| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2926 | αναδιαμορφώνω | [ἀναδιαμορφώνω] α-να-δι-α-μορ-φώ-νω ρ. (μτβ.) {αναδιαμόρφω-σε, αναδιαμορφών-εται, αναδιαμορφώ-θηκε, -μένος}: διαμορφώνω εκ νέου: ~ τους κανόνες. Το πολιτικό σκηνικό/το τοπίο ~εται διαρκώς. ~ονται τα προγράμματα/οι συσχετισμοί. Πβ. ανα-νεώνω, -μορφώνω, -συγκροτώ, επαναπροσδιορίζω, μεταβάλλω. [< γαλλ. reformer] | |
| 2927 | αναδιαμόρφωση | [ἀναδιαμόρφωση] α-να-δι-α-μόρ-φω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναδιαμορφώνω: ριζική ~. ~ ιστοσελίδων/κτιρίου (πβ. ανα-διαρρύθμιση, -καίνιση, ανάπλαση)/συστημάτων και υπηρεσιών (πβ. ανα-μόρφωση, -νέωση). [< γαλλ. reformation] | |
| 2928 | αναδιανεμητικός | , ή, ό [ἀναδιανεμητικός] α-να-δι-α-νε-μη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αναδιανομή: ~ή: δικαιοσύνη/πολιτική. (ΟΙΚΟΝ.) ~ά συνταξιοδοτικά συστήματα. ● επίρρ.: αναδιανεμητικά [< αγγλ. redistributive] | |
| 2929 | αναδιανέμω | [ἀναδιανέμω] α-να-δι-α-νέ-μω ρ. (μτβ.) {αναδιένειμ-ε, αναδιανέμ-εται, -ήθηκε} (επίσ.): διανέμω εκ νέου: Ό,τι μήνυμα σταλεί, ~εται αυτόματα σε όλα τα μέλη της ηλεκτρονικής λίστας. (ΦΥΣ.) Η ισχύς ~εται στους τροχούς. Κονδύλια/ποσά που ~ονται για κοινωφελείς σκοπούς/υπέρ των ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων. Πβ. ξαναμοιράζω. ΣΥΝ. ανακατανέμω [< γαλλ. redistribuer] | |
| 2930 | αναδιανομή | [ἀναδιανομή] α-να-δι-α-νο-μή ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναδιανέμω: δίκαιη/ριζική ~. ~ της γης (= αναδασμός). Πληθυσμιακές ~ές και ανακατατάξεις. Πβ. ξαναμοίρασμα.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ του πλούτου. ~ εισοδήματος/πόρων. ΣΥΝ. ανακατανομή [< γαλλ. redistribution] | |
| 2931 | αναδιαπραγμάτευση | [ἀναδιαπραγμάτευση] α-να-δι-α-πραγ-μά-τευ-ση ουσ. (θηλ.): εκ νέου διαπραγμάτευση: ~ του χρέους (μιας χώρας). | |
| 2932 | αναδιαρθρώνω | [ἀναδιαρθρώνω] α-να-δι-αρ-θρώ-νω ρ. (μτβ.) {αναδιάρθρω-σε | αναδιαρθρών-εται, αναδιαρθρώ-θηκε, -μένος} (επίσ.): διαρθρώνω κάτι εκ νέου, με στόχο να το κάνω πιο λειτουργικό: ~θηκαν οι δημόσιες υπηρεσίες. Το δίκτυο ~εται και εκσυγχρονίζεται. ~μένη: οικονομία. ~μένο: πρόγραμμα σπουδών. Πβ. αναδιοργανώνω, ανασυγκροτώ. [< αγγλ. restructure, 1951] | |
| 2933 | αναδιάρθρωση | [ἀναδιάρθρωση] α-να-δι-άρ-θρω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναδιαρθρώνω: γενική/εκπαιδευτική/εταιρική/οικονομική/ριζική ~. ~ της δημόσιας διοίκησης/των λεωφορειακών γραμμών/του μετοχικού κεφαλαίου/του χρέους (πβ. αναδιάταξη, επαναδιαπραγμάτευση). ~ του στρατεύματος. Η εταιρεία εξήγγειλε ~ώσεις. Πβ. ανα-διοργάνωση, -συγκρότηση. [< αγγλ. restructuring, 1962] | |
| 2934 | αναδιαρθρωτικός | , ή, ό [ἀναδιαρθρωτικός] α-να-δι-αρ-θρω-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την αναδιάρθωση: ~ή: κίνηση/πολιτική. ~ό: πρόγραμμα. ● επίρρ.: αναδιαρθρωτικά | |
| 2935 | αναδιαρρύθμιση | [ἀναδιαρρύθμιση] α-να-δι-αρ-ρύθ-μι-ση ουσ. (θηλ.): εκ νέου διαρρύθμιση: ~ των γραφείων/του χώρου. ~ και ανακαίνιση. Πβ. αναδιαμόρφωση. [< γαλλ. ré arrangement] | |
| 2936 | αναδιάταξη | [ἀναδιάταξη] α-να-δι-ά-τα-ξη ουσ. (θηλ.): αλλαγή της διάταξης, της σειράς ή του τρόπου διευθέτησης επιμέρους στοιχείων, με στόχο τη δημιουργία νέας, βελτιωμένης και πιο αποτελεσματικής: λειτουργική/πλήρης/ριζική ~. ~ των αρμοδιοτήτων/του χρέους/του χώρου. Επιχειρείται η ~ των υπηρεσιών του υπουργείου. Πβ. ανα-διάρθρωση, -συγκρότηση. [< αγγλ. redisposition] | |
| 2937 | αναδιατάσσω | [ἀναδιατάσσω] α-να-δι-α-τάσ-σω ρ. (μτβ.) {αναδιέταξε | αναδιατάσσ-εται, αναδιατά-χθηκε (προφ. -χτηκε) -γμένος} (επίσ.): κάνω αναδιάταξη: ~ τις λέξεις σε μια πρόταση/τα στοιχεία ενός συνόλου. Το περιεχόμενο του βιβλίου ~χθηκε. ~χθηκαν οι στρατιωτικές δυνάμεις.|| (μτφ.) Εκλογικά αποτελέσματα που αναδιέταξαν το πολιτικό σκηνικό. Πβ. ανα-διαρθρώνω, -συγκροτώ. [< αγγλ. redispose] | |
| 2938 | αναδιατυπώνω | [ἀναδιατυπώνω] α-να-δι-α-τυ-πώ-νω ρ. (μτβ.) {αναδιατύπω-σα | αναδιατυπών-εται, αναδιατυπώ-θηκε, -μένος}: διατυπώνω με διαφορετικό τρόπο, συνήθ. σαφέστερο και καλύτερο: ~ μια ερώτηση. ~θηκε το κείμενο/ο τίτλος. ~μένος: κανονισμός. ~μένη: πρόταση. Πβ. επ~. [< αγγλ. reword] | |
| 2939 | αναδιατύπωση | [ἀναδιατύπωση] α-να-δι-α-τύ-πω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναδιατυπώνω: ~ διατάξεων του νόμου (πβ. τροποποίηση). Λεκτική ~ και νοηματική διεύρυνση. Πβ. επ~. {< αγγλ. rewording] | |
| 2940 | αναδίδω | [ἀναδίδω] α-να-δί-δω ρ. (μτβ.) {ανέδιδε, μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., συνήθ. στο γ' πρόσ.} & αναδίνω (απαιτ. λεξιλόγ.): βγάζω συγκεκριμένη μυρωδιά, αποπνέω: (Κάτι) ~ει αναθυμιάσεις/δυσοσμία/ευωδία. Ο τοίχος ανέδιδε υγρασία. Βλ. διαχέω, σκορπίζω.|| (μτφ.) Το έργο ανέδιδε άρωμα και μνήμες από το χθες/μια ατμόσφαιρα οικεία και φιλόξενη. Πβ. εκπέμπω. [< αρχ. ἀναδίδωμι ‘προσφέρω, αναβλύζω’] | |
| 2941 | αναδιήγηση | [ἀναδιήγηση] α-να-δι-ή-γη-ση ουσ. (θηλ.): ΠΑΙΔΑΓ. εκ νέου διήγηση: περιληπτική ~. ~ της ιστορίας/του κειμένου/του παραμυθιού (από τα νήπια). | |
| 2942 | αναδιοργανώνω | [ἀναδιοργανώνω] α-να-δι-ορ-γα-νώ-νω ρ. (μτβ.) {αναδιοργάνω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, -μένος}: οργανώνω κάτι με διαφορετικό τρόπο, κυρ. με σκοπό τη βελτίωσή του: Η διοίκηση/το υπουργείο ~εται, για να ανταποκριθεί στις σύγχρονες απαιτήσεις. ~μένο: σύστημα. Πβ. αναδιαρθρώνω, ανασυγκροτώ, ανασυνθέτω. [< γαλλ. réorganiser] | |
| 2943 | αναδιοργάνωση | [ἀναδιοργάνωση] α-να-δι-ορ-γά-νω-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναδιοργανώνω: διοικητική/κοινωνική/πολιτική/ριζική/στρατιωτική ~. ~ του δικτύου/του τμήματος/των υπηρεσιών. Μελέτη/σχέδιο ~ης. Πβ. ανα-διάρθρωση, -συγκρότηση. [< γαλλ. réorganisation, γερμ. Reorganisation] | |
| 2944 | αναδιπλασιάζεται | [ἀναδιπλασιάζεται] α-να-δι-πλα-σι-ά-ζε-ται ρ. {αναδιπλασιά-στηκε, -σμένος} 1. ΒΙΟΛ. αυτοαναπαράγεται: Ο ιός ~. Η ακτινοθεραπεία εμποδίζει τα κύτταρα να ~στούν και τελικά τα καταστρέφει. 2. ΓΡΑΜΜ. (για γράμμα, συλλαβή ή λέξη) υφίσταται αναδιπλασιασμό. [< 1: αγγλ. replicate, 1957 2: μτγν. ἀναδιπλασιάζω] | |
| 2945 | αναδιπλασιασμός | [ἀναδιπλασιασμός] α-να-δι-πλα-σι-α-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΓΡΑΜΜ. (στην αρχ. ελλην. γλ.) επανάληψη, συνήθ. στην αρχή μιας λέξης, του αρχικού συμφώνου του θέματος, με τη συνοδεία του φωνήεντος ε στους συντελικούς χρόνους (τε-τριμμένος, επι-βε-βλημένος) και του ι στον ενεστώτα (γί-γνομαι, πί-πτω)· γενικότ. κάθε διπλασιασμός γράμματος, συλλαβής ή λέξης: αττικός/ενεστωτικός ~. Ονόματα που σχηματίζονται με ~ό του αρχικού δίψηφου συμφώνου της λέξης (<μπ>, <ντ>, <γκ>, π.χ. μπαμπάς, ντουντούκα). 2. ΒΙΟΛ. διαδικασία αντιγραφής του γενετικού υλικού με αποτέλεσμα τον διπλασιασμό του: κυτταρικός ~. ~ του DNA/των χρωμοσωμάτων. 3. εκ νέου διπλασιασμός. Πβ. επανάληψη. [< 1: μτγν. ἀναδιπλασιασμός 2: αγγλ. replication, 1948] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ