Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [38720-38740]

IDΛήμμαΕρμηνεία
38105πανούκλααλλη ονομασία

πα-νού-κλα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κοινή ονομασία της πανώλης: επιδημία ~ας. Πβ. λοιμός. ● ΦΡ.: απ' έξω κούκλα κι από μέσα πανούκλα βλ. κούκλα [< μεσν. πανούκλα]

38106πανουργίαπα-νουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. δολιότητα, πονηριά. Βλ. ραδιουργία. 2. (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) δόλιο, πονηρό τέχνασμα, κόλπο: Κατάφερε και πήρε τη θέση με ~ες. [< αρχ. πανουργία]
38107πανούργος, α, ο [πανοῦργος] πα-νούρ-γος επίθ.: δόλιος, πονηρός: (για πρόσ.) Τι ~ που είναι! Πβ. αρουραίος.|| ~ο: μυαλό/σχέδιο. Πβ. κακ-, ραδι-ούργος. [< αρχ. πανοῦργος]
38108πανσέληνοςπαν-σέ-λη-νος ουσ. (θηλ.) {-ου (λόγ.) -ήνου}: ΑΣΤΡΟΝ. φάση της Σελήνης κατά την οποία αυτή φωτίζεται ολόκληρη από τον Ήλιο και φαίνεται από τη Γη σαν ένας τέλειος φωτεινός δίσκος· το χρονικό διάστημα που διαρκεί αυτή η φάση: αυγουστιάτικη ~. Έχει ~ο απόψε. Βλ. φεγγαράδα.|| Μπλε ~ (: σπάνιο φαινόμενο κατά το οποίο η ~ εμφανίζεται για δεύτερη φορά μέσα στον ίδιο μήνα). [< αγγλ. blue moon] [< αρχ. πανσέληνος]
38109πανσέξουαλπαν-σέ-ξου-αλ ουσ. (αρσ.): άτομο που έλκεται ερωτικά από όλα τα είδη ταυτότητας φύλου. [< αγγλ. pansexual]
38110πανσεξουαλικός, ή, ό παν-σε-ξου-α-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον πανσέξουαλ και την πανσεξουαλικότητα. [< αγγλ. pansexual, 1914]
38111πανσεξουαλικότητασε-ξου-α-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πανσέξουαλ. [< αγγλ. pansexuality]
38112πανσεξουαλισμόςσε-ξου-α-λι-σμός ουσ. (αρσ.): πανσεξουαλικότητα. [< αγγλ. pansexualism]
38113πάνσεπτος, ος/η, ο πάν-σε-πτος επίθ. (λόγ.-επιτατ.): ΕΚΚΛΗΣ. ιερός, σεβαστός στον υπέρτατο βαθμό: ~ος: ναός. ~η: εικόνα (της Παναγίας). [< μτγν. πάνσεπτος]
38114πανσέςπαν-σές ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. ποώδες φυτό (γένος Viola) με μεγάλα, πολύχρωμα άνθη που έχουν βελούδινη υφή· συνεκδ. το άνθος του αντίστοιχου φυτού. Βλ. -ές. [< γαλλ. pensée]
38115πανσέταπαν-σέ-τα ουσ. (θηλ.) & παντσέτα: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. κομμάτι χοιρινού κρέατος από τα κοιλιακά τοιχώματα, το στέρνο ή το κάτω τμήμα των πλευρών του ζώου: καπνιστή ~. Πβ. μπέικον. Βλ. -έτα. [< ιταλ. pancetta, γαλλ. ~, 1992]
38116πανσιόνπαν-σιόν ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: μικρό συνήθ. οίκημα που προσφέρει, έναντι αμοιβής, διαμονή και διατροφή: ~ ηλικιωμένων (= γηροκομείο). Βλ. ξενοδοχείο.|| ~ (μικρών) ζώων. Βλ. κυνοκομείο. [< γαλλ. pension]
38117πανσλαβισμόςπαν-σλα-βι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. κίνημα (κυρ. του 19ου. αι.) υπέρ της πολιτικής ένωσης όλων των σλαβικών λαών σε ένα κράτος ή μία συνομοσπονδία υπό την εξουσία της Ρωσίας. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. panslavisme]
38118πανσοφίαπαν-σο-φί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.-επιτατ.): απόλυτη σοφία. Πβ. παντογνωσία. [< μτγν. πανσοφία]
38119πάνσοφος, η, ο πάν-σο-φος επίθ. (λόγ.-επιτατ.): πάρα πολύ σοφός, σοφότατος: ~ος: Θεός (πβ. παντογνώστης). [< αρχ. πάνσοφος]
38120πανσπερμίαπαν-σπερ-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) ανάμειξη, συνύπαρξη ετερόκλιτων στοιχείων: πολιτική/φυλετική ~. Μια ~ απόψεων/ήχων/ιδεών/χρωμάτων. Πβ. ανακάτεμα, αχταρμάς. Βλ. βεντάλια, φάσμα, χοάνη. ΣΥΝ. αμάλγαμα (1), κράμα (2), μωσαϊκό (2), συνονθύλευμα 2. ΒΙΟΛ. θεωρία σύμφωνα με την οποία η ζωή δεν δημιουργήθηκε στη Γη, αλλά διαθόθηκε σε αυτή με διαστημικά βακτήρια (σπόρους ζωής), που, κατά την επικρατέστερη άποψη, μεταφέρθηκαν μέσω κομητών: κοσμική ~. Βλ. θεωρία της εξέλιξης. [< 1: αρχ. πανσπερμία 2: γαλλ. panspermie, αγγλ. panspermia]
38121πανσπουδαστικός, ή, ό παν-σπου-δα-στι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με όλους τους σπουδαστές ή με το μεγαλύτερο μέρος τους.
38122πανστρατιάπαν-στρα-τιά ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) μαζική κινητοποίηση για την επίτευξη ενός, δύσκολου συνήθ., στόχου: ~ για τη νίκη στις εκλογές. 2. (σπάν.) κινητοποίηση όλων των στρατιωτικών δυνάμεων μιας χώρας. [< αρχ. πανστρατιά]
38123πάνταπά-ντα επίρρ.: σε κάθε χρονική στιγμή ή περίπτωση, συνεχώς: ~ θα σε θυμάμαι. Θα είμαι ~ δίπλα σου. Είναι ~ ενημερωμένη. Έχω ~ μαζί μου χαρτομάντιλα. Είναι συναρπαστικός όπως ~. Ο πελάτης έχει ~ δίκιο. ~ υπάρχουν λύσεις. (ως ευχή:) ~ τέτοια! || Μην ξεχνάς να φοράς ζώνη ~ όταν (: κάθε φορά που) οδηγείς. ΣΥΝ. πάντοτε ΑΝΤ. μηδέποτε, ουδέποτε, ποτέ (1) ● ΦΡ.: από πάντα: ανέκαθεν, από πολύ παλιά: ~ ~ επιθυμούσα να ασχοληθώ με το τραγούδι. ~ ~ μου άρεσε το διάβασμα., για πάντα: για την υπόλοιπη ζωή κάποιου: ~ ~ ερωτευμένοι/φίλοι. Σκέφτεται να μείνει ~ ~ εδώ. Πβ. διά παντός, στο διηνεκές. ΣΥΝ. επ' άπειρον, μια (και) για πάντα: μια κι έξω, μια και καλή, οριστικά: Ας τελειώνουμε ~ ~ με το θέμα αυτό. Τον άφησε ~ ~. Πβ. άπαξ (και) δια παντός., πάντα άξιος! βλ. άξιος, παντού και πάντα βλ. παντού, τι 'χες Γιάννη, τι 'χα πάντα! βλ. Γιάννης [< μεσν. πάντα]
38124πάνταπά-ντα ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. θηλαστικό της Ανατολικής Ασίας που τρέφεται κυρ. με μπαμπού: μεγάλο ~ (: με ασπρόμαυρο τρίχωμα). Κόκκινο ~ (: μικρόσωμο, με κόκκινη-καφέ γούνα). [< γαλλ.-αγγλ. panda]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.