| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38181 | πανώλη | πα-νώ-λη ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) πανώλης 1. ΙΑΤΡ. οξύ, λοιμώδες και συνήθ. θανατηφόρο νόσημα, ενδημικό και επιδημικό. Πβ. λοιμός.|| (ΙΣΤ.) Μαύρη ~. ΣΥΝ. πανούκλα 2. ΚΤΗΝ. κάθε μεταδοτική ασθένεια που προσβάλλει ζώα: ~ των χοίρων. ● ΣΥΜΠΛ.: πνευμονική πανώλη: ΙΑΤΡ. ταχέως αναπτυσσόμενη και άκρως μεταδοτική μορφή πνευμονίας που χαρακτηρίζεται από βήχα και αιμόπτυση., βουβωνική πανώλη βλ. βουβωνικός [< αρχ. επίθ. πανώλης, γαλλ. peste] | |
| 38182 | πανωπροίκι | πα-νω-προί-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): προμήθεια πρόσθετη της συμφωνημένης ή της νόμιμης: ~ ύψους ... ευρώ. Εισέπραξαν τεράστια ~ια, για να ολοκληρώσουν εγκαίρως το έργο. | |
| 38183 | πανώριος | , ια, ιο πα-νώ-ριος επίθ. (λογοτ.-επιτατ.): πανέμορφος. ΣΥΝ. πεντάμορφος ΑΝΤ. κακάσχημος, πανάσχημος [< μεσν. πανώριος < πανώραιος] | |
| 38184 | πανωσέντονο | πα-νω-σέ-ντο-νο ουσ. (ουδ.) (προφ.): σεντόνι με το οποίο σκεπάζεται κάποιος. ΑΝΤ. κατωσέντονο | |
| 38185 | πανωσήκωμα | πα-νω-σή-κω-μα ουσ. (ουδ.): καινούργιο κτίσμα που κατασκευάζεται επάνω σε προϋπάρχον. Πβ. υπερκατασκευή. | |
| 38186 | πανωτόκια | πα-νω-τό-κια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. πανωτόκι} (λαϊκό): ΟΙΚΟΝ. πρόσθετοι τόκοι που επιβάλλονται στους κεφαλαιοποιημένους τόκους οφειλών, οι οποίες δεν έχουν καταβληθεί. Πβ. ανατοκισμός. | |
| 38187 | πανωφόρι | πα-νω-φό-ρι ουσ. (ουδ.) & επανωφόρι: κάθε ένδυμα που φοριέται πάνω από τα άλλα ρούχα και καλύπτει το σώμα από τους ώμους και κάτω: κοντό/μακρύ ~. Βλ. γούνα, καμπαρντίνα, μπουφάν, παλτό, τζάκετ. [< μεσν. πανωφόρι] | |
| 38188 | παξιμάδι | πα-ξι-μά-δι ουσ. (ουδ.) {παξιμαδιού} 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ξερό και σκληρό κομμάτι ψωμιού που έχει ψηθεί καλά (ή δύο φορές, βλ. διπλοφουρνιστός) στον φούρνο: κριθαρένιο ~. ~ ολικής άλεσης/σικάλεως. Πβ. γαλέτα, ντάκος. Βλ. κριτσίνι, φρυγανιά. 2. ΤΕΧΝΟΛ. μεταλλικό συνήθ. εξάρτημα που έχει τρύπα με εσωτερικό σπείρωμα, για να βιδώνεται βίδα ή σπανιότ. σωλήνας σε αυτή και χρησιμοποιείται για τη σύνδεση αντικειμένων. Πβ. ρακόρ. ΣΥΝ. περικόχλιο ● Υποκ.: παξιμαδάκι (το) ● ΦΡ.: θέλει βρεγμένο το παξιμάδι (παροιμ.): τα θέλει όλα έτοιμα, στο χέρι· κατ' επέκτ. είναι μεγάλος τεμπέλης., κάνω το σκατό μου παξιμάδι βλ. σκατό [< 1: μεσν. παξιμάδι < παξιμάδιον < παξαμάδιον < ανθρ. Παξαμᾶς] | |
| 38189 | πάουερ πόιντ | πά-ου-ερ πό-ιντ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΠΛΗΡΟΦ. λογισμικό πακέτο, απαραίτητο για κάθε σύγχρονη επιστημονική ή εταιρική παρουσίαση, για καλύτερη εποπτεία του υλικού. Βλ. εξέλ. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. PowerPoint (ppt), 1987] | |
| 38190 | πάουερ φόργουορντ | πά-ου-ερ φόρ-γου-ορντ ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. μία από τις πέντε θέσεις παικτών σε ομάδα μπάσκετ· συνεκδ. ο παίκτης που αγωνίζεται στη θέση αυτή και παίρνει ριμπάουντ, σκοράρει κοντά στο καλάθι και συχνά παίζει με πλάτη σε αυτό. Βλ. πλέι μέικερ, σέντερ, σμολ φόργουορντ, σούτινγκ γκαρντ. [< αμερικ. power forward, 1969] | |
| 38191 | παπ τεστ | βλ. τεστ | |
| 38192 | παπα- | {άκλ.} (συνήθ. προφ.): άτονο προτακτικό κύριου ονόματος κληρικού: ~-Νικόλας. Βλ. πατέρας. | |
| 38193 | παπαβερίνη | πα-πα-βε-ρί-νη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. τοξικό, λευκό, κρυσταλλικό αλκαλοειδές του οπίου (σύμβ. C20H21NO4), που χρησιμοποιείται ως σπασμολυτικό των λείων μυών και ως τοπικό αναισθητικό. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. papaverine, γαλλ. papavérine] | |
| 38194 | παπαγαλάκι | πα-πα-γα-λά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (υποκ.) ΟΡΝΙΘ. κ. ΤΕΧΝΟΛ. μικρός παπαγάλος. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.-μειωτ.) πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό τρίτων και διασπείρει συνήθ. ελλιπείς ή ψευδείς πληροφορίες: τηλεοπτικά ~ια. Πβ. κεκράκτες, φερέφωνο. | |
| 38195 | παπαγαλία | πα-πα-γα-λί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. μηχανική και συνήθ. άκριτη απομνημόνευση: Η ~ καταργεί την κριτική σκέψη του μαθητή. Πβ. αποστήθιση. 2. (ως επίρρ.) από μνήμης και μηχανικά: Λέω/μαθαίνω/ξέρω το μάθημα (π.χ. την ιστορία)/την προσευχή ~. ΣΥΝ. απέξω (2), αυτολεξεί, παπαγαλιστί, παπαγαλίστικα | |
| 38199 | παπαγαλία | , η, ο πα-πα-γα-λί-στι-κος επίθ.: που σχετίζεται με την παπαγαλία: ~η: μάθηση. Βλ. -ίστικος. ● επίρρ.: παπαγαλίστικα | |
| 38196 | παπαγαλίζω | πα-πα-γα-λί-ζω ρ. (μτβ.) {παπαγάλισα, παπαγαλίζ-οντας}: αποστηθίζω ή επαναλαμβάνω μηχανικά κάτι, χωρίς να το κατανοώ: ~ το μάθημα. Σταμάτα να ~εις απόψεις τρίτων! Πβ. απομνημονεύω. | |
| 38197 | παπαγαλισμός | πα-πα-γα-λι-σμός ουσ. (αρσ.) & παπαγάλισμα (το): άκριτη, μηχανική αποστήθιση κειμένων, μαθημάτων ή επανάληψη των λόγων άλλων. Βλ. -ισμός. [< ιταλ. pappagallismo, 1942] | |
| 38198 | παπαγαλιστί | πα-πα-γα-λι-στί επίρρ. (λόγ.): με άκριτη απομνημόνευση, χωρίς κατανόηση του περιεχομένου. Βλ. -ιστί. ΣΥΝ. παπαγαλία (2) | |
| 38200 | παπαγάλος | πα-πα-γά-λος ουσ. (αρσ.) 1. ΟΡΝΙΘ. γενική ονομασία τροπικών πτηνών (οικογ. Psittacidae) με λαμπερά πολύχρωμα φτερά και σκληρό γαμψό ράμφος· ορισμένα είδη μπορούν να μιμηθούν την ανθρώπινη φωνή ή άλλους ήχους. ΣΥΝ. ψιττακός 2. (μτφ.) πρόσωπο που επαναλαμβάνει απερίσκεπτα τα λόγια, μιμείται τις πράξεις των άλλων ή αποστηθίζει μηχανικά κάποιο κείμενο. 3. ΤΕΧΝΟΛ. είδος πένσας που μοιάζει με το ράμφος του ομώνυμου πτηνού και χρησιμοποιείται για το σφίξιμο μεταλλικών αντικειμένων. Βλ. παπαγαλάκι. || Μικρός γερανός μόνιμα εγκατεστημένου σε καρότσα φορτηγού αυτοκινήτου. ● ΦΡ.: σκασίλα μου μεγάλη και δέκα παπαγάλοι (προφ.): για να δηλωθεί παντελής αδιαφορία: ~ ~ αν με συμπαθεί ή όχι. [< ιταλ. pappagallo < μεσν. παπαγάς < αραβ. babagâ] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ