| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38221 | παπαρολογώ | [παπαρολογῶ] πα-πα-ρο-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {παπαρολογ-είς ...} (λαϊκό): λέω ανοησίες. Βλ. -λογώ. | |
| 38222 | παπαρούνα | πα-πα-ρού-να ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. κοινή ονομασία ποώδους φυτού (γένος Papaver) με μεγάλα κόκκινα συνήθ. άνθη, που καλλιεργείται ως καλλωπιστικό αλλά και για τις φαρμακευτικές του ιδιότητες: οπιούχος ~ (= αφιόνι). ● ΦΡ.: γίνομαι κόκκινος/κοκκινίζω σαν (το) παντζάρι/(την) παπαρούνα/(τη) ντομάτα βλ. παντζάρι [< μεσν. παπαρούνα, πβ. ρουμ. paparoană] | |
| 38223 | παπάς | πα-πάς ουσ. (αρσ.) {παπάδες} & (σπάν.) παππάς (προφ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. ιερέας: ο ~ της ενορίας (= εφημέριος)/του χωριού. Πβ. ιερωμένος, κληρικός, ρασοφόρος.|| Καθολικός ~ (πβ. αβάς, φραγκόπαπας). 2. (στην τράπουλα) ρήγας· συνεκδ. απαγορευμένο χαρτοπαίγνιο που παίζεται με τρία τραπουλόχαρτα, από τα οποία το ένα είναι ρήγας. ● ΦΡ.: (να) μην το πεις/πείτε ούτε του παπά & ούτε του παπά (να μην το πεις/πείτε): σε κάποιον που στάθηκε ανέλπιστα τυχερός., αλλού ο παπάς (κι) αλλού τα ράσα του (παροιμ.): για ακατάστατο άτομο ή σε περιπτώσεις ακαταστασίας., εδώ (ο) παπάς, εκεί (ο) παπάς, πού είν'/πού 'ν' ο παπάς; (προφ.) 1. στερεότυπη ερώτηση στο χαρτοπαίγνιο του "παπά". 2. (κατ' επέκτ.) σε περιπτώσεις που αδυνατεί κάποιος να επιλέξει ή να διακρίνει μεταξύ πραγμάτων που μοιάζουν πολύ μεταξύ τους., κάνει παπάδες (αργκό): (για πρόσ.) κάνει δύσκολα και εντυπωσιακά πράγματα και τα καταφέρνει άριστα· (για συσκευή, μηχάνημα) έχει πολλές δυνατότητες: ~ ~ στο γήπεδο. Πβ. ζωγραφίζω, είναι μανούλα σε ...|| Δυνατό εργαλείο που σου ~ ~. (για πρόγραμμα:) ~ ~ στην επεξεργασία εικόνων. Πβ. κάνει θαύματα., παίζει τον παπά (αργκό): προσπαθεί να εξαπατήσει τους άλλους., τώρα που βρήκαμε παπά, ας/να θάψουμε πεντέξι (παροιμ.): σε περιπτώσεις υπερβολικής εκμετάλλευσης μιας ευκαιρίας, χωρίς να υπάρχει άμεση ανάγκη., (ο παπάς πρώτα) βλογάει/ευλογάει τα γένια του βλ. γένια, άλλου/αλλουνού παπά ευαγγέλιο βλ. ευαγγέλιο, αν είσαι και παπάς, με την αράδα σου θα πας βλ. αράδα, βρέχει/ρίχνει καρεκλοπόδαρα/καρέκλες/παπάδες βλ. βρέχω, ή παπάς-παπάς ή ζευγάς-ζευγάς βλ. ζευγάς, παίρνω/παντρεύομαι κάποιον με παπά και με κουμπάρο βλ. κουμπάρος, κουμπάρα, τα ράσα δεν κάνουν τον παπά βλ. ράσο, το πολύ το "Κύριε ελέησον" το βαριέται κι ο Θεός/κι ο παπάς βλ. βαριέμαι, τρελός παπάς σε/τον βάφτισε βλ. βαφτίζω [< μτγν. παπᾶς < αρχ.πάππας ‘μπαμπάς’] | |
| 38224 | πάπας | πά-πας ουσ. (αρσ.) {πάπ-α} 1. ΘΡΗΣΚ. (με κεφαλ. το αρχικό Π) ο αρχηγός της Καθολικής Εκκλησίας και αρχιεπίσκοπος Ρώμης. Βλ. καρδινάλιος, τιάρα. ΣΥΝ. ποντίφικας (1) 2. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. το αρχικό Π) τιμητικός τίτλος του Πατριάρχη Αλεξανδρείας. 3. (σπάν.-μτφ.) πρόσωπο που θεωρείται αυθεντία στον χώρο του. ΣΥΝ. γκουρού (1) ● ΦΡ.: το αλάθητο του Πάπα & το παπικό αλάθητο 1. ΘΡΗΣΚ. δόγμα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, σύμφωνα με το οποίο ο Πάπας είναι θεόπνευστος και συνεπώς αλάνθαστος. 2. (κατ' επέκτ.) για να δηλωθεί ότι κάποιος θεωρεί τον εαυτό του αλάνθαστο: Νομίζει ότι έχει ~ ~. [< μεσν. πάπας, παπᾶς, γαλλ. pape] | |
| 38225 | παπατζής | πα-πα-τζής ουσ. (αρσ.) 1. αυτός που παίζει το παρόνομο χαρτοπαίγνιο "παπάς". Βλ. αβανταδόρος. 2. (μτφ.) απατεώνας, κλέφτης, ψεύτης. ΣΥΝ. αγύρτης, τσαρλατάνος (1) | |
| 38226 | παπατζιλίκι | πα-πα-τζι-λί-κι ουσ. (ουδ.) & παπατζηλίκι (λαϊκό): απατεωνιά, ψευτιά: Του πούλησε ~ ότι τάχα ... Ρε, άσε τα ~ια. Πβ. δόλος, κομπίνα. | |
| 38228 | παπί | πα-πί ουσ. (ουδ.) ΣΥΝ. παπάκι 1. μικρή πάπια. 2. δίκυκλο μηχανοκίνητο όχημα μικρού κυβισμού. ● ΦΡ.: κάνω κάποιον/γίνομαι μούσκεμα/παπί/λούτσα βλ. μούσκεμα [< 1: μεσν. παπί(ν)] | |
| 38229 | πάπια | πά-πια ουσ. (θηλ.) 1. ΟΡΝΙΘ. κοινή ονομασία νηκτικών υδρόβιων πτηνών (επιστ. ονομασ. Anas) με κοντό κυρτό λαιμό και πλατύ ράμφος, μακρύ και πλατύ σώμα, κοντά πόδια και πυκνά ελαφριά φτερά, συνήθ. λευκού ή γκρι χρώματος· συνεκδ. το κρέας της: άγρια ~ (= αγριόπαπια). Οικόσιτη ~. Καταδυτικές ~ιες. ~ιες επιφανείας. Κυνήγι/πούπουλα ~ιας. Εκτροφή ~ιας για το κρέας, τα φτερά και τα αβγά της. ΣΥΝ. νήσσα. Βλ. βαλτό~, κυνηγό~, μαυρό~, πουπουλό~, τσικνό~, παπάκι, φαλαρίδα, χήνα.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Καπνιστή ~. ~ γεμιστή/ψητή. ~ με πορτοκάλι. Στήθος/συκώτι (βλ. φουά-γκρα)/φιλέτο ~ιας. 2. πλατύ ουροδοχείο με μακρύ λαιμό για ασθενείς καθηλωμένους στο κρεβάτι. ΣΥΝ. δοχείο νυκτός ● Υποκ.: παπίτσα (η) ● ΦΡ.: κάνει την πάπια/το κορόιδο (προφ.): προσποιείται τον ανήξερο ή τον αφελή, κάνει πως δεν ξέρει ή δεν καταλαβαίνει. Πβ. κάνω τα στραβά μάτια, κάνει πως δεν βλέπει, σφυρίζω αδιάφορα/κλέφτικα. ΣΥΝ. κάνει τον Κινέζο, κάνω/παριστάνω τον ψόφιο κοριό, ποιεί τη(ν) νήσσα(ν), περπατά σαν πάπια (ειρων.): δηλ. με ανοιχτά τα πόδια, γέρνοντας μία προς τα αριστερά και μία προς τα δεξιά. [< μεσν. πάπια] | |
| 42070 | Πάπια | που-που-λό-πα-πια ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. πάπια μεγάλου μεγέθους (επιστ. ονομασ. Somateria mollissima) με πολύ μαλακό πούπουλο, η οποία ζει στις ψυχρές περιοχές του Β. ημισφαιρίου. | |
| 38230 | παπιγιόν | πα-πι-γιόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & παπιόν: είδος επίσημου λαιμοδέτη που δένεται σε σχήμα φιόγκου και μοιάζει με πεταλούδα: Φορούσε ~ και σμόκιν. Βλ. γραβάτα. [< γαλλ. papillon] | |
| 38231 | παπικός | , ή, ό πα-πι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον πάπα, με τον καθολικισμό: ~ός: επίσκοπος/θρόνος. ~ή: βούλα/έδρα/εξουσία/τιάρα. ~ό: πρωτείο. Πβ. ποντιφικός. ● Ουσ.: Παπικοί (οι): οι καθολικοί. ● ΣΥΜΠΛ.: η Παπική Εκκλησία: η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία., το Παπικό κράτος: το Βατικανό. ● ΦΡ.: το αλάθητο του Πάπα βλ. πάπας [< ιταλ. papale, γαλλ. papal] | |
| 38232 | παπισμός | πα-πι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. καθολικισμός. Βλ. -ισμός. [< ιταλ. papismo, γαλλ. papisme] | |
| 38233 | πάπλωμα | πά-πλω-μα ουσ. (ουδ.) {παπλώμ-ατος | -ατα} 1. κλινοσκέπασμα γεμισμένο με βαμβάκι, μαλλί, πούπουλα, υαλοβάμβακα ή άλλο υλικό: διπλό/μονό/υπέρδιπλο ~. Βλ. κουβέρτα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ινώδες θερμοηχομονωτικό υλικό: οικοδομικό ~. ~ πετροβάμβακα/υαλοβάμβακα. ~ με κοτετσόσυρμα. ● Υποκ.: παπλωματάκι (το) ● ΦΡ.: απλώνω τα πόδια μου μέχρι/ως εκεί που φτάνει το πάπλωμά μου (μτφ.-προφ.): ενεργώ βάσει των δυνατοτήτων μου., ο καβγάς είναι για το πάπλωμα (μτφ.-προφ.): η πραγματική αλλά κρυφή αιτία της σύγκρουσης είναι το συμφέρον., τον πλάκωσε το πάπλωμα (ειρων.): άργησε να ξυπνήσει. [< μεσν. (ε)πάπλωμα < ἐφάπλωμα] | |
| 38234 | παπόρι | βλ. βαπόρι | |
| 38235 | παποσύνη | πα-πο-σύ-νη ουσ. (θηλ.): η εξουσία, το αξίωμα του πάπα ή το χρονικό διάστημα που το κατέχει. Βλ. -οσύνη. [< γαλλ. papauté] | |
| 38236 | παπούδια | βλ. παππούδια | |
| 38237 | παπουτσάδικο | πα-που-τσά-δι-κο ουσ. (ουδ.) & παπουτσίδικο (λαϊκό): κατάστημα πώλησης ή/και επιδιόρθωσης παπουτσιών. Πβ. τσαγκαράδικο, υποδηματοπωλείο. Βλ. -άδικο. [< μεσν. παπουτσήδικον] | |
| 38238 | παπουτσάκια | πα-που-τσά-κια ουσ. (ουδ.) (τα): ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό φούρνου από μελιτζάνες κομμένες στη μέση, οι οποίες γεμίζονται με κιμά και καλύπτονται με μπεσαμέλ. | |
| 38239 | παπούτσι | πα-πού-τσι ουσ. (ουδ.) {παπουτσ-ιού | -ιών}: προστατευτικό κάλυμμα του ποδιού από σκληρό ανθεκτικό υλικό, το οποίο συνήθ. δεν ξεπερνά τον αστράγαλο: ανδρικά/γυναικεία/παιδικά ~ια. Ανοιχτά (βλ. ξώφτερνος)/δερμάτινα/δετά/καινούργια/καλά/καλοκαιρινά/κομψά/μαλακά/μυτερά/πάνινα/σπορ/τρύπια/υφασμάτινα/χειροποίητα ~ια. Ίσια/χαμηλά (= χαμηλοτάκουνα)/ψηλά (= ψηλοτάκουνα) ~ια. Ανατομικά/ορθοπαιδικά ~ια. Ορειβατικά (βλ. τρακτερωτός)/ποδοσφαιρικά (βλ. τάπα2) ~ια. ~ια του μπάσκετ/μπόουλινγκ/τένις. ~ια ασφαλείας/εργασίας/πεζοπορίας. Αθλητικά ~ια με καρφιά. ~ια για τρέξιμο. Η γλώσσα/τα κορδόνια/η μύτη (βλ. ψίδι)/ο πάτος/η σόλα (βλ. πέλμα) του ~ιού. Ρούχα/τσάντες και ~ια. Βαφή/βερνίκι/γυαλιστικό ~ιών. Ένα ζευγάρι ~ια. Φοράω μεγάλο νούμερο ~. Δεν μου κάνουν/μπαίνουν τα ~ια. Με στενεύουν/με χτυπάνε τα ~ια. Προβάρω ~ια. Τα ~ια μού είναι μεγάλα/μικρά. Πβ. υπόδημα. Βλ. αρβύλα, γόβα, μπότα, πέδιλο, σαγιονάρα. ● Υποκ.: παπουτσάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: χρυσό παπούτσι: ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) ετήσιο βραβείο που απονέμεται στον καλύτερο σκόρερ της Α' κατηγορίας των εθνικών πρωταθλημάτων της Ευρώπης, με βάση τον συντελεστή δυσκολίας κάθε πρωταθλήματος, όπως αυτός καθορίζεται από την ΟΥΕΦΑ. [< γαλλ. Soulier d'Or, 1968] ● ΦΡ.: γλώσσα παπούτσι, μυαλό κουκούτσι (παροιμ.): για κάποιον που φλυαρεί απερίσκεπτα., κρέμασε τα παπούτσια του (μτφ., για ποδοσφαιριστή): σταμάτησε το ποδόσφαιρο., με μισό παπούτσι (προφ.): πολύ φτωχός: Ξεκίνησε απ' το χωριό του ~ ~, για να έρθει στην πόλη να σπουδάσει., παπούτσι απ' τον τόπο σου κι ας είναι (/είν' και) μπαλωμένο (παροιμ.): είναι προτιμότερος ο γάμος με συμπατριώτη ή συμπατριώτισσα και κατ' επέκτ. είναι καλύτερη η αγορά εγχώριου προϊόντος, ακόμα κι αν έχει ελαττώματα., του έβαλε/του έχει βάλει τα δυο πόδια σ' ένα παπούτσι (προφ.): του έχει επιβληθεί, τον κάνει ό,τι θέλει. Βλ. σαν (το) σκυλάκι., του έδωσε/του 'δωσε τα παπούτσια στο χέρι & πήρε τα παπούτσια στο χέρι (προφ.): τον έδιωξε, τον χώρισε., γράφω (κάποιον/κάτι) στα παλιά μου τα παπούτσια/(λόγ.) στα παλαιότερα των υποδημάτων μου βλ. γράφω, έγινε η γλώσσα μου τσαρούχι/παπούτσι βλ. γλώσσα [< μεσν. παπούτσι(ον) < τουρκ. papuç, pabuç] | |
| 38240 | παπουτσίδικο | βλ. παπουτσάδικο |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ