| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38226 | παπατζιλίκι | πα-πα-τζι-λί-κι ουσ. (ουδ.) & παπατζηλίκι (λαϊκό): απατεωνιά, ψευτιά: Του πούλησε ~ ότι τάχα ... Ρε, άσε τα ~ια. Πβ. δόλος, κομπίνα. | |
| 38228 | παπί | πα-πί ουσ. (ουδ.) ΣΥΝ. παπάκι 1. μικρή πάπια. 2. δίκυκλο μηχανοκίνητο όχημα μικρού κυβισμού. ● ΦΡ.: κάνω κάποιον/γίνομαι μούσκεμα/παπί/λούτσα βλ. μούσκεμα [< 1: μεσν. παπί(ν)] | |
| 38229 | πάπια | πά-πια ουσ. (θηλ.) 1. ΟΡΝΙΘ. κοινή ονομασία νηκτικών υδρόβιων πτηνών (επιστ. ονομασ. Anas) με κοντό κυρτό λαιμό και πλατύ ράμφος, μακρύ και πλατύ σώμα, κοντά πόδια και πυκνά ελαφριά φτερά, συνήθ. λευκού ή γκρι χρώματος· συνεκδ. το κρέας της: άγρια ~ (= αγριόπαπια). Οικόσιτη ~. Καταδυτικές ~ιες. ~ιες επιφανείας. Κυνήγι/πούπουλα ~ιας. Εκτροφή ~ιας για το κρέας, τα φτερά και τα αβγά της. ΣΥΝ. νήσσα. Βλ. βαλτό~, κυνηγό~, μαυρό~, πουπουλό~, τσικνό~, παπάκι, φαλαρίδα, χήνα.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Καπνιστή ~. ~ γεμιστή/ψητή. ~ με πορτοκάλι. Στήθος/συκώτι (βλ. φουά-γκρα)/φιλέτο ~ιας. 2. πλατύ ουροδοχείο με μακρύ λαιμό για ασθενείς καθηλωμένους στο κρεβάτι. ΣΥΝ. δοχείο νυκτός ● Υποκ.: παπίτσα (η) ● ΦΡ.: κάνει την πάπια/το κορόιδο (προφ.): προσποιείται τον ανήξερο ή τον αφελή, κάνει πως δεν ξέρει ή δεν καταλαβαίνει. Πβ. κάνω τα στραβά μάτια, κάνει πως δεν βλέπει, σφυρίζω αδιάφορα/κλέφτικα. ΣΥΝ. κάνει τον Κινέζο, κάνω/παριστάνω τον ψόφιο κοριό, ποιεί τη(ν) νήσσα(ν), περπατά σαν πάπια (ειρων.): δηλ. με ανοιχτά τα πόδια, γέρνοντας μία προς τα αριστερά και μία προς τα δεξιά. [< μεσν. πάπια] | |
| 42070 | Πάπια | που-που-λό-πα-πια ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. πάπια μεγάλου μεγέθους (επιστ. ονομασ. Somateria mollissima) με πολύ μαλακό πούπουλο, η οποία ζει στις ψυχρές περιοχές του Β. ημισφαιρίου. | |
| 38230 | παπιγιόν | πα-πι-γιόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & παπιόν: είδος επίσημου λαιμοδέτη που δένεται σε σχήμα φιόγκου και μοιάζει με πεταλούδα: Φορούσε ~ και σμόκιν. Βλ. γραβάτα. [< γαλλ. papillon] | |
| 38231 | παπικός | , ή, ό πα-πι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον πάπα, με τον καθολικισμό: ~ός: επίσκοπος/θρόνος. ~ή: βούλα/έδρα/εξουσία/τιάρα. ~ό: πρωτείο. Πβ. ποντιφικός. ● Ουσ.: Παπικοί (οι): οι καθολικοί. ● ΣΥΜΠΛ.: η Παπική Εκκλησία: η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία., το Παπικό κράτος: το Βατικανό. ● ΦΡ.: το αλάθητο του Πάπα βλ. πάπας [< ιταλ. papale, γαλλ. papal] | |
| 38232 | παπισμός | πα-πι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. καθολικισμός. Βλ. -ισμός. [< ιταλ. papismo, γαλλ. papisme] | |
| 38233 | πάπλωμα | πά-πλω-μα ουσ. (ουδ.) {παπλώμ-ατος | -ατα} 1. κλινοσκέπασμα γεμισμένο με βαμβάκι, μαλλί, πούπουλα, υαλοβάμβακα ή άλλο υλικό: διπλό/μονό/υπέρδιπλο ~. Βλ. κουβέρτα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ινώδες θερμοηχομονωτικό υλικό: οικοδομικό ~. ~ πετροβάμβακα/υαλοβάμβακα. ~ με κοτετσόσυρμα. ● Υποκ.: παπλωματάκι (το) ● ΦΡ.: απλώνω τα πόδια μου μέχρι/ως εκεί που φτάνει το πάπλωμά μου (μτφ.-προφ.): ενεργώ βάσει των δυνατοτήτων μου., ο καβγάς είναι για το πάπλωμα (μτφ.-προφ.): η πραγματική αλλά κρυφή αιτία της σύγκρουσης είναι το συμφέρον., τον πλάκωσε το πάπλωμα (ειρων.): άργησε να ξυπνήσει. [< μεσν. (ε)πάπλωμα < ἐφάπλωμα] | |
| 38234 | παπόρι | βλ. βαπόρι | |
| 38235 | παποσύνη | πα-πο-σύ-νη ουσ. (θηλ.): η εξουσία, το αξίωμα του πάπα ή το χρονικό διάστημα που το κατέχει. Βλ. -οσύνη. [< γαλλ. papauté] | |
| 38236 | παπούδια | βλ. παππούδια | |
| 38237 | παπουτσάδικο | πα-που-τσά-δι-κο ουσ. (ουδ.) & παπουτσίδικο (λαϊκό): κατάστημα πώλησης ή/και επιδιόρθωσης παπουτσιών. Πβ. τσαγκαράδικο, υποδηματοπωλείο. Βλ. -άδικο. [< μεσν. παπουτσήδικον] | |
| 38238 | παπουτσάκια | πα-που-τσά-κια ουσ. (ουδ.) (τα): ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό φούρνου από μελιτζάνες κομμένες στη μέση, οι οποίες γεμίζονται με κιμά και καλύπτονται με μπεσαμέλ. | |
| 38239 | παπούτσι | πα-πού-τσι ουσ. (ουδ.) {παπουτσ-ιού | -ιών}: προστατευτικό κάλυμμα του ποδιού από σκληρό ανθεκτικό υλικό, το οποίο συνήθ. δεν ξεπερνά τον αστράγαλο: ανδρικά/γυναικεία/παιδικά ~ια. Ανοιχτά (βλ. ξώφτερνος)/δερμάτινα/δετά/καινούργια/καλά/καλοκαιρινά/κομψά/μαλακά/μυτερά/πάνινα/σπορ/τρύπια/υφασμάτινα/χειροποίητα ~ια. Ίσια/χαμηλά (= χαμηλοτάκουνα)/ψηλά (= ψηλοτάκουνα) ~ια. Ανατομικά/ορθοπαιδικά ~ια. Ορειβατικά (βλ. τρακτερωτός)/ποδοσφαιρικά (βλ. τάπα2) ~ια. ~ια του μπάσκετ/μπόουλινγκ/τένις. ~ια ασφαλείας/εργασίας/πεζοπορίας. Αθλητικά ~ια με καρφιά. ~ια για τρέξιμο. Η γλώσσα/τα κορδόνια/η μύτη (βλ. ψίδι)/ο πάτος/η σόλα (βλ. πέλμα) του ~ιού. Ρούχα/τσάντες και ~ια. Βαφή/βερνίκι/γυαλιστικό ~ιών. Ένα ζευγάρι ~ια. Φοράω μεγάλο νούμερο ~. Δεν μου κάνουν/μπαίνουν τα ~ια. Με στενεύουν/με χτυπάνε τα ~ια. Προβάρω ~ια. Τα ~ια μού είναι μεγάλα/μικρά. Πβ. υπόδημα. Βλ. αρβύλα, γόβα, μπότα, πέδιλο, σαγιονάρα. ● Υποκ.: παπουτσάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: χρυσό παπούτσι: ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) ετήσιο βραβείο που απονέμεται στον καλύτερο σκόρερ της Α' κατηγορίας των εθνικών πρωταθλημάτων της Ευρώπης, με βάση τον συντελεστή δυσκολίας κάθε πρωταθλήματος, όπως αυτός καθορίζεται από την ΟΥΕΦΑ. [< γαλλ. Soulier d'Or, 1968] ● ΦΡ.: γλώσσα παπούτσι, μυαλό κουκούτσι (παροιμ.): για κάποιον που φλυαρεί απερίσκεπτα., κρέμασε τα παπούτσια του (μτφ., για ποδοσφαιριστή): σταμάτησε το ποδόσφαιρο., με μισό παπούτσι (προφ.): πολύ φτωχός: Ξεκίνησε απ' το χωριό του ~ ~, για να έρθει στην πόλη να σπουδάσει., παπούτσι απ' τον τόπο σου κι ας είναι (/είν' και) μπαλωμένο (παροιμ.): είναι προτιμότερος ο γάμος με συμπατριώτη ή συμπατριώτισσα και κατ' επέκτ. είναι καλύτερη η αγορά εγχώριου προϊόντος, ακόμα κι αν έχει ελαττώματα., του έβαλε/του έχει βάλει τα δυο πόδια σ' ένα παπούτσι (προφ.): του έχει επιβληθεί, τον κάνει ό,τι θέλει. Βλ. σαν (το) σκυλάκι., του έδωσε/του 'δωσε τα παπούτσια στο χέρι & πήρε τα παπούτσια στο χέρι (προφ.): τον έδιωξε, τον χώρισε., γράφω (κάποιον/κάτι) στα παλιά μου τα παπούτσια/(λόγ.) στα παλαιότερα των υποδημάτων μου βλ. γράφω, έγινε η γλώσσα μου τσαρούχι/παπούτσι βλ. γλώσσα [< μεσν. παπούτσι(ον) < τουρκ. papuç, pabuç] | |
| 38240 | παπουτσίδικο | βλ. παπουτσάδικο | |
| 38241 | παπουτσοθήκη | πα-που-τσο-θή-κη ουσ. (θηλ.): κατασκευή ή έπιπλο για τοποθέτηση υποδημάτων. Βλ. -θήκη. | |
| 38242 | παππάς | βλ. παπάς | |
| 38243 | πάππος | πάπ-πος ουσ. (αρσ.) (απαρχαιωμ.): παππούς· κυρ. στη ● ΦΡ.: (από) πάππου προς πάππου: με πατροπαράδοτο τρόπο, σύμφωνα με την παράδοση: Η επιχείρησή μας είναι οικογενειακή ~ ~. Πβ. από γενιά σε γενιά. [< αρχ. πάππος] | |
| 38244 | παππούδια | παπ-πού-δια ουσ. (ουδ.) & παπούδια (τα) 1. (προφ.-συνήθ. μειωτ.) παππούδες ή συνηθέστ. άτομα που είναι ή μοιάζουν μεγάλης ηλικίας. 2. ΜΑΓΕΙΡ. (διαλεκτ.) πολυσπόρια. | |
| 38245 | παππούς | παπ-πούς ουσ. (αρσ.) {παππ-ούδες} 1. ο πατέρας του πατέρα ή της μητέρας κάποιου: ο ~ και τα εγγόνια του. Τα παραμύθια των ~ούδων μας. Πβ. πάππος. Βλ. προπάππους. 2. (κατ' επέκτ.-προφ.) γέρος, ηλικιωμένος: Αισθάνεται ~. (ως προσφών.) Πρόσεχε, ~ού!|| (για άνδρα που, αν και έχει γεράσει, παραμένει στην ενεργό δράση:) Οι ~ούδες της ροκ. Βλ. μειράκιο. ● παππούδες (οι) (+ γεν. προσωπ. αντων.) 1. ο παππούς και η γιαγιά: Πήγα στους ~ μου. 2. πρόγονοι: Ήδη από την εποχή των ~ων μας ... ● Υποκ.: παππούλης (ο) (οικ.): ηλικιωμένος ιερέας ή μοναχός. ● ΦΡ.: έλα, παππού/παππούλη (μου), να σου δείξω τ' αμπελοχώραφά/τ' αμπέλια σου (παροιμ.): ως ειρωνική απάντηση σε κάποιον που παριστάνει τον γνώστη ενός ζητήματος, το οποίο ο ομιλητής κατέχει σε βάθος, ή που προσπαθεί να του υποδείξει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ενεργήσει. [< μεσν. παππούς < αρχ. πάππος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ