| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38120 | πανσπερμία | παν-σπερ-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) ανάμειξη, συνύπαρξη ετερόκλιτων στοιχείων: πολιτική/φυλετική ~. Μια ~ απόψεων/ήχων/ιδεών/χρωμάτων. Πβ. ανακάτεμα, αχταρμάς. Βλ. βεντάλια, φάσμα, χοάνη. ΣΥΝ. αμάλγαμα (1), κράμα (2), μωσαϊκό (2), συνονθύλευμα 2. ΒΙΟΛ. θεωρία σύμφωνα με την οποία η ζωή δεν δημιουργήθηκε στη Γη, αλλά διαθόθηκε σε αυτή με διαστημικά βακτήρια (σπόρους ζωής), που, κατά την επικρατέστερη άποψη, μεταφέρθηκαν μέσω κομητών: κοσμική ~. Βλ. θεωρία της εξέλιξης. [< 1: αρχ. πανσπερμία 2: γαλλ. panspermie, αγγλ. panspermia] | |
| 38121 | πανσπουδαστικός | , ή, ό παν-σπου-δα-στι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με όλους τους σπουδαστές ή με το μεγαλύτερο μέρος τους. | |
| 38122 | πανστρατιά | παν-στρα-τιά ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) μαζική κινητοποίηση για την επίτευξη ενός, δύσκολου συνήθ., στόχου: ~ για τη νίκη στις εκλογές. 2. (σπάν.) κινητοποίηση όλων των στρατιωτικών δυνάμεων μιας χώρας. [< αρχ. πανστρατιά] | |
| 38123 | πάντα | πά-ντα επίρρ.: σε κάθε χρονική στιγμή ή περίπτωση, συνεχώς: ~ θα σε θυμάμαι. Θα είμαι ~ δίπλα σου. Είναι ~ ενημερωμένη. Έχω ~ μαζί μου χαρτομάντιλα. Είναι συναρπαστικός όπως ~. Ο πελάτης έχει ~ δίκιο. ~ υπάρχουν λύσεις. (ως ευχή:) ~ τέτοια! || Μην ξεχνάς να φοράς ζώνη ~ όταν (: κάθε φορά που) οδηγείς. ΣΥΝ. πάντοτε ΑΝΤ. μηδέποτε, ουδέποτε, ποτέ (1) ● ΦΡ.: από πάντα: ανέκαθεν, από πολύ παλιά: ~ ~ επιθυμούσα να ασχοληθώ με το τραγούδι. ~ ~ μου άρεσε το διάβασμα., για πάντα: για την υπόλοιπη ζωή κάποιου: ~ ~ ερωτευμένοι/φίλοι. Σκέφτεται να μείνει ~ ~ εδώ. Πβ. διά παντός, στο διηνεκές. ΣΥΝ. επ' άπειρον, μια (και) για πάντα: μια κι έξω, μια και καλή, οριστικά: Ας τελειώνουμε ~ ~ με το θέμα αυτό. Τον άφησε ~ ~. Πβ. άπαξ (και) δια παντός., πάντα άξιος! βλ. άξιος, παντού και πάντα βλ. παντού, τι 'χες Γιάννη, τι 'χα πάντα! βλ. Γιάννης [< μεσν. πάντα] | |
| 38124 | πάντα | πά-ντα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. θηλαστικό της Ανατολικής Ασίας που τρέφεται κυρ. με μπαμπού: μεγάλο ~ (: με ασπρόμαυρο τρίχωμα). Κόκκινο ~ (: μικρόσωμο, με κόκκινη-καφέ γούνα). [< γαλλ.-αγγλ. panda] | |
| 38125 | πάντα | βλ. μπάντα | |
| 38126 | πανταλόνι | βλ. παντελόνι | |
| 38127 | Παντάνασσα | Πα-ντά-νασ-σα ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -άσσης}: ΕΚΚΛΗΣ. προσωνυμία της Θεοτόκου, βασίλισσα των πάντων. [< μτγν. παντάνασσα] | |
| 38128 | παντατίφ | πα-ντα-τίφ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: είδος κοσμήματος που συνήθ. κρεμιέται από τον λαιμό με αλυσίδα. ΣΥΝ. μενταγιόν (1) [< γαλλ. pendentif, 1907] | |
| 38129 | πανταχόθεν | πα-ντα-χό-θεν επίρρ. (λόγ.): από παντού: Βάλλεται/δέχεται πυρά ~.|| Κατοικία ~ ελεύθερη (: οι εξωτερικοί της τοίχοι δεν εφάπτονται σε άλλο κτίσμα). Βλ. -θεν. ΑΝΤ. ουδαμόθεν [< αρχ. πανταχόθεν] | |
| 38130 | πανταχού | [πανταχοῦ] πα-ντα-χού επίρρ. (λόγ.): παντού. Πβ. απανταχού. ΑΝΤ. ουδαμού ● ΦΡ.: πανταχού παρών: που βρίσκεται, υπάρχει παντού: η ~ παρούσα τεχνολογία. [< αρχ. πανταχοῦ] | |
| 38131 | πανταχούσα | βλ. απανταχούσα | |
| 38132 | Παντελής | Πα-ντε-λής κύριο όν. (αρσ.) & (λόγ.) Παντελεήμων: στις ● ΦΡ.: τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου: για ανεπιθύμητη ή ενοχλητική κατάσταση που επαναλαμβάνεται μονότονα. Πβ. το βιολί βιολάκι του. ΣΥΝ. το γουδί, το γουδοχέρι (και τον κόπανο στο χέρι), κουτσοί στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα βλ. κουτσός [< μεσν. Παντελεήμων] | |
| 38133 | παντελής | , ής, ές πα-ντε-λής επίθ. {παντελ-ούς} (λόγ.-επιτατ.): (συνήθ. με λέξεις που έχουν αρνητ. συνυποδ.) ολοκληρωτικός, ολοσχερής, πλήρης: ~ής: άγνοια/αδιαφορία/έλλειψη. Λόγω ~ούς ανικανότητας. ● επίρρ.: παντελώς [-ῶς]: Μου είναι ~ αδιάφορος. Δείχνει ~ ανίκανος να λάβει αποφάσεις. Καταστράφηκε ~. ΣΥΝ. εντελώς, ολότελα, ολωσδιόλου [< αρχ. παντελής] | |
| 38134 | παντελόνα | πα-ντε-λό-να ουσ. (θηλ.): πολύ φαρδύ παντελόνι από ελαφρύ ύφασμα που φοριέται συνήθ. τους καλοκαιρινούς μήνες. Βλ. βράκα | |
| 38135 | παντελόνι | πα-ντε-λό-νι ουσ. (ουδ.) {παντελον-ιού} & πανταλόνι: ένδυμα που φοριέται σε κάθε πόδι ξεχωριστά, περιβάλλει συνήθ. όλο το κάτω μέρος του κορμού και κουμπώνει στη μέση: δερμάτινο/κοτλέ/τζιν ~. Γυναικείο ελαστικό ~. Χαμηλοκάβαλο ~. ~ καμπάνα (= που φαρδαίνει στο κάτω μέρος). ~ ιππασίας/παραλλαγής (: στρατιωτικό)/σωλήνας (: εφαρμοστό, κολλητό· βλ. κολάν). Τα μπατζάκια/το ρεβέρ/οι τσέπες (βλ. κωλότσεπη) του ~ιού. ● Υποκ.: παντελονάκι (το) ● ΦΡ.: τιμώ τα παντελόνια (που φοράω) βλ. τιμώ [< ιταλ. pantaloni, γαλλ. pantalon] | |
| 38137 | Παντεπόπτης | Πα-ντε-πό-πτης ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. (προσωνυμία του Θεού) που βλέπει, παρατηρεί ή επιτηρεί τα πάντα. ● ΣΥΜΠΛ.: παντεπόπτης οφθαλμός: το μάτι του Θεού που απεικονίζεται συνήθ. στο κέντρο του τέμπλου των εκκλησιών. [< μτγν. παντεπόπτης] | |
| 38138 | παντέρημος | , η, ο πα-ντέ-ρη-μος επίθ. & (διαλεκτ.) παντέρμος (συχνά λογοτ.-επιτατ.): εντελώς έρημος· (συνήθ. για πρόσ.) ολομόναχος. Πβ. εγκαταλελειμμένος, κατάμονος, μόνος κι έρημος. [< μεσν. παντέρημος] | |
| 38139 | πάντες | βλ. πας, πάσα, παν | |
| 38140 | παντεσπάνι | πα-ντε-σπά-νι ουσ. (ουδ.): ΖΑΧΑΡ. μείγμα κυρ. από αλεύρι, αβγά και ζάχαρη που ψήνεται στον φούρνο και χρησιμοποιείται συνήθ. ως βάση σε διάφορα γλυκά (σε τούρτες και πάστες). ● ΦΡ.: βγάζει το παντεσπάνι του (προφ.-ειρων.): αμείβεται πλουσιοπάροχα: (για ποδοσφαιριστή) ~ ~ με τη φανέλα της ... [< γαλλ. pain d'Espagne] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ