Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [38700-38720]

IDΛήμμαΕρμηνεία
38084ΠανιερότατοςΠα-νι-ε-ρό-τα-τος επίθ./ουσ. & (λόγ.) Πανιερώτατος: ΕΚΚΛΗΣ. τιμητική προσφώνηση επισκόπου ή (τιτουλάριου) μητροπολίτη, κυρ. στην Κύπρο. [< μεσν. πανιερώτατος]
38085πανικάπα-νι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) (λαϊκό): λεπτά και συνήθ. λευκά πάνινα υφάσματα: ~ κρεβατιού/τραπεζιού.
38086πανικοβάλλωπα-νι-κο-βάλ-λω ρ. (μτβ.) {πανικό-βαλε, πανικο-βάλει, πανικο-βλήθηκα, -βληθεί, -βλημένος, -βάλλοντας}: προκαλώ πανικό σε κάποιον, κάνω κάποιον να χάσει την ψυχραιμία του: Δεν θέλω να σε ~βάλω, αλλά ... Οι κάτοικοι της περιοχής ~βλήθηκαν, όταν είδαν τη φωτιά. Μας τηλεφώνησε ~βλημένη (= πανικόβλητη) μέσα στη νύχτα. Πβ. τρομοκρατώ. [< γαλλ. paniquer, 1937, αγγλ. panic]
38087πανικόβλητος, η, ο πα-νι-κό-βλη-τος επίθ.: που έχει κυριευτεί από πανικό, πανικοβλημένος: ~ο: πλήθος. Ο κόσμος έτρεχε ~ στους δρόμους.|| ~ο: βλέμμα. [< γαλλ. paniqué, αγγλ. panic–stricken]
38088πανικόςπα-νι-κός ουσ. (αρσ.) 1. αιφνίδιος, έντονος, ανεξέλεγκτος τρόμος ή αγωνία, που συχνά εμφανίζεται ταυτόχρονα σε πολλά άτομα: γενικευμένος/μεγάλος ~. Καταλαμβάνομαι/κατέχομαι/κυριεύομαι από ~ό. Με πιάνει ~. Προκαλώ (τον) ~ό (= πανικοβάλλω). Σκορπίζω/σπέρνω τον ~ό. Ο σεισμός έφερε ~ό.|| Κίνηση ~ού (: που φανερώνει φόβο, σύγχυση). Ο ~ είναι κακός σύμβουλος. 2. μεγάλη αναστάτωση, αταξία, χαμός: κλίμα/σκηνές ~ού. Σε κατάσταση ~ού οι διεθνείς αγορές. ~ στα σχολεία από κρούσματα μηνιγγίτιδας. Επικρατεί ~.|| Γίνεται ~ στα καταστήματα (: λόγω κοσμοσυρροής). ● ΣΥΜΠΛ.: διαταραχή πανικού: ΨΥΧΙΑΤΡ. ψυχική πάθηση κατά την οποία ο ασθενής παρουσιάζει επαναλαμβανόμενες, αιφνίδιες και σύντομες κρίσεις πανικού., ηθικός πανικός: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. υπερβολική αντίδραση κυρ. των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης με αφορμή διάφορα γεγονότα και κοινωνικά φαινόμενα (εγκληματικότητα, παραβατικότητα) που οδηγούν συνήθ. τις κοινωνίες στον παράλογο φόβο πως κινδυνεύει η κοινωνική συνοχή. [< αγγλ. moral panic, 1971] , κρίση πανικού: ΨΥΧΙΑΤΡ. επεισόδιο έντονου φόβου και άγχους. [< αγγλ. panic attack, 1958] , μπουτόν πανικού & κουμπί πανικού: συναγερμός για ειδοποίηση του προσωπικού ασφαλείας ή για παροχή βοήθειας σε κατάσταση επείγουσας ανάγκης. [< αγγλ. panic button, 1948] , μπάρα πανικού βλ. μπάρα [< μτγν. πανικός, γαλλ. panique, αγγλ. panic]
38089πάνινος, η, ο πά-νι-νος επίθ.: που έχει κατασκευαστεί από πανί: ~η: τσάντα. ~α: παπούτσια. Πβ. υφασμάτινος.|| ~ο: ύφασμα (= βαμβακερό ή λινό).
38090πανισλαμισμόςπα-νι-σλα-μι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ.-ΠΟΛΙΤ. κίνημα με στόχο τη συνένωση όλων των μουσουλμανικών εθνών και τη διάδοση του ισλαμισμού. Βλ. -ισμός. [< γερμ. Panislamismus, αγγλ. Panislamism, γαλλ. panislamisme, 1905]
38091πανίσχυρος, η, ο πα-νί-σχυ-ρος επίθ. (επιτατ.): πάρα πολύ ισχυρός: ~οι: παράγοντες. ~ες: δυνάμεις. ΣΥΝ. παντοδύναμος ΑΝΤ. ανίσχυρος [< μτγν. πανίσχυρος]
38092πανκουσ. (ουδ.) {άκλ.}: νεανικό κίνημα διαμαρτυρίας και αμφισβήτησης του κατεστημένου που εμφανίστηκε κυρ. στη Μεγάλη Βρετανία και τις ΗΠΑ και χαρακτηρίζεται από αντισυμβατική, προκλητική συμπεριφορά και εκκεντρική εμφάνιση· ειδικότ. η γρήγορη ροκ μουσική που σχετίζεται με το συγκεκριμένο κίνημα: συγκρότημα της ~. Βλ. γκαράζ, γκόθικ, κυβερνοπάνκ.|| (ως επίθ.) ~ κούρεμα/τραγούδι.πανκ (ο/η): οπαδός του πανκ. Πβ. πανκιό. [< αμερικ. punk (rock), 1970, γαλλ. ~, 1973]
38093πανκιόπαν-κιό ουσ. (ουδ.) & πάνκης (ο) (νεαν. αργκό): οπαδός του πανκ.
38094παννυχίδαπαν-νυ-χί-δα ουσ. (θηλ.) & (αρχαιοπρ.) παννυχίς {παννυχίδος}: ΕΚΚΛΗΣ. αγρυπνία, ολονυκτία την παραμονή μεγάλης θρησκευτικής εορτής ή ύστερα από θεομηνία. [< αρχ. παννυχίς]
38095πανόπα-νό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: στενόμακρο κομμάτι από ύφασμα, πλαστικό ή χαρτί, πάνω στο οποίο αναγράφονται συνήθ. σύμβολα, συνθήματα ή μηνύματα, και το οποίο μεταφέρεται τεντωμένο ανάμεσα σε δύο ξύλα ή κρεμιέται σε οποιοδήποτε μέρος: ~ διαμαρτυρίας. Διαφημιστικά ~. Πβ. αερο~, μπάνερ. Βλ. πλακάτ. [< γαλλ. panneau]
38097πανόδετος, η, ο πα-νό-δε-τος επίθ.: (κυρ. για βιβλίο) βιβλιοδετημένος με ειδικό πανί: ~ος: τόμος. ~η: έκδοση. Βλ. δερματό-, λινό-δετος. [< γαλλ. toilé]
38098πανομοιότυπος, η, ο πα-νο-μοι-ό-τυ-πος επίθ.: που αποτελεί πιστή αναπαράσταση, αντιγραφή κάποιου πρωτοτύπου ή είναι εντελώς όμοιος με κάποιον ή κάτι άλλο: ~η: εικόνα. Περιοδικά με ~ο περιεχόμενο. ~α: δίδυμα. Πβ. απαράλλαχτος, ολόιδιος. ΑΝΤ. ανόμοιος.|| (ως ουσ.) Το ~ο του χειρογράφου. [< γαλλ. fac-similé]
38099πανοπλίαπα-νο-πλί-α ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.) 1. αμυντική και προστατευτική περιβολή, συνήθ. από δέρμα ή μέταλλο, των πολεμιστών κατά την Αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα: αστραφτερή/σκουριασμένη ~. Η σιδερένια ~ των ιπποτών. Βλ. αρματωσιά, οπλισμός. 2. (μτφ.) οτιδήποτε παρέχει θωράκιση, προστασία: ηθική/νομική ~. [< 1: αρχ. πανοπλία]
38100πάνοπλος, η, ο πά-νο-πλος επίθ. ΑΝΤ. άοπλος 1. που έχει πάνω του όλο τον απαραίτητο οπλισμό: ~οι: αστυνομικοί/στρατιώτες. 2. (μτφ.) άριστα εφοδιασμένος, κατάλληλα προετοιμασμένος για την αντιμετώπιση μιας κατάστασης: ~η η ομάδα ενόψει του αυριανού ντέρμπι. [< 1: αρχ. πάνοπλος]
38101πανόραμαπα-νό-ρα-μα ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.) εκδήλωση, έκθεση κατά τη διάρκεια της οποίας γίνεται εκτενής παρουσίαση ενός θέματος: αθλητικό/εικαστικό/πολιτιστικό/τουριστικό/φωτογραφικό ~. ~ ελληνικού κινηματογράφου/μουσικής/τέχνης/χορού. Πβ. φεστιβάλ.|| (κατ’ επέκτ.) ~ μιας χώρας (: ταξίδι κατά το οποίο επισκέπτεται κάποιος τα σημαντικότερα αξιοθέατά της). || ~ (: γενική εικόνα) της ιστορίας (της γλώσσας/της εκπαίδευσης). 2. άποψη, θέα ενός τόπου από ψηλά: το ~ της πόλης. [< γαλλ.-αγγλ. panorama]
38102πανοραμικός, ή, ό πα-νο-ρα-μι-κός επίθ. & (σπάν.) πανοραματικός: που παρέχει ευρύ οπτικό πεδίο, συνήθ. από ψηλά: ~ή: ξενάγηση/οροφή (αυτοκινήτου)/περιήγηση. ~ό: οικόπεδο/τοπίο. Βίλα με ~ή θέα στη θάλασσα. Ξενοδοχείο κτισμένο σε ~ό σημείο. Πβ. αμφιθεατρικός.|| ~ό: παρμπρίζ (: που καλύπτει και μέρος της οροφής του αυτοκινήτου).|| (για απεικόνιση με κάμερα:) ~ή: εικόνα/φωτογραφία. ~ό: βίντεο. ~ή άποψη της πόλης. ● επίρρ.: πανοραμικά ● ΣΥΜΠΛ.: πανοραμική ακτινογραφία & (προφ.) πανοραμική (η): ΙΑΤΡ. ακτινογραφική απεικόνιση ολόκληρης της στοματογναθοπροσωπικής περιοχής: ψηφιακή ~ ~., πανοραμική κάμερα 1. ΤΕΧΝΟΛ. που περιστρέφεται αυτόματα, ώστε να παρέχει πλήρη κάλυψη ενός χώρου: ~ ~ ασφαλείας. 2. ΦΩΤΟΓΡ. μηχανή για πανοραμικές λήψεις, σταθερή (με ευρυγώνιους φακούς) ή περιστροφική., πανοραμική λήψη 1. ΦΩΤΟΓΡ. που δημιουργείται από τη συρραφή διαδοχικών καρέ, ώστε η φωτογραφία που θα προκύψει, να αποτελεί ολοκληρωμένη άποψη (έως 360°) του φωτογραφιζόμενου χώρου. 2. ΚΙΝΗΜ. -ΤΗΛΕΟΡ. που πραγματοποιείται με αργή περιστροφή της κάμερας γύρω από τον άξονά της., πανοραμική οθόνη: οθόνη κινηματογράφου ή τηλεόρασης με διαστάσεις μεγαλύτερες από τις συνηθισμένες: ~ ~ αφής. [< γαλλ. panoramique, αγγλ. panoramic]
38103πανορθόδοξος, η/ος, ο πα-νορ-θό-δο-ξος επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες ή με τους Ορθόδοξους στο σύνολό τους: ~η: (συν)διάσκεψη/σύνοδος. [< μεσν. πανορθόδοξος]
38104ΠανοσιολογιότατοςΠα-νο-σι-ο-λο-γι-ό-τα-τος ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) Πανοσιολογιώτατος: ΕΚΚΛΗΣ. τιμητική προσφώνηση αρχιμανδρίτη ή ηγούμενου με πανεπιστημιακή μόρφωση.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.