| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38125 | πάντα | βλ. μπάντα | |
| 38126 | πανταλόνι | βλ. παντελόνι | |
| 38127 | Παντάνασσα | Πα-ντά-νασ-σα ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -άσσης}: ΕΚΚΛΗΣ. προσωνυμία της Θεοτόκου, βασίλισσα των πάντων. [< μτγν. παντάνασσα] | |
| 38128 | παντατίφ | πα-ντα-τίφ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: είδος κοσμήματος που συνήθ. κρεμιέται από τον λαιμό με αλυσίδα. ΣΥΝ. μενταγιόν (1) [< γαλλ. pendentif, 1907] | |
| 38129 | πανταχόθεν | πα-ντα-χό-θεν επίρρ. (λόγ.): από παντού: Βάλλεται/δέχεται πυρά ~.|| Κατοικία ~ ελεύθερη (: οι εξωτερικοί της τοίχοι δεν εφάπτονται σε άλλο κτίσμα). Βλ. -θεν. ΑΝΤ. ουδαμόθεν [< αρχ. πανταχόθεν] | |
| 38130 | πανταχού | [πανταχοῦ] πα-ντα-χού επίρρ. (λόγ.): παντού. Πβ. απανταχού. ΑΝΤ. ουδαμού ● ΦΡ.: πανταχού παρών: που βρίσκεται, υπάρχει παντού: η ~ παρούσα τεχνολογία. [< αρχ. πανταχοῦ] | |
| 38131 | πανταχούσα | βλ. απανταχούσα | |
| 38132 | Παντελής | Πα-ντε-λής κύριο όν. (αρσ.) & (λόγ.) Παντελεήμων: στις ● ΦΡ.: τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου: για ανεπιθύμητη ή ενοχλητική κατάσταση που επαναλαμβάνεται μονότονα. Πβ. το βιολί βιολάκι του. ΣΥΝ. το γουδί, το γουδοχέρι (και τον κόπανο στο χέρι), κουτσοί στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα βλ. κουτσός [< μεσν. Παντελεήμων] | |
| 38133 | παντελής | , ής, ές πα-ντε-λής επίθ. {παντελ-ούς} (λόγ.-επιτατ.): (συνήθ. με λέξεις που έχουν αρνητ. συνυποδ.) ολοκληρωτικός, ολοσχερής, πλήρης: ~ής: άγνοια/αδιαφορία/έλλειψη. Λόγω ~ούς ανικανότητας. ● επίρρ.: παντελώς [-ῶς]: Μου είναι ~ αδιάφορος. Δείχνει ~ ανίκανος να λάβει αποφάσεις. Καταστράφηκε ~. ΣΥΝ. εντελώς, ολότελα, ολωσδιόλου [< αρχ. παντελής] | |
| 38134 | παντελόνα | πα-ντε-λό-να ουσ. (θηλ.): πολύ φαρδύ παντελόνι από ελαφρύ ύφασμα που φοριέται συνήθ. τους καλοκαιρινούς μήνες. Βλ. βράκα | |
| 38135 | παντελόνι | πα-ντε-λό-νι ουσ. (ουδ.) {παντελον-ιού} & πανταλόνι: ένδυμα που φοριέται σε κάθε πόδι ξεχωριστά, περιβάλλει συνήθ. όλο το κάτω μέρος του κορμού και κουμπώνει στη μέση: δερμάτινο/κοτλέ/τζιν ~. Γυναικείο ελαστικό ~. Χαμηλοκάβαλο ~. ~ καμπάνα (= που φαρδαίνει στο κάτω μέρος). ~ ιππασίας/παραλλαγής (: στρατιωτικό)/σωλήνας (: εφαρμοστό, κολλητό· βλ. κολάν). Τα μπατζάκια/το ρεβέρ/οι τσέπες (βλ. κωλότσεπη) του ~ιού. ● Υποκ.: παντελονάκι (το) ● ΦΡ.: τιμώ τα παντελόνια (που φοράω) βλ. τιμώ [< ιταλ. pantaloni, γαλλ. pantalon] | |
| 38137 | Παντεπόπτης | Πα-ντε-πό-πτης ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. (προσωνυμία του Θεού) που βλέπει, παρατηρεί ή επιτηρεί τα πάντα. ● ΣΥΜΠΛ.: παντεπόπτης οφθαλμός: το μάτι του Θεού που απεικονίζεται συνήθ. στο κέντρο του τέμπλου των εκκλησιών. [< μτγν. παντεπόπτης] | |
| 38138 | παντέρημος | , η, ο πα-ντέ-ρη-μος επίθ. & (διαλεκτ.) παντέρμος (συχνά λογοτ.-επιτατ.): εντελώς έρημος· (συνήθ. για πρόσ.) ολομόναχος. Πβ. εγκαταλελειμμένος, κατάμονος, μόνος κι έρημος. [< μεσν. παντέρημος] | |
| 38139 | πάντες | βλ. πας, πάσα, παν | |
| 38140 | παντεσπάνι | πα-ντε-σπά-νι ουσ. (ουδ.): ΖΑΧΑΡ. μείγμα κυρ. από αλεύρι, αβγά και ζάχαρη που ψήνεται στον φούρνο και χρησιμοποιείται συνήθ. ως βάση σε διάφορα γλυκά (σε τούρτες και πάστες). ● ΦΡ.: βγάζει το παντεσπάνι του (προφ.-ειρων.): αμείβεται πλουσιοπάροχα: (για ποδοσφαιριστή) ~ ~ με τη φανέλα της ... [< γαλλ. pain d'Espagne] | |
| 38141 | παντζάρι | πα-ντζά-ρι ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) πατζάρι: ΒΟΤ. ποικιλία τεύτλου με βαθυκόκκινη, σαρκώδη, στρογγυλή ρίζα, που τρώγεται ωμή ή βρασμένη και μεγάλα, πλατιά, πράσινα φύλλα. ΣΥΝ. κοκκινογούλι ● ΦΡ.: γίνομαι κόκκινος/κοκκινίζω σαν (το) παντζάρι/(την) παπαρούνα/(τη) ντομάτα (μτφ.): κοκκινίζω συνήθ. από ντροπή, αμηχανία ή έξαψη, ένταση. [< τουρκ. pancar] | |
| 38142 | παντζαροσαλάτα | πα-ντζα-ρο-σα-λά-τα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) πατζαροσαλάτα: ΜΑΓΕΙΡ. σαλάτα με παντζάρια: ~ με γιαούρτι/καρύδια. Βλ. -σαλάτα. | |
| 38143 | παντζούρι | πα-ντζού-ρι ουσ. (ουδ.) & πατζούρι: εξωτερικό κάλυμμα παραθύρουή μπαλκονόπορτας, συνήθ. από ξύλο ή αλουμίνιο, για ασφάλεια και σκίαση: ηλεκτρικά/συρόμενα ~ια. Βλ. ρολό. ΣΥΝ. παραθυρόφυλλο (1) [< τουρκ. pancur] | |
| 38144 | παντιέρα | πα-ντιέ-ρα ουσ. (θηλ.) & μπαντιέρα (λαϊκό) 1. σημαία, συνήθ. ναυτική και πολεμική. ΣΥΝ. μπαϊράκι 2. (μτφ.) σύμβολο ή σύνθημα αγώνα, ιδεολογίας: η ~ της ελευθερίας. ● ΦΡ.: σηκώνω μπαϊράκι/παντιέρα βλ. σηκώνω [< μεσν. παντιέρα < ιταλ. bandiera] | |
| 38145 | παντιλίκια | πα-ντι-λί-κια ουσ. (ουδ.) & μπα(ν)τιλίκια & πατιλίκια (τα) (αργκό): πλαγιολίσθηση αυτοκινήτου, κατά την οποία το πίσω μέρος του χάνει την πρόσφυσή του με το οδόστρωμα. Πβ. κωλιά. Βλ. στροφιλίκι. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ