| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38241 | παπουτσοθήκη | πα-που-τσο-θή-κη ουσ. (θηλ.): κατασκευή ή έπιπλο για τοποθέτηση υποδημάτων. Βλ. -θήκη. | |
| 38242 | παππάς | βλ. παπάς | |
| 38243 | πάππος | πάπ-πος ουσ. (αρσ.) (απαρχαιωμ.): παππούς· κυρ. στη ● ΦΡ.: (από) πάππου προς πάππου: με πατροπαράδοτο τρόπο, σύμφωνα με την παράδοση: Η επιχείρησή μας είναι οικογενειακή ~ ~. Πβ. από γενιά σε γενιά. [< αρχ. πάππος] | |
| 38244 | παππούδια | παπ-πού-δια ουσ. (ουδ.) & παπούδια (τα) 1. (προφ.-συνήθ. μειωτ.) παππούδες ή συνηθέστ. άτομα που είναι ή μοιάζουν μεγάλης ηλικίας. 2. ΜΑΓΕΙΡ. (διαλεκτ.) πολυσπόρια. | |
| 38245 | παππούς | παπ-πούς ουσ. (αρσ.) {παππ-ούδες} 1. ο πατέρας του πατέρα ή της μητέρας κάποιου: ο ~ και τα εγγόνια του. Τα παραμύθια των ~ούδων μας. Πβ. πάππος. Βλ. προπάππους. 2. (κατ' επέκτ.-προφ.) γέρος, ηλικιωμένος: Αισθάνεται ~. (ως προσφών.) Πρόσεχε, ~ού!|| (για άνδρα που, αν και έχει γεράσει, παραμένει στην ενεργό δράση:) Οι ~ούδες της ροκ. Βλ. μειράκιο. ● παππούδες (οι) (+ γεν. προσωπ. αντων.) 1. ο παππούς και η γιαγιά: Πήγα στους ~ μου. 2. πρόγονοι: Ήδη από την εποχή των ~ων μας ... ● Υποκ.: παππούλης (ο) (οικ.): ηλικιωμένος ιερέας ή μοναχός. ● ΦΡ.: έλα, παππού/παππούλη (μου), να σου δείξω τ' αμπελοχώραφά/τ' αμπέλια σου (παροιμ.): ως ειρωνική απάντηση σε κάποιον που παριστάνει τον γνώστη ενός ζητήματος, το οποίο ο ομιλητής κατέχει σε βάθος, ή που προσπαθεί να του υποδείξει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ενεργήσει. [< μεσν. παππούς < αρχ. πάππος] | |
| 38246 | πάπρικα | πά-πρι-κα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. είδος κόκκινου πιπεριού με καυτερή γεύση που χρησιμοποιείται ως καρύκευμα. Βλ. καγιέν, μπούκοβο, ταμπάσκο, τσίλι. ΣΥΝ. κοκκινοπίπερο [< σλαβ. paprika, γαλλ. ~, 1922] | |
| 38247 | παπυρικός | , ή, ό πα-πυ-ρι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΛ. που σχετίζεται με πάπυρο: ~ά: αποσπάσματα/ευρήματα/κείμενα. [< μτγν. παπυρικός, αγγλ. papyrian] | |
| 38248 | παπυρολογία | πα-πυ-ρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΦΙΛΟΛ. επιστημονικός κλάδος που έχει ως αντικείμενο την ανάγνωση, μελέτη και συντήρηση των παπυρικών κειμένων που έχουν σωθεί από την αρχαιότητα. Βλ. επιγραφική, κωδικολογία, παλαιογραφία, -λογία. [< γαλλ. papyrologie, 1907, αγγλ. papyrology] | |
| 38249 | παπυρολόγος | πα-πυ-ρο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με ειδίκευση στην παπυρολογία. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. papyrologue, 1907, αγγλ. papyrologist, 1922] | |
| 38250 | πάπυρος | πά-πυ-ρος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύρου} 1. ΒΟΤ. υδρόβιο φυτό (επιστ. ονομασ. Cyperus papyrus) που φύεται κυρ. στις όχθες του Νείλου και των ποταμών της Κεντρικής Αφρικής. 2. (συνεκδ., στην αρχαιότητα) γραφική ύλη από το στέλεχος του ομώνυμου φυτού. 3. ΦΙΛΟΛ. κείμενο γραμμένο πάνω σε φύλλο ή ρολό από πάπυρο: αιγυπτιακοί/αρχαιοελληνικοί ~οι. [< 1,2: μτγν. πάπυρος 3: γαλλ.-αγγλ. papyrus] | |
| 38251 | παρά | πα-ρά πρόθ. (+ αιτ.) 1. & παρ' (πριν από φωνήεν): αντίθετα από: Πήγα ~ τη θέλησή μου. Είναι πολύ ώριμος, ~ το νεαρό της ηλικίας του. ~ τις υποσχέσεις του, δεν ήρθε. ~ τα μέτρα (που πάρθηκαν), το πρόβλημα παραμένει άλυτο. ~ τη βροχή/ζέστη, ... 2. εκφράζει ποσό που υπολείπεται: Είκοσι χρονών ~ δέκα μέρες.|| (για την ώρα:) Στις έξι ~ τέταρτο. (προφ.-προσεγγιστικά:) Έχει πάει δύο ~ (κάτι). 3. (προφ.) εναλλάξ: βδομάδα ~ βδομάδα/μέρα ~ μέρα. 4. (λόγ.) δίπλα, κοντά, πλάι σε: ~ τον ποταμό. ΣΥΝ. παραπλεύρως.|| (+ δοτ., σε παγιωμένες εκφρ.) Υπουργός ~ τω πρωθυπουργώ. ● ΦΡ.: (στο) παρά πέντε βλ. πέντε, από/παρά ποτέ βλ. ποτέ, παρ' αξίαν βλ. αξία, παρ' ελπίδα βλ. ελπίδα, παρ' όλα/παρόλα αυτά βλ. παρόλο, παρ' όλο(ν), -η, -ο βλ. όλος, παρά (πάσαν) προσδοκία(ν) βλ. προσδοκία, παρά θίν' αλός βλ. θίνα, παρά κάτι βλ. κάτι, παρά λίγο/παρ' ολίγο(ν)/παρά τρίχα βλ. λίγο, παρά μίαν τεσσαράκοντα βλ. τεσσαράκοντα, παρά πόδας βλ. πους, παρά το γεγονός ότι .../παρά το ότι .../παρ' ότι ... βλ. γεγονός, παρά φύση έδρα βλ. έδρα, παρά φύσιν/φύση βλ. φύση, στο πλευρό κάποιου βλ. πλευρό [< αρχ. παρά] | |
| 38252 | πάρα | πά-ρα επίρρ. 1. προτάσσεται στο επίθ. πολύς και στο επίρρ. πολύ, επιτείνοντας τη σημασία τους: Πέρασε ~ πολύς καιρός από την τελευταία μας συνάντηση. Οι επίσημοι προσκεκλημένοι ήταν ~ πολλοί. Θέλει ~ πολλή δουλειά ακόμη, για να γίνει άριστος. Έχω ~ πολλές απορίες. Είμαστε φίλες ~ πολλά χρόνια. Μου λείπεις ~ πολύ. 2. (+ επίρρ.) πιο: Μπήκα ~ μέσα (= παραμέσα), για ν' ακούω καλύτερα. Σε παρακαλώ, μη βγουν ~ έξω (= παραέξω)! Βλ. παρα-κάτω, -πάνω. | |
| 38253 | παρά | πα-ρά σύνδ. 1. (με άρνηση) δηλώνει αντίθεση: Δεν ξέρει τίποτα άλλο να κάνει ~ (= εκτός από το) να τραγουδάει. Δεν θέλω τίποτα άλλο ~ εσένα (: θέλω μόνο εσένα). Δεν γίνεται ~ να συμφωνήσω με όσα λες (: οπωσδήποτε θα συμφωνήσω μαζί σου). 2. δηλώνει σύγκριση: Μου αρέσει περισσότερο η σκηνοθεσία ~ η ηθοποιία. Προτιμά να δίνει ~ να παίρνει. ● ΦΡ.: παρά μόνο: για να δηλωθεί εξαίρεση: Δεν τον γνωρίζω, ~ ~ εξ όψεως.|| (εμφατ.) Δεν είναι ~ ~ η αρχή! Δεν μιλάει σε κανέναν ~ ~ σε (: εκτός από) μένα. Δεν ακούγεται κανείς άλλος, (παρά) ~ εσύ!, παρά μόνο αν: (με άρνηση στην κύρια πρόταση) μόνο στην περίπτωση που: Μην μετακινείτε τον πάσχοντα, ~ ~ είναι απόλυτη ανάγκη. Πβ. εκτός/παρεκτός (και/κι) αν., κάλλιο αργά παρά ποτέ βλ. κάλλιο, κάλλιο γαϊδουρόδενε, παρά γαϊδουρογύρευε βλ. γαϊδουροδένω, κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει βλ. κάλλιο, καλύτερα να τον ντύνεις, παρά να τον ταΐζεις βλ. ντύνω [< αρχ. παρά] | |
| 38254 | παρα- | & παρ- & παρά- & πάρ-: α' συνθετικό λέξεων που δηλώνει υπερβολή: παρα-τρώω.|| (Το) παρα-κάνω/(τα) ~λέω. | |
| 38255 | παρα- & παρ- & παρά- & πάρ- | πρόθημα λέξεων∙ δηλώνει 1. τοποθέτηση, θέση σε κοντινό ή παράλληλο σημείο: παρα-θαλάσσιος/~μεθόριος. Παρ-άκτιος.|| Παρα-καθήμενος.|| (κατ' επέκτ.) Παρα-φαρμακευτικός.|| (συμπληρωματικότητα) Παρα-γλώσσα/~κάμερα. 2. σφάλμα, μεταβολή, απόκλιση: παρ-ανάγνωση. Παρά-καιρος (βλ. ά-. ΑΝΤ. επί-).|| Παρ-αλλαγή.|| (αλλοίωση, διαστρέβλωση) Παρα-ποίηση/~χάραξη.|| (εκτροπή) Παρά-νομος (πβ. έκ-. ΑΝΤ. σύν-). Παρα-βατικότητα.|| (αρνητ.) Παρα-δικαστικό (κύκλωμα). Παρα-κράτος. Παρα-οικονομία. Παρα-παιδεία. 3. ΙΑΤΡ. απώλεια λειτουργίας: παρα-λυσία/~πληγία.|| Παρ-αισθησία. 4. επίταση, υπερβολή: παρα-ζάλη. Παρα-δέχομαι/~τείνω. Παρ-αγκωνίζω (βλ. δι-). || παρα-κάνω, παρα-ψήνω. 5. (σε επιρρ.) την έννοια του πιο: παρα-δίπλα/~κεί/~έξω/~κάτω. 6. σύγκριση, συσχετισμός: παρα-βολή.|| (ομοιότητα) Παρα-πλήσιος. 7. υποκατάσταση, δευτερεύουσα θέση: (κυρ. λαϊκό) παρα-γιός/~παίδι (βλ. απο-). 8. αφαίρεση, στέρηση: παρα-γράφω (βλ. κατα-, ξε-). Παρ-οπλίζω (βλ. αφ-).|| Παρ-ακμάζω. | |
| 38256 | παραβαίνω | πα-ρα-βαί-νω ρ. (μτβ.) {παρέβ-η, -ησαν (προφ. πληθ. παραβήκ-αμε, -ατε), παραβώ, παραβαίν-οντας}: παραβιάζω, δεν τηρώ κάτι: ~ουν την απόφαση/τον κανονισμό/τον νόμο/τον όρκο/τον όρο/τη συμφωνία. Παρέβη το καθήκον/τις αρχές του. Παρέβησαν τις εντολές. Πβ. αθετώ. [< αρχ. παραβαίνω] | |
| 38257 | παραβάλλω | πα-ρα-βάλ-λω ρ. (μτβ.) {παρ-έβαλλα, παρ-έβαλα, παρα-βάλει, -βλήθηκε, -βληθεί, παραβάλλ-οντας}: παραλληλίζω, συγκρίνω κάτι με κάτι άλλο: Παρέβαλα το αντίγραφο με το πρωτότυπο για τυχόν λάθη. Πβ. αντι~.|| (ειδικότ.) Η τέχνη του μπορεί να ~βληθεί με ... Πβ. παρομοιάζω. ● παράβαλε (συντομ. πβ.): για τη δήλωση παραπομπής, κυρ. σε κείμενα: πβ. σελ. ... . ● Παθ.: παραβάλλεται {κυρ. στη μτχ. παραβεβλημένος}: ΝΑΥΤ. (για πλοίο) πλευρίζει μόλο ή άλλο πλοίο: Το σκάφος βρίσκεται ~βεβλημένο σε προβλήτα. [< αρχ. παραβάλλω] | |
| 38258 | παραβάν | πα-ρα-βάν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πτυσσόμενη και συρόμενη κατασκευή που χρησιμοποιείται ως διαχωριστικό χώρων: διακοσμητικά ~. Μπορείτε να αλλάξετε ρούχα πίσω από το ~ (= δοκιμαστήριο). ~ γύρω από το κρεβάτι του ασθενούς. Πήγε πίσω από το ~, για να ψηφίσει. Πβ. παραπέτασμα. || ~ τζακιού. [< γαλλ. paravent] | |
| 38259 | παράβαση | πα-ρά-βα-ση ουσ. (θηλ.) 1. παραβίαση που συνεπάγεται κυρώσεις· αδίκημα: ~ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων/των κανονισμών/του ορίου ταχύτητας/των όρων/μιας συμφωνίας (πβ. κατα-πάτηση, -στρατήγηση). ~ διαταγής/εντολής. ~ του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιβολή προστίμου λόγω ~ης των διατάξεων περί ... Σε περίπτωση ~ης της νομοθεσίας, ... Καταδίκη για ~ του νόμου περί ... Πήρε κλήση για ~ του ΚΟΚ. Πβ. αθέτηση. ΑΝΤ. τήρηση.|| Πειθαρχική ~. ~ ντόπινγκ. Αγορανομικές/διοικητικές/ποινικές/πολεοδομικές/τελωνειακές/τροχαίες/υγειονομικές/φορολογικές ~άσεις. Άρση/τέλεση της ~ης. Η σοβαρότητα μιας ~ης. Σωρεία ~άσεων. Διαπράττω/κάνω/υποπίπτω σε ~. Πβ. παράπτωμα, παρατυπία, πταίσμα. 2. ΦΙΛΟΛ. τυπικό μέρος της αττικής κωμωδίας, κατά το οποίο διακόπτεται προσωρινά η δράση, οι υποκριτές αποχωρούν από την ορχήστρα και ο ποιητής, διά στόματος του χορού, σχολιάζει την επικαιρότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: παράβαση καθήκοντος βλ. καθήκον ● ΦΡ.: κατά παράβαση (επίσ.): παραβαίνοντας: Ενήργησε ~ ~ του Συντάγματος. [< 1: μτγν. παράβασις, γαλλ. contravention 2: μτγν.~, γαλλ. parabase, αγγλ. parabasis, γερμ. Parabase] | |
| 38260 | παραβάτης | πα-ρα-βά-της ουσ. (αρσ.) {(σπάν.) θηλ. παραβάτ-ιδα κ. -ισσα κ. (λόγ.) -ις}: αυτός που παραβαίνει κανονισμό, νόμο, εντολή: Ο ~ τιμωρήθηκε με φυλάκιση ... ετών. Ανήλικοι ~ες. Πρόστιμα στους ~ες. Οι ~ες διώκονται ποινικώς. Πβ. παραπτωματίας. ΑΝΤ. τηρητής [< αρχ. παραβάτης] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ