϊκό) 1. που σχετίζεται με πανηγύρι ή ταιριάζει σε αυτό: ~η: ατμόσφαιρα/διάθεση. Πβ. εορταστικός, εύθυμος, πανηγυρικός, χαρμόσυνος. 2. (μειωτ.) γελοίος, φαιδρός. ΣΥΝ. πανηγυρτζίδικος | |
| 38065 | πανηγυρτζής | πα-νη-γυρ-τζής ουσ. (αρσ.) , πανηγυρτζού (η) 1. αυτός που συμμετέχει σε πανηγύρι, συνήθ. ως υπαίθριος πωλητής, οργανοπαίκτης ή τραγουδιστής. 2. (μειωτ.) γελοίος, φαιδρός: ~ήδες της συμφοράς. Βλ. -τζής. | |
| 38066 | πανηγυρτζίδικος | , η, ο πα-νη-γυρ-τζί-δι-κος επίθ. (προφ.- συνήθ. μειωτ.): πανηγυριώτικος. | |
| 38067 | πανηλίθιος | , α, ο πα-νη-λί-θι-ος επίθ. (μειωτ.-επιτατ.): εντελώς ηλίθιος. ΣΥΝ. πανίβλακας | |
| 38068 | πανηπειρωτικός | , ή, ό πα-νη-πει-ρω-τι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με ολόκληρη την Ήπειρο ή το σύνολο των Ηπειρωτών: ~ή: συνομοσπονδία. | |
| 38069 | πανθεϊσμός | παν-θε-ϊ-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΦΙΛΟΣ. διδασκαλία σύμφωνα με την οποία ο Θεός ενυπάρχει σε κάθε πτυχή του Σύμπαντος ή ταυτίζεται με αυτό. 2. ΘΡΗΣΚ. η λατρεία των θεών όλων των θρησκειών. [< γαλλ. panthéisme, αγγλ. pantheism] | |
| 38070 | πανθεϊστής | παν-θε-ϊ-στής ουσ. (αρσ.): οπαδός του πανθεϊσμού. [< γαλλ. panthéiste, αγγλ. pantheist] | |
| 38071 | πανθεϊστικός | , ή, ό παν-θε-ϊ-στι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. -ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον πανθεϊσμό: ~ή: αντίληψη/φιλοσοφία. [< γαλλ. panthéiste, αγγλ. pantheistic] | |
| 38072 | πανθενόλη | παν-θε-νό-λη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. η βιταμίνη Β5 σε μορφή αλκοόλης, η οποία χρησιμοποιείται κυρ. σε καλλυντικά προϊόντα: d-~. Γαλάκτωμα/κρέμα με ~. Πβ. παντοθενικό οξύ. Βλ. -όλη. [< αγγλ. panthenol] | |
| 38073 | πάνθεο(ν) | πάν-θε-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έου} 1. (+ γεν.) (μτφ.) σύνολο επιφανών προσωπικοτήτων: το ~ των αθανάτων (: που δεν θα λησμονηθούν)/των ηρώων. Πέρασε στο ~ της ιστορίας. 2. το σύνολο των θεών μιας θρησκείας ή μυθολογίας: αιγυπτιακό/ελληνικό/ρωμαϊκό ~. 3. (σε ορισμένα κράτη) μεγαλοπρεπές μνημείο όπου έχουν ταφεί διακεκριμένες προσωπικότητες, ένδοξοι άνδρες. [< μτγν. πάνθεον 'ναός αφιερωμένος σε όλους τους θεούς', γαλλ. panthéon, αγγλ. pantheon] | |
| 38074 | πανθεσσαλικός | , ή, ό παν-θεσ-σα-λι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με ολόκληρη τη Θεσσαλία ή το σύνολο των Θεσσαλών: ~ό: στάδιο. | |
| 38075 | πάνθηρας | πάν-θη-ρας ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. σαρκοφάγο θηλαστικό της οικογένειας των αιλουροειδών (γένος Panthera) με σκούρες κηλίδες στο τρίχωμά του, που ζει στην Ασία και την Αφρική: αφρικανικός ~ (= λεοπάρδαλη). Μαύρος ~. Βλ. πούμα, τζάγκουαρ.|| Ροζ ~ (: ήρωας κινουμένων σχεδίων). [< αρχ. πάνθηρ, γαλλ. panthère, αγγλ. panther] | |
| 38076 | πανθομολογούμενος | , η, ο παν-θο-μο-λο-γού-με-νος επίθ. (λόγ.): αναμφισβήτητος, κοινά αποδεκτός: ~η: διαπίστωση. Με ~η επιτυχία ολοκληρώθηκε η έκθεση. Πβ. αναμφίβολος, αναντίρρητος. ● επίρρ.: πανθομολογουμένως | |
| 38077 | πανθρακικός | , ή, ό παν-θρα-κι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με ολόκληρη τη Θράκη ή με τους Θρακιώτες στο σύνολό τους. | |
| 38078 | πανί | πα-νί ουσ. (ουδ.) {παν-ιού | -ιών} 1. κομμάτι φτηνού υφάσματος, συνήθ. για πρόχειρη χρήση: αδιάβροχο/απορροφητικό (βλ. βετέξ, σπογγοπετσέτα)/βαμβακερό/λινό ~. ~ καθαρισμού. Βγάζω/τρίβω τον λεκέ μ' ένα βρεγμένο/καθαρό/μαλακό/νωπό/στεγνό ~. Σκούπισε τα χέρια του/σκέπασε το πιάτο μ' ένα ~ (βλ. πετσέτα). Βλ. -πανο, πατσαβούρα. 2. ΝΑΥΤ. ιστίο: ανοιχτά/λευκά ~ιά. Άπλωμα των ~ιών. Κατεβάζω/μαζεύω τα ~ιά. Ο άνεμος γεμίζει/φουσκώνει τα ~ιά. Πβ. άρμενα. Βλ. λατίνι, μαΐστρα, μετζάνα, μπούμα, προΐστιο, ράντα1, σακολέβα, τρίγκος, φλόκος, ψάθα.|| (συνεκδ.) Τα ελληνικά ~ιά (= οι Έλληνες ιστιοπλόοι) κατέκτησαν ... μετάλλια. 3. ύφασμα ή άλλο υλικό στο οποίο προβάλλεται εικόνα, κυρ. ταινία· συνεκδ. κινηματογράφος: ~ προβολής (βλ. προτζέκτορας).|| Η ζωή του θα μεταφερθεί στο ~ (= στη μεγάλη οθόνη). Πβ. σελιλόιντ. Βλ. θέατρο σκιών, μπερντές, πάλκο, σανίδι, σκηνή. ● Υποκ.: πανάκι (το): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: κόκκινο πανί βλ. κόκκινος ● ΦΡ.: ανοίγω πανιά & σηκώνω/κάνω πανιά 1. αποπλέω: Ανοίξαμε ~ για το νησί.|| (μτφ.) Άνοιξε ~ (= έφυγε) για άλλα μέρη. 2. (μτφ.) ξεκινώ κάτι με καλές προοπτικές: (για επιχείρηση) Άνοιξε ~ για ξένες αγορές., άσπρος σαν (το) πανί: χλομός: Έγινε ~ ~ απ' τον φόβο του., είμαι/έμεινα πανί με πανί (προφ.): είμαι απένταρος, ξέμεινα από χρήματα. Πβ. με άδειες τσέπες. ΣΥΝ. βρέθηκε/έμεινε στον άσο, δεν έχω μία, δεν έχω φράγκο, είμαι/έχω μείνει ταπί (και ψύχραιμος), μένω/είμαι στεγνός, είναι/έχει πέσει στα μαύρα πανιά (προφ.): είναι πολύ στενοχωρημένος ή απογοητευμένος. ΣΥΝ. τα βάφω μαύρα, μάινα τα πανιά! βλ. μάινα1, ώρα καλή στην πρύμ(ν)η σου κι α(γ)έρα στα πανιά σου βλ. ώρα [< μτγν. πανίον < μεσν. πανί(ν), λατ. pannus] | |
| 38079 | πανιάζω | πα-νιά-ζω ρ. (αμτβ.) {πάνια-σε, -σμένος} (προφ.): χλομιάζω: ~σε από τον φόβο του. Πβ. ασπρίζω, κερώνω, κιτρινίζω. ● πανιάζει: (για τρόφιμα) που χάνει την τραγανότητά του: Η πίτα πρέπει να ψηθεί καλά, αλλιώς το φύλλο θα ~σει. Πβ. χαλά. Βλ. μαραγκιάζει. | |
| 38080 | πανιατρικός | , ή, ό πα-νι-α-τρι-κός επίθ. (λόγ.): που αφορά το σύνολο των γιατρών: ~ή: απεργία. ~ό: συλλαλητήριο. | |
| 38081 | πανίβλακας | πα-νί-βλα-κας ουσ. (αρσ.) & πανύβλακας & πανίβλαξ & πανύβλαξ (λόγ.-μειωτ.-επιτατ.): εντελώς βλάκας. Πβ. χαζούλιακας. ΣΥΝ. πανηλίθιος | |
| 38082 | πανίδα | πα-νί-δα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. το σύνολο των ζωικών ειδών συγκεκριμένης περιοχής ή γεωλογικής περιόδου: άγρια/θαλάσσια ~. Η χλωρίδα και η ~ ενός τόπου (: το σύνολο των φυτών και των ζώων του). Βλ. εντομο~, ερπετο~, ιχθυο~, μικρο~, ορνιθο~. [< νεολατ. fauna] | |
| 38083 | πανίερος | , η, ο πα-νί-ε-ρος επίθ. (επιτατ.): ΕΚΚΛΗΣ. ιερός στον υπέρτατο βαθμό: ~ος: ναός. [< μτγν. πανίερος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ