| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38201 | παπάγια | πα-πά-για ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ο καρπός του ομώνυμου τροπικού δέντρου (επιστ. ονομασ. Carica papaya), που μοιάζει με πεπόνι, έχει κίτρινη χυμώδη σάρκα και ελαφρώς γλυκιά γεύση. [< ισπ. papaya, γαλλ. papaye] | |
| 38202 | παπαδάκι | πα-πα-δά-κι ουσ. (ουδ.): αγόρι ντυμένο με άμφια που βοηθά τον ιερέα στην τέλεση της Θείας Λειτουργίας. ΣΥΝ. παπαδοπαίδι (2) | |
| 38203 | παπαδαριό | πα-πα-δα-ριό ουσ. (ουδ.) (μειωτ.-περιληπτ.) 1. το σύνολο των ιερέων, ο κλήρος. 2. πλήθος ιερέων. Βλ. -αριό. | |
| 38204 | παπαδιά | πα-πα-διά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): σύζυγος ιερέα, πρεσβυτέρα. [< μεσν. παπαδιά] | |
| 38205 | παπαδικός | , ή, ό πα-πα-δι-κός επίθ. (λαϊκό): ΕΚΚΛΗΣ. που σχετίζεται με τον παπά. Πβ. ιερατικός, παπαδίστικος. ● ΣΥΜΠΛ.: παπαδικό μέλος: ΜΟΥΣ. (στη βυζαντινή μουσική) κατηγορία αργών μελών. Βλ. κοινωνικό(ν), χερουβικό. [< μεσν. παπαδικός] | |
| 38206 | παπαδίστικος | , η, ο πα-πα-δί-στι-κος επίθ. (λαϊκό-συχνά μειωτ.): παπαδικός: ~α: κηρύγματα. Βλ. -ίστικος. ● επίρρ.: παπαδίστικα | |
| 38207 | παπαδίτσα | πα-πα-δί-τσα ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. κοινή ονομασία εντομοφάγων ωδικών πτηνών με μικρό ράμφος και μεγάλα γαμψά νύχια, που αναζητούν τροφή στα κλαδιά, κάνοντας ακροβατικές κινήσεις. Βλ. καλόγερος, σακουλο~. | |
| 38208 | παπαδοκρατία | πα-πα-δο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): κληρικοκρατία. Βλ. -κρατία. | |
| 38209 | παπαδοπαίδι | πα-πα-δο-παί-δι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. παιδί παπά. 2. παπαδάκι. | |
| 38210 | παπαδοπούλα | πα-πα-δο-πού-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): κόρη παπά. Βλ. -οπούλα. [< μεσν. παπαδοπούλα] | |
| 38211 | παπάκι | πα-πά-κι ουσ. (ουδ.) 1. ΟΡΝΙΘ. νεοσσός πάπιας. ΣΥΝ. παπί (1) 2. δίκυκλο μηχανοκίνητο όχημα μικρού κυβισμού. ΣΥΝ. μηχανάκι (1), παπί (2) 3. (αργκό ΔΙΑΔΙΚΤ.) το σύμβολο @ των διευθύνσεων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. ΣΥΝ. ατ | |
| 38212 | πάπαλα | πά-πα-λα επιφών. (οικ.): τέλος, τέρμα, τίποτα: ~ το γάλα/το χαρτί. Προσπάθησα να βάλω τη μηχανή μπροστά, αλλά ~! [< λ. νηπιακή] | |
| 38213 | παπαλίνα | πα-πα-λί-να ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. είδος εκλεκτής σαρδέλας πολύ μικρού μεγέθους. [< ιταλ. papalina] | |
| 38214 | παπάρα | πα-πά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. κομμάτι ψωμιού που έχει βουτηχτεί σε γάλα, (βραστό) νερό, λάδι σαλάτας, ζωμό σούπας ή σάλτσα. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) ανοησία, βλακεία. ΣΥΝ. παπαριά (1) [< ιταλ. pappara] | |
| 38215 | παπάρας | πα-πά-ρας ουσ. (αρσ.) (υβριστ., για άνδρα): ανόητος, βλάκας. | |
| 38216 | παπαράτσι | πα-πα-ρά-τσι ουσ. (αρσ.) {άκλ. | σπάν. στον εν. παπαράτσο}: ανεξάρτητος φωτογράφος που κυνηγά διασημότητες, για να τις φωτογραφίσει στην ιδιωτική τους κυρ. ζωή, με σκοπό την πώληση των φωτογραφιών τους σε σκανδαλοθηρικές συνήθ. εφημερίδες ή περιοδικά. [< ιταλ. paparazzo, 1960, επώνυμο φωτογράφου στην ταινία La dolce vita του F. Fellini, γαλλ. ~, περ. 1960] | |
| 38217 | παπαρδέλα | πα-παρ-δέ-λα ουσ. (θηλ.) 1. ΜΑΓΕΙΡ. {στον πληθ.} πλατύ ζυμαρικό. Βλ. λαζάνια, ταλιατέλες. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.) λόγια χωρίς νόημα, αερολογίες. Πβ. μπούρδα. 3. (μειωτ., συνήθ. για γυναίκα) πρόσωπο που φλυαρεί, λέει ανοησίες. [< 1, 2: ιταλ. pappardella] | |
| 38218 | παπάρι | πα-πά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. πέος· ειδικότ. οι όρχεις. 2. {μόνο στον πληθ.} (ειρων.) (ως επιφών.) για κάτι ανόητο ή μη πιστευτό. ● ΣΥΜΠΛ.: αρχίδια/παπάρια μάντολες βλ. αρχίδι ● ΦΡ.: στα παπάρια μου! (υβριστ.): αδιαφορώ εντελώς, δεν με ενδιαφέρει καθόλου. ΣΥΝ. στ' αρχίδια/στ' απαυτά/στον πούτσο/στα τέτοια μου, γράφω (κάποιον/κάτι) στ' αρχίδια μου/στα παπάρια μου βλ. αρχίδι, τα ξύνει/ξύνει τ' αρχίδια (/τα παπάρια) του βλ. αρχίδι | |
| 38219 | παπαριά | πα-πα-ριά ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό) 1. ανόητα, ψεύτικα λόγια. ΣΥΝ. παπάρα (2), παπαρολογία 2. για καθετί αποτυχημένο, κακής ποιότητας: Το έργο ήταν μια ~. Πβ. μάπα, φόλα, χάλια. | |
| 38220 | παπαρολογία | πα-πα-ρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λαϊκό): παπαριά. Βλ. -λογία. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ