Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [38820-38840]

IDΛήμμαΕρμηνεία
38206παπαδίστικος, η, ο πα-πα-δί-στι-κος επίθ. (λαϊκό-συχνά μειωτ.): παπαδικός: ~α: κηρύγματα. Βλ. -ίστικος. ● επίρρ.: παπαδίστικα
38207παπαδίτσαπα-πα-δί-τσα ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. κοινή ονομασία εντομοφάγων ωδικών πτηνών με μικρό ράμφος και μεγάλα γαμψά νύχια, που αναζητούν τροφή στα κλαδιά, κάνοντας ακροβατικές κινήσεις. Βλ. καλόγερος, σακουλο~.
38208παπαδοκρατίαπα-πα-δο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): κληρικοκρατία. Βλ. -κρατία.
38209παπαδοπαίδιπα-πα-δο-παί-δι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. παιδί παπά. 2. παπαδάκι.
38210παπαδοπούλαπα-πα-δο-πού-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): κόρη παπά. Βλ. -οπούλα. [< μεσν. παπαδοπούλα]
38211παπάκιπα-πά-κι ουσ. (ουδ.) 1. ΟΡΝΙΘ. νεοσσός πάπιας. ΣΥΝ. παπί (1) 2. δίκυκλο μηχανοκίνητο όχημα μικρού κυβισμού. ΣΥΝ. μηχανάκι (1), παπί (2) 3. (αργκό ΔΙΑΔΙΚΤ.) το σύμβολο @ των διευθύνσεων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. ΣΥΝ. ατ
38212πάπαλαπά-πα-λα επιφών. (οικ.): τέλος, τέρμα, τίποτα: ~ το γάλα/το χαρτί. Προσπάθησα να βάλω τη μηχανή μπροστά, αλλά ~! [< λ. νηπιακή]
38213παπαλίναπα-πα-λί-να ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. είδος εκλεκτής σαρδέλας πολύ μικρού μεγέθους. [< ιταλ. papalina]
38214παπάραπα-πά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. κομμάτι ψωμιού που έχει βουτηχτεί σε γάλα, (βραστό) νερό, λάδι σαλάτας, ζωμό σούπας ή σάλτσα. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) ανοησία, βλακεία. ΣΥΝ. παπαριά (1) [< ιταλ. pappara]
38215παπάραςπα-πά-ρας ουσ. (αρσ.) (υβριστ., για άνδρα): ανόητος, βλάκας.
38216παπαράτσιπα-πα-ρά-τσι ουσ. (αρσ.) {άκλ. | σπάν. στον εν. παπαράτσο}: ανεξάρτητος φωτογράφος που κυνηγά διασημότητες, για να τις φωτογραφίσει στην ιδιωτική τους κυρ. ζωή, με σκοπό την πώληση των φωτογραφιών τους σε σκανδαλοθηρικές συνήθ. εφημερίδες ή περιοδικά. [< ιταλ. paparazzo, 1960, επώνυμο φωτογράφου στην ταινία La dolce vita του F. Fellini, γαλλ. ~, περ. 1960]
38217παπαρδέλαπα-παρ-δέ-λα ουσ. (θηλ.) 1. ΜΑΓΕΙΡ. {στον πληθ.} πλατύ ζυμαρικό. Βλ. λαζάνια, ταλιατέλες. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (προφ.) λόγια χωρίς νόημα, αερολογίες. Πβ. μπούρδα. 3. (μειωτ., συνήθ. για γυναίκα) πρόσωπο που φλυαρεί, λέει ανοησίες. [< 1, 2: ιταλ. pappardella]
38218παπάριπα-πά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. πέος· ειδικότ. οι όρχεις. 2. {μόνο στον πληθ.} (ειρων.) (ως επιφών.) για κάτι ανόητο ή μη πιστευτό. ● ΣΥΜΠΛ.: αρχίδια/παπάρια μάντολες βλ. αρχίδι ● ΦΡ.: στα παπάρια μου! (υβριστ.): αδιαφορώ εντελώς, δεν με ενδιαφέρει καθόλου. ΣΥΝ. στ' αρχίδια/στ' απαυτά/στον πούτσο/στα τέτοια μου, γράφω (κάποιον/κάτι) στ' αρχίδια μου/στα παπάρια μου βλ. αρχίδι, τα ξύνει/ξύνει τ' αρχίδια (/τα παπάρια) του βλ. αρχίδι
38219παπαριάπα-πα-ριά ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό) 1. ανόητα, ψεύτικα λόγια. ΣΥΝ. παπάρα (2), παπαρολογία 2. για καθετί αποτυχημένο, κακής ποιότητας: Το έργο ήταν μια ~. Πβ. μάπα, φόλα, χάλια.
38220παπαρολογίαπα-πα-ρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (λαϊκό): παπαριά. Βλ. -λογία.
38221παπαρολογώ[παπαρολογῶ] πα-πα-ρο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {παπαρολογ-είς ...} (λαϊκό): λέω ανοησίες. Βλ. -λογώ.
38222παπαρούναπα-πα-ρού-να ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. κοινή ονομασία ποώδους φυτού (γένος Papaver) με μεγάλα κόκκινα συνήθ. άνθη, που καλλιεργείται ως καλλωπιστικό αλλά και για τις φαρμακευτικές του ιδιότητες: οπιούχος ~ (= αφιόνι). ● ΦΡ.: γίνομαι κόκκινος/κοκκινίζω σαν (το) παντζάρι/(την) παπαρούνα/(τη) ντομάτα βλ. παντζάρι [< μεσν. παπαρούνα, πβ. ρουμ. paparoană]
38223παπάςπα-πάς ουσ. (αρσ.) {παπάδες} & (σπάν.) παππάς (προφ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. ιερέας: ο ~ της ενορίας (= εφημέριος)/του χωριού. Πβ. ιερωμένος, κληρικός, ρασοφόρος.|| Καθολικός ~ (πβ. αβάς, φραγκόπαπας). 2. (στην τράπουλα) ρήγας· συνεκδ. απαγορευμένο χαρτοπαίγνιο που παίζεται με τρία τραπουλόχαρτα, από τα οποία το ένα είναι ρήγας. ● ΦΡ.: (να) μην το πεις/πείτε ούτε του παπά & ούτε του παπά (να μην το πεις/πείτε): σε κάποιον που στάθηκε ανέλπιστα τυχερός., αλλού ο παπάς (κι) αλλού τα ράσα του (παροιμ.): για ακατάστατο άτομο ή σε περιπτώσεις ακαταστασίας., εδώ (ο) παπάς, εκεί (ο) παπάς, πού είν'/πού 'ν' ο παπάς; (προφ.) 1. στερεότυπη ερώτηση στο χαρτοπαίγνιο του "παπά". 2. (κατ' επέκτ.) σε περιπτώσεις που αδυνατεί κάποιος να επιλέξει ή να διακρίνει μεταξύ πραγμάτων που μοιάζουν πολύ μεταξύ τους., κάνει παπάδες (αργκό): (για πρόσ.) κάνει δύσκολα και εντυπωσιακά πράγματα και τα καταφέρνει άριστα· (για συσκευή, μηχάνημα) έχει πολλές δυνατότητες: ~ ~ στο γήπεδο. Πβ. ζωγραφίζω, είναι μανούλα σε ...|| Δυνατό εργαλείο που σου ~ ~. (για πρόγραμμα:) ~ ~ στην επεξεργασία εικόνων. Πβ. κάνει θαύματα., παίζει τον παπά (αργκό): προσπαθεί να εξαπατήσει τους άλλους., τώρα που βρήκαμε παπά, ας/να θάψουμε πεντέξι (παροιμ.): σε περιπτώσεις υπερβολικής εκμετάλλευσης μιας ευκαιρίας, χωρίς να υπάρχει άμεση ανάγκη., (ο παπάς πρώτα) βλογάει/ευλογάει τα γένια του βλ. γένια, άλλου/αλλουνού παπά ευαγγέλιο βλ. ευαγγέλιο, αν είσαι και παπάς, με την αράδα σου θα πας βλ. αράδα, βρέχει/ρίχνει καρεκλοπόδαρα/καρέκλες/παπάδες βλ. βρέχω, ή παπάς-παπάς ή ζευγάς-ζευγάς βλ. ζευγάς, παίρνω/παντρεύομαι κάποιον με παπά και με κουμπάρο βλ. κουμπάρος, κουμπάρα, τα ράσα δεν κάνουν τον παπά βλ. ράσο, το πολύ το "Κύριε ελέησον" το βαριέται κι ο Θεός/κι ο παπάς βλ. βαριέμαι, τρελός παπάς σε/τον βάφτισε βλ. βαφτίζω [< μτγν. παπᾶς < αρχ.πάππας ‘μπαμπάς’]
38224πάπαςπά-πας ουσ. (αρσ.) {πάπ-α} 1. ΘΡΗΣΚ. (με κεφαλ. το αρχικό Π) ο αρχηγός της Καθολικής Εκκλησίας και αρχιεπίσκοπος Ρώμης. Βλ. καρδινάλιος, τιάρα. ΣΥΝ. ποντίφικας (1) 2. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. το αρχικό Π) τιμητικός τίτλος του Πατριάρχη Αλεξανδρείας. 3. (σπάν.-μτφ.) πρόσωπο που θεωρείται αυθεντία στον χώρο του. ΣΥΝ. γκουρού (1) ● ΦΡ.: το αλάθητο του Πάπα & το παπικό αλάθητο 1. ΘΡΗΣΚ. δόγμα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, σύμφωνα με το οποίο ο Πάπας είναι θεόπνευστος και συνεπώς αλάνθαστος. 2. (κατ' επέκτ.) για να δηλωθεί ότι κάποιος θεωρεί τον εαυτό του αλάνθαστο: Νομίζει ότι έχει ~ ~. [< μεσν. πάπας, παπᾶς, γαλλ. pape]
38225παπατζήςπα-πα-τζής ουσ. (αρσ.) 1. αυτός που παίζει το παρόνομο χαρτοπαίγνιο "παπάς". Βλ. αβανταδόρος. 2. (μτφ.) απατεώνας, κλέφτης, ψεύτης. ΣΥΝ. αγύρτης, τσαρλατάνος (1)

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.