Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [38740-38760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
38141παντζάριπα-ντζά-ρι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) πατζάρι: ΒΟΤ. ποικιλία τεύτλου με βαθυκόκκινη, σαρκώδη, στρογγυλή ρίζα, που τρώγεται ωμή ή βρασμένη και μεγάλα, πλατιά, πράσινα φύλλα. ΣΥΝ. κοκκινογούλι ● ΦΡ.: γίνομαι κόκκινος/κοκκινίζω σαν (το) παντζάρι/(την) παπαρούνα/(τη) ντομάτα (μτφ.): κοκκινίζω συνήθ. από ντροπή, αμηχανία ή έξαψη, ένταση. [< τουρκ. pancar]
38142παντζαροσαλάταπα-ντζα-ρο-σα-λά-τα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) πατζαροσαλάτα: ΜΑΓΕΙΡ. σαλάτα με παντζάρια: ~ με γιαούρτι/καρύδια. Βλ. -σαλάτα.
38143παντζούριπα-ντζού-ρι ουσ. (ουδ.) & πατζούρι: εξωτερικό κάλυμμα παραθύρουή μπαλκονόπορτας, συνήθ. από ξύλο ή αλουμίνιο, για ασφάλεια και σκίαση: ηλεκτρικά/συρόμενα ~ια. Βλ. ρολό. ΣΥΝ. παραθυρόφυλλο (1) [< τουρκ. pancur]
38144παντιέραπα-ντιέ-ρα ουσ. (θηλ.) & μπαντιέρα (λαϊκό) 1. σημαία, συνήθ. ναυτική και πολεμική. ΣΥΝ. μπαϊράκι 2. (μτφ.) σύμβολο ή σύνθημα αγώνα, ιδεολογίας: η ~ της ελευθερίας. ● ΦΡ.: σηκώνω μπαϊράκι/παντιέρα βλ. σηκώνω [< μεσν. παντιέρα < ιταλ. bandiera]
38145παντιλίκιαπα-ντι-λί-κια ουσ. (ουδ.) & μπα(ν)τιλίκια & πατιλίκια (τα) (αργκό): πλαγιολίσθηση αυτοκινήτου, κατά την οποία το πίσω μέρος του χάνει την πρόσφυσή του με το οδόστρωμα. Πβ. κωλιά. Βλ. στροφιλίκι.
38146παντο-& παντ- & πανθ- πρόθημα με τη σημασία 1. όλα, τα πάντα: παντο-πωλείο.|| Παντο-γνώστης. Πανθ-ομολογούμενος.|| Παντο-ειδής (: κάθε είδους). 2. πάρα πολύ: παντο-δύναμος. Παντ-έρημος.
38147παντογνωσίαπα-ντο-γνω-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κατοχή όλων των γνώσεων: (ΘΕΟΛ.) Η ~ του Θεού. Πβ. πανσοφία. Βλ. -γνωσία. [< γαλλ. omniscience]
38148παντογνώστηςπα-ντο-γνώ-στης ουσ. (αρσ.) 1. {θηλ. παντογνώστρια} (επιτατ.) που γνωρίζει τα πάντα: Δεν ισχυρίζομαι ότι είμαι ~, αλλά έχω άποψη επί του θέματος.|| (ειρων.) Μιλά με ύφος ~η. Πβ. ξερόλας, φωστήρας. Βλ. -γνώστης. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. Π) προσωνυμία του Θεού. Πβ. πάνσοφος. ● ΣΥΜΠΛ.: παντογνώστης αφηγητής: ΛΟΓΟΤ. που γνωρίζει τα πάντα, αλλά δεν μετέχει στη δράση, δηλ. δεν είναι ένα από τα πρόσωπα της ιστορίας. Βλ. μηδενική εστίαση., φωτεινός παντογνώστης βλ. φωτεινός [< μεσν. παντογνώστης, γαλλ. omniscient]
38149παντογράφοςπα-ντο-γρά-φος ουσ. (αρσ.) ΤΕΧΝΟΛ. 1. συσκευή αντιγραφής σχεδίου, εικόνας ή/και τρισδιάστατης μορφής σε οποιαδήποτε κλίμακα. 2. συσκευή παροχής ρεύματος σε σιδηροδρομικές ή τροχιοδρομικές ηλεκτράμαξες και ηλεκτροκίνητες αυτοκινητάμαξες. Βλ. -γράφος. [< μεσν. παντογράφος 'που γράφει τα πάντα', γαλλ. pantographe, αγγλ. pantograph]
38150παντοδυναμίαπα-ντο-δυ-να-μί-α ουσ. (θηλ.): απόλυτη δύναμη, ισχύς: (ΘΕΟΛ.) η ~ του Θεού.|| (μτφ.-επιτατ.) Η ~ του χρήματος. Πβ. παντοκρατορία.
38151παντοδύναμος, η, ο πα-ντο-δύ-να-μος επίθ.: (επιτατ.) που διαθέτει πολύ μεγάλη δύναμη, ισχύ: ~η: αυτοκρατορία/χώρα. ~ο: ένστικτο/σύστημα. ΣΥΝ. πανίσχυρος ● Ουσ.: Παντοδύναμος (ο): ΕΚΚΛΗΣ. προσωνυμία του Θεού. [< μτγν. παντοδύναμος]
38152παντοειδής, ής, ές πα-ντο-ει-δής επίθ. (λόγ.): κάθε είδους, ποικίλος: ~είς: διώξεις. ~ή: συμφέροντα. Πβ. παντοίος, ποικιλόμορφος. Βλ. -ειδής. ● επίρρ.: παντοειδώς [-ῶς] [< μεσν. παντοειδής]
38153παντοθενικός, ή, ό πα-ντο-θε-νι-κός επίθ.: μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: παντοθενικό οξύ: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. υδατοδιαλυτή βιταμίνη (Β5) του συμπλέγματος βιταμινών Β. (σύμβ. C9H17NO5). Πβ. πανθενόλη. [< αγγλ. pantothenic acid, 1933] [< γαλλ. pantothénique, περ. 1935]
38154παντοίος, α, ο [παντοῖος] πα-ντοί-ος επίθ. {συνήθ. στον πλήθ.} (σπάν.-αρχαιοπρ.): παντοειδής, ποικίλος: ~οι: τρόποι. ~α: μέσα. [< αρχ. παντοῖος]
38155παντοιοτρόπωςπα-ντοι-ο-τρό-πως επίρρ. (αρχαιοπρ.): με κάθε μέσο, τρόπο. Πβ. ποικιλοτρόπως. [< μτγν. παντοιοτρόπως]
38156ΠαντοκράτοραςΠα-ντο-κρά-το-ρας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) Παντοκράτωρ 1. ΕΚΚΛΗΣ. προσωνυμία του Θεού ή του Χριστού. Βλ. -κράτορας. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. καθορισμένη απεικόνιση του Ιησού Χριστού, στον τρούλο των ορθόδοξων εκκλησιών ή σε φορητές εικόνες, στην οποία αγιογραφείται με χρυσό φωτοστέφανο, με το δεξί Του χέρι να ευλογεί και με το αριστερό να κρατά το Ευαγγέλιο πάνω στο στήθος. [< μτγν. παντοκράτωρ]
38157παντοκρατορίαπα-ντο-κρα-το-ρί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): απόλυτη κυριαρχία. Πβ. παντοδυναμία. Βλ. αυτο-, κοσμο-κρατορία. [< μτγν. παντοκρατορία]
38158παντομίμαπα-ντο-μί-μα ουσ. (θηλ.) 1. ΘΕΑΤΡ. είδος ή δρώμενο κατά το οποίο η δράση δεν παρουσιάζεται με λόγια, αλλά με μίμηση, χειρονομίες και εκφράσεις του προσώπου των ηθοποιών ή/και των χορευτών. Πβ. μιμόδραμα. 2. (κατ' επέκτ.) παιχνίδι στο οποίο οι παίκτες εκφράζονται μόνο με μιμητικές κινήσεις και χειρονομίες, με στόχο να περιγράψουν συνήθ. τον τίτλο μιας ταινίας. Βλ. ταμπλό-βιβάν. [< γαλλ. pantomime > ιταλ. pantomima < λατ. pantomimus < μτγν. παντόμιμος]
38159παντοπωλείο[παντοπωλεῖο] πα-ντο-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα πώλησης αγαθών πρώτης ανάγκης (κυρ. τροφίμων) και καθημερινής οικιακής χρήσης. Πβ. μίνι-μάρκετ. Βλ. -πωλείο, σούπερ μάρκετ.|| Κοινωνικό ~ (: παρέχει δωρεάν είδη ~ου, αλλά και ρούχα, παιχνίδια σε άπορες οικογένειες, που επιλέγονται από τις κοινωνικές υπηρεσίες των δήμων). ΣΥΝ. μπακάλικο || (στην Κύπρο) λαϊκή αγορά. [< μτγν. παντοπωλεῖον]
38160παντοπώληςπα-ντο-πώ-λης ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. παντοπώλισσα}: ιδιοκτήτης παντοπωλείου. Βλ. -πώλης. ΣΥΝ. μπακάλης (1) [< μτγν. παντοπώλης]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.