Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [38800-38820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
38201παπάγιαπα-πά-για ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ο καρπός του ομώνυμου τροπικού δέντρου (επιστ. ονομασ. Carica papaya), που μοιάζει με πεπόνι, έχει κίτρινη χυμώδη σάρκα και ελαφρώς γλυκιά γεύση. [< ισπ. papaya, γαλλ. papaye]
38202παπαδάκιπα-πα-δά-κι ουσ. (ουδ.): αγόρι ντυμένο με άμφια που βοηθά τον ιερέα στην τέλεση της Θείας Λειτουργίας. ΣΥΝ. παπαδοπαίδι (2)
38203παπαδαριόπα-πα-δα-ριό ουσ. (ουδ.) (μειωτ.-περιληπτ.) 1. το σύνολο των ιερέων, ο κλήρος. 2. πλήθος ιερέων. Βλ. -αριό.
38204παπαδιάπα-πα-διά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): σύζυγος ιερέα, πρεσβυτέρα. [< μεσν. παπαδιά]
38205παπαδικός, ή, ό πα-πα-δι-κός επίθ. (λαϊκό): ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τον παπά. Πβ. ιερατικός, παπαδίστικος. ● ΣΥΜΠΛ.: παπαδικό μέλος: ΜΟΥΣ. (στη βυζαντινή μουσική) κατηγορία αργών μελών. Βλ. κοινωνικό(ν), χερουβικό. [< μεσν. παπαδικός]
38206παπαδίστικος, η, ο πα-πα-δί-στι-κος επίθ. (λαϊκό-συχνά μειωτ.): παπαδικός: ~α: κηρύγματα. Βλ. -ίστικος. ● επίρρ.: παπαδίστικα
38207παπαδίτσαπα-πα-δί-τσα ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. κοινή ονομασία εντομοφάγων ωδικών πτηνών με μικρό ράμφος και μεγάλα γαμψά νύχια, που αναζητούν τροφή στα κλαδιά, κάνοντας ακροβατικές κινήσεις. Βλ. καλόγερος, σακουλο~.
38208παπαδοκρατίαπα-πα-δο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): κληρικοκρατία. Βλ. -κρατία.
38209παπαδοπαίδιπα-πα-δο-παί-δι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. παιδί παπά. 2. παπαδάκι.
38210παπαδοπούλαπα-πα-δο-πού-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): κόρη παπά. Βλ. -οπούλα. [< μεσν. παπαδοπούλα]
38211παπάκιπα-πά-κι ουσ. (ουδ.) 1. ΟΡΝΙΘ. νεοσσός πάπιας. ΣΥΝ. παπί (1) 2. δίκυκλο μηχανοκίνητο όχημα μικρού κυβισμού. ΣΥΝ. μηχανάκι (1), παπί (2) 3. (αργκό ΔΙΑΔΙΚΤ.) το σύμβολο @ των διευθύνσεων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. ΣΥΝ. ατ
38212πάπαλαπά-πα-λα επιφών. (οικ.): τέλος, τέρμα, τίποτα: ~ το γάλα/το χαρτί. Προσπάθησα να βάλω τη μηχανή μπροστά, αλλά ~! [< λ. νηπιακή]
38213παπαλίναπα-πα-λί-να ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. είδος εκλεκτής σαρδέλας πολύ μικρού μεγέθους. [< ιταλ. papalina]
38214παπάραπα-πά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. κομμάτι ψωμιού που έχει βουτηχτεί σε γάλα, (βραστό) νερό, λάδι σαλάτας, ζωμό σούπας ή σάλτσα. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) ανοησία, βλακεία. ΣΥΝ. παπαριά (1) [< ιταλ. pappara]
38215παπάραςπα-πά-ρας ουσ. (αρσ.) (υβριστ., για άνδρα): ανόητος, βλάκας.
38216παπαράτσιπα-πα-ρά-τσι ουσ. (αρσ.) {άκλ. | σπάν. στον εν. παπαράτσο}: ανεξάρτητος φωτογράφος που κυνηγά διασημότητες, για να τις φωτογραφίσει στην ιδιωτική τους κυρ. ζωή, με σκοπό την πώληση των φωτογραφιών τους σε σκανδαλοθηρικές συνήθ. εφημερίδες ή περιοδικά. [< ιταλ. paparazzo, 1960, επώνυμο φωτογράφου στην ταινία La dolce vita του F. Fellini, γαλλ. ~, περ. 1960]
38217παπαρδέλαπα-παρ-δέ-λα ουσ. (θηλ.) 1. ΜΑΓΕΙΡ. {στον πληθ.} πλατύ ζυμαρικό. Βλ. λαζάνια, ταλιατέλες. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.) λόγια χωρίς νόημα, αερολογίες. Πβ. μπούρδα. 3. (μειωτ., συνήθ. για γυναίκα) πρόσωπο που φλυαρεί, λέει ανοησίες. [< 1, 2: ιταλ. pappardella]
38218παπάριπα-πά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. πέος· ειδικότ. οι όρχεις. 2. {μόνο στον πληθ.} (ειρων.) (ως επιφών.) για κάτι ανόητο ή μη πιστευτό. ● ΣΥΜΠΛ.: αρχίδια/παπάρια μάντολες βλ. αρχίδι ● ΦΡ.: στα παπάρια μου! (υβριστ.): αδιαφορώ εντελώς, δεν με ενδιαφέρει καθόλου. ΣΥΝ. στ' αρχίδια/στ' απαυτά/στον πούτσο/στα τέτοια μου, γράφω (κάποιον/κάτι) στ' αρχίδια μου/στα παπάρια μου βλ. αρχίδι, τα ξύνει/ξύνει τ' αρχίδια (/τα παπάρια) του βλ. αρχίδι
38219παπαριάπα-πα-ριά ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό) 1. ανόητα, ψεύτικα λόγια. ΣΥΝ. παπάρα (2), παπαρολογία 2. για καθετί αποτυχημένο, κακής ποιότητας: Το έργο ήταν μια ~. Πβ. μάπα, φόλα, χάλια.
38220παπαρολογίαπα-πα-ρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λαϊκό): παπαριά. Βλ. -λογία.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.