| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38100 | πάνοπλος | , η, ο πά-νο-πλος επίθ. ΑΝΤ. άοπλος 1. που έχει πάνω του όλο τον απαραίτητο οπλισμό: ~οι: αστυνομικοί/στρατιώτες. 2. (μτφ.) άριστα εφοδιασμένος, κατάλληλα προετοιμασμένος για την αντιμετώπιση μιας κατάστασης: ~η η ομάδα ενόψει του αυριανού ντέρμπι. [< 1: αρχ. πάνοπλος] | |
| 38101 | πανόραμα | πα-νό-ρα-μα ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.) εκδήλωση, έκθεση κατά τη διάρκεια της οποίας γίνεται εκτενής παρουσίαση ενός θέματος: αθλητικό/εικαστικό/πολιτιστικό/τουριστικό/φωτογραφικό ~. ~ ελληνικού κινηματογράφου/μουσικής/τέχνης/χορού. Πβ. φεστιβάλ.|| (κατ’ επέκτ.) ~ μιας χώρας (: ταξίδι κατά το οποίο επισκέπτεται κάποιος τα σημαντικότερα αξιοθέατά της). || ~ (: γενική εικόνα) της ιστορίας (της γλώσσας/της εκπαίδευσης). 2. άποψη, θέα ενός τόπου από ψηλά: το ~ της πόλης. [< γαλλ.-αγγλ. panorama] | |
| 38102 | πανοραμικός | , ή, ό πα-νο-ρα-μι-κός επίθ. & (σπάν.) πανοραματικός: που παρέχει ευρύ οπτικό πεδίο, συνήθ. από ψηλά: ~ή: ξενάγηση/οροφή (αυτοκινήτου)/περιήγηση. ~ό: οικόπεδο/τοπίο. Βίλα με ~ή θέα στη θάλασσα. Ξενοδοχείο κτισμένο σε ~ό σημείο. Πβ. αμφιθεατρικός.|| ~ό: παρμπρίζ (: που καλύπτει και μέρος της οροφής του αυτοκινήτου).|| (για απεικόνιση με κάμερα:) ~ή: εικόνα/φωτογραφία. ~ό: βίντεο. ~ή άποψη της πόλης. ● επίρρ.: πανοραμικά ● ΣΥΜΠΛ.: πανοραμική ακτινογραφία & (προφ.) πανοραμική (η): ΙΑΤΡ. ακτινογραφική απεικόνιση ολόκληρης της στοματογναθοπροσωπικής περιοχής: ψηφιακή ~ ~., πανοραμική κάμερα 1. ΤΕΧΝΟΛ. που περιστρέφεται αυτόματα, ώστε να παρέχει πλήρη κάλυψη ενός χώρου: ~ ~ ασφαλείας. 2. ΦΩΤΟΓΡ. μηχανή για πανοραμικές λήψεις, σταθερή (με ευρυγώνιους φακούς) ή περιστροφική., πανοραμική λήψη 1. ΦΩΤΟΓΡ. που δημιουργείται από τη συρραφή διαδοχικών καρέ, ώστε η φωτογραφία που θα προκύψει, να αποτελεί ολοκληρωμένη άποψη (έως 360°) του φωτογραφιζόμενου χώρου. 2. ΚΙΝΗΜ. -ΤΗΛΕΟΡ. που πραγματοποιείται με αργή περιστροφή της κάμερας γύρω από τον άξονά της., πανοραμική οθόνη: οθόνη κινηματογράφου ή τηλεόρασης με διαστάσεις μεγαλύτερες από τις συνηθισμένες: ~ ~ αφής. [< γαλλ. panoramique, αγγλ. panoramic] | |
| 38103 | πανορθόδοξος | , η/ος, ο πα-νορ-θό-δο-ξος επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες ή με τους Ορθόδοξους στο σύνολό τους: ~η: (συν)διάσκεψη/σύνοδος. [< μεσν. πανορθόδοξος] | |
| 38104 | Πανοσιολογιότατος | Πα-νο-σι-ο-λο-γι-ό-τα-τος ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) Πανοσιολογιώτατος: ΕΚΚΛΗΣ. τιμητική προσφώνηση αρχιμανδρίτη ή ηγούμενου με πανεπιστημιακή μόρφωση. | |
| 38105 | πανούκλα | πα-νού-κλα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κοινή ονομασία της πανώλης: επιδημία ~ας. Πβ. λοιμός. ● ΦΡ.: απ' έξω κούκλα κι από μέσα πανούκλα βλ. κούκλα [< μεσν. πανούκλα] | |
| 38106 | πανουργία | πα-νουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. δολιότητα, πονηριά. Βλ. ραδιουργία. 2. (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) δόλιο, πονηρό τέχνασμα, κόλπο: Κατάφερε και πήρε τη θέση με ~ες. [< αρχ. πανουργία] | |
| 38107 | πανούργος | , α, ο [πανοῦργος] πα-νούρ-γος επίθ.: δόλιος, πονηρός: (για πρόσ.) Τι ~ που είναι! Πβ. αρουραίος.|| ~ο: μυαλό/σχέδιο. Πβ. κακ-, ραδι-ούργος. [< αρχ. πανοῦργος] | |
| 38108 | πανσέληνος | παν-σέ-λη-νος ουσ. (θηλ.) {-ου (λόγ.) -ήνου}: ΑΣΤΡΟΝ. φάση της Σελήνης κατά την οποία αυτή φωτίζεται ολόκληρη από τον Ήλιο και φαίνεται από τη Γη σαν ένας τέλειος φωτεινός δίσκος· το χρονικό διάστημα που διαρκεί αυτή η φάση: αυγουστιάτικη ~. Έχει ~ο απόψε. Βλ. φεγγαράδα.|| Μπλε ~ (: σπάνιο φαινόμενο κατά το οποίο η ~ εμφανίζεται για δεύτερη φορά μέσα στον ίδιο μήνα). [< αγγλ. blue moon] [< αρχ. πανσέληνος] | |
| 38109 | πανσέξουαλ | παν-σέ-ξου-αλ ουσ. (αρσ.): άτομο που έλκεται ερωτικά από όλα τα είδη ταυτότητας φύλου. [< αγγλ. pansexual] | |
| 38110 | πανσεξουαλικός | , ή, ό παν-σε-ξου-α-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον πανσέξουαλ και την πανσεξουαλικότητα. [< αγγλ. pansexual, 1914] | |
| 38111 | πανσεξουαλικότητα | σε-ξου-α-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πανσέξουαλ. [< αγγλ. pansexuality] | |
| 38112 | πανσεξουαλισμός | σε-ξου-α-λι-σμός ουσ. (αρσ.): πανσεξουαλικότητα. [< αγγλ. pansexualism] | |
| 38113 | πάνσεπτος | , ος/η, ο πάν-σε-πτος επίθ. (λόγ.-επιτατ.): ΕΚΚΛΗΣ. ιερός, σεβαστός στον υπέρτατο βαθμό: ~ος: ναός. ~η: εικόνα (της Παναγίας). [< μτγν. πάνσεπτος] | |
| 38114 | πανσές | παν-σές ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. ποώδες φυτό (γένος Viola) με μεγάλα, πολύχρωμα άνθη που έχουν βελούδινη υφή· συνεκδ. το άνθος του αντίστοιχου φυτού. Βλ. -ές. [< γαλλ. pensée] | |
| 38115 | πανσέτα | παν-σέ-τα ουσ. (θηλ.) & παντσέτα: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κομμάτι χοιρινού κρέατος από τα κοιλιακά τοιχώματα, το στέρνο ή το κάτω τμήμα των πλευρών του ζώου: καπνιστή ~. Πβ. μπέικον. Βλ. -έτα. [< ιταλ. pancetta, γαλλ. ~, 1992] | |
| 38116 | πανσιόν | παν-σιόν ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: μικρό συνήθ. οίκημα που προσφέρει, έναντι αμοιβής, διαμονή και διατροφή: ~ ηλικιωμένων (= γηροκομείο). Βλ. ξενοδοχείο.|| ~ (μικρών) ζώων. Βλ. κυνοκομείο. [< γαλλ. pension] | |
| 38117 | πανσλαβισμός | παν-σλα-βι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. κίνημα (κυρ. του 19ου. αι.) υπέρ της πολιτικής ένωσης όλων των σλαβικών λαών σε ένα κράτος ή μία συνομοσπονδία υπό την εξουσία της Ρωσίας. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. panslavisme] | |
| 38118 | πανσοφία | παν-σο-φί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.-επιτατ.): απόλυτη σοφία. Πβ. παντογνωσία. [< μτγν. πανσοφία] | |
| 38119 | πάνσοφος | , η, ο πάν-σο-φος επίθ. (λόγ.-επιτατ.): πάρα πολύ σοφός, σοφότατος: ~ος: Θεός (πβ. παντογνώστης). [< αρχ. πάνσοφος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ