| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38261 | παραβατικός | , ή, ό πα-ρα-βα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την παράβαση ή τον παραβάτη: ~ή: πράξη/συμπεριφορά. ~οί: έφηβοι. ~ές: ενέργειες. Πβ. παραπτωματικός. [< μτγν. παραβατικός] | |
| 38262 | παραβατικότητα | πα-ρα-βα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): παραβίαση κανόνων, παράνομη δράση ή συμπεριφορά: εφηβική/νεανική/παιδική ~. ~ ανηλίκων. Πβ. παραπτωματικότητα. Βλ. -ότητα. [< πβ. αγγλ. (juvenile) delinquency, γαλλ. déliquance (juvénile), 1926] | |
| 38263 | παραβγαίνω | πα-ρα-βγαί-νω ρ. (αμτβ.) {παραβγήκα, παραβγεί} (προφ.) 1. συναγωνίζομαι: ~ κάποιον σε αξία/σε δύναμη/σε ομορφιά. Κανείς δεν μπορεί να του παραβγεί στο τρέξιμο (: κανείς δεν μπορεί να τον νικήσει). ΣΥΝ. αναμετριέμαι 2. βγαίνω πάρα πολύ συχνά από το σπίτι, κυρ. για διασκέδαση: ~ουν έξω για φαγητό. 3. {συνήθ. στο γ' πρόσ. αορ.} αποδεικνύομαι ότι έχω μια ιδιότητα σε υπερβολικό βαθμό: Το σχόλιο παραβγήκε μεγάλο. [< μεσν. παραβγαίνω 'παρανομώ'] | |
| 38264 | παραβιάζω | πα-ρα-βι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {παραβία-σα, παραβιά-σω, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, παραβιάζ-οντας, παραβια-σμένος} 1. δεν τηρώ: ~σε τους κανόνες/τους όρους του συμβολαίου. ~σαν την απόφαση του συνεδρίου/την εκεχειρία/τον νόμο περί .... ~ει τη συνείδησή του. ~εται η αρχή της ισότητας/η δημοκρατία/η νομιμότητα/το Σύνταγμα. ~ονται (βάναυσα/καθημερινά/συστηματικά) τα ανθρώπινα δικαιώματα. ~στηκε η συμφωνία/συνθήκη. Πβ. αθετώ, καταπατώ, παραβαίνω. ΑΝΤ. σέβομαι.|| (για οδηγό:) ~σε το όριο ταχύτητας/το στοπ. Πβ. αψηφώ.|| (ΑΘΛ., στο ποδόσφαιρο:) ~στηκε η εστία (= μπήκε γκολ). 2. καταφέρνω να απασφαλίσω, με παράνομο τρόπο, μηχανισμό ή σύστημα ασφαλείας, για να κλέψω κάτι· εισχωρώ σε απαγορευμένο μέρος: ~σε την κλειδαριά/το χρηματοκιβώτιο. ~σαν το παγκάρι της εκκλησίας/το παράθυρο/την πόρτα. ~σμένο: αυτοκίνητο/διαμέρισμα. Πβ. ανοίγω, διαρρηγνύω.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~σαν τον κωδικό πρόσβασης (= έσπασαν)/λογαριασμό/υπολογιστή (βλ. χάκερ).|| ~στηκε το πανεπιστημιακό άσυλο.|| (για ξένο αεροσκάφος/πλοίο) ~σε τον εθνικό εναέριο χώρο/τα χωρικά ύδατα.|| (μτφ.) ~εται η ιδιωτική ζωή. ~στηκαν προσωπικά δεδομένα. ● ΦΡ.: παραβιάζω ανοιχτές θύρες/πόρτες & (σπάν.) πύλες: αναφέρομαι σε κάτι ήδη γνωστό, προφανές και αυτονόητο: ~ει ~, επαναλαμβάνοντας συνεχώς την ανάγκη εξεύρεσης λύσης. [< αγγλ. force an open door] [< μτγν. παραβιάζω ‘εξαναγκάζω, ασκώ βία’, γαλλ. violer] | |
| 38265 | παραβίαση | πα-ρα-βί-α-ση ουσ. (θηλ.) 1. αθέτηση επίσημης συμφωνίας, καταπάτηση νόμου: ~ του Διεθνούς Δικαίου/του ιατρικού απορρήτου/κανονισμού/της νομοθεσίας/συνθήκης. ~ του ΚΟΚ. ~ των ανθρωπίνων/πνευματικών δικαιωμάτων. Πβ. καταστρατήγηση. ΑΝΤ. τήρηση (1) 2. παράνομη απασφάλιση συστήματος ασφαλείας ή εισχώρηση σε απαγορευμένο μέρος: ~ της κλειδαριάς/της πόρτας (πβ. διάρρηξη)/του χρηματοκιβωτίου. Πβ. σπάσιμο.|| ~ του (εθνικού) εναέριου/θαλάσσιου χώρου (βλ. υπερπτήση). ~ του πανεπιστημιακού ασύλου/των συνόρων.|| (μτφ.) ~ των προσωπικών δεδομένων. [< μτγν. παραβίασις ‘εξαναγκασμός’, γαλλ. violation] | |
| 38266 | παραβλάπτω | πα-ρα-βλά-πτω ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ.} (λόγ.): βλάπτω, ζημιώνω: Η απόφαση αυτή ~ει τα συμφέροντα των εργαζομένων. ΑΝΤ. ωφελώ [< μτγν. παραβλάπτω] | |
| 38267 | παραβλάστημα | πα-ρα-βλά-στη-μα ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΒΟΤ. παραφυάδα. [< μτγν. παραβλάστημα] | |
| 38268 | παραβλέπω | πα-ρα-βλέ-πω ρ. (μτβ.) {παρέβλε-ψα (προφ.) παράβλεψα, παραβλέπ-οντας}: δεν λαμβάνω υπόψη μου κάτι, αδιαφορώ, συνήθ. σκόπιμα: Χωρίς να ~ τα αρνητικά σημεία, θεωρώ ότι τα θετικά υπερισχύουν. Δεν μπορώ να ~ συνέχεια τα λάθη του (πβ. ανέχομαι, αντιπαρέρχομαι, παρακάμπτω). ~ει τις εντολές του/τους κινδύνους (πβ. αψηφώ). ~ψαν (= παρέλειψαν) να μας ενημερώσουν. ~οντας το γεγονός ότι ... Πβ. παρορώ. ΣΥΝ. αγνοώ (2), παραθεωρώ ● ΦΡ.: βλέπω και παραβλέπω (προφ.-εμφατ.): βλέπω πάρα πολύ καλά. [< μτγν. παραβλέπω] | |
| 38269 | παράβλεψη | πα-ρά-βλε-ψη ουσ. (θηλ.): αδιαφορία για κάτι· κατ' επέκτ. παράλειψη: ~ των κανόνων ασφαλείας.|| Το λάθος οφείλεται σε δική μας ~. [< μτγν. παράβλεψις] | |
| 38270 | παράβλημα | πα-ρά-βλη-μα ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. κατασκεύασμα από πλέγμα σχοινιών, δέρμα, λάστιχο ή άλλο υλικό που τοποθετείται στα πλευρά πλοίου, για να το προφυλάσσει από ενδεχόμενη σύγκρουση ή επαφή με άλλα αγκυροβολημένα πλοία ή με την προβλήτα. ΣΥΝ. μπαλόνι (5) [< αρχ. παράβλημα] | |
| 38271 | παραβολή | πα-ρα-βο-λή ουσ. (θηλ.) 1. (κυρ. στο Ευαγγέλιο) σύντομη αλληγορική αφήγηση με ηθικοδιδακτικό περιεχόμενο: οι ~ές του Χριστού (π.χ. η ~ του Ασώτου/των Δέκα Παρθένων/του Καλού Σαμαρείτη). 2. ΓΕΩΜ. επίπεδη καμπύλη της οποίας κάθε σημείο ισαπέχει από δεδομένο σημείο (εστία) και δεδομένη ευθεία (διευθετούσα): εξίσωση ~ής. Βλ. υπερβολή. 3. (σπάν.) αντιπαραβολή. 4. ΝΑΥΤ. πλεύριση: δικαιώματα ~ής. [< μτγν. παραβολή, γαλλ.-αγγλ. parabole 3: αρχ.~] | |
| 38272 | παραβολικός | , ή, ό πα-ρα-βο-λι-κός επίθ. 1. ΓΕΩΜ. που σχετίζεται με το σχήμα της παραβολής: ~ός: κύλινδρος.|| (ΤΗΛΕΠ.) ~ή: κεραία.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ή: τροχιά.|| (ΟΠΤ.) ~ό: κάτοπτρο. 2. αλληγορικός, διδακτικός: ~ός: λόγος. ~ή: ιστορία. [< μτγν. παραβολικός, γαλλ. parabolique, αγγλ. parabolic] | |
| 38273 | παράβολο | πα-ρά-βο-λο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνηθέστ. λόγ.) -όλου}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. ειδικό έγγραφο πάνω στο οποίο αναγράφεται το χρηματικό ποσό που προκαταβάλλει κάποιος σε δημόσιο ταμείο για την άσκηση ορισμένου δικαιώματος· συνεκδ. το αντίστοιχο χρηματικό ποσό: ηλεκτρονικό ~. Δικαστικά ~α. [< αρχ. παράβολον 'προκαταβολή χρηματικού ποσού πριν από την εκδίκαση έφεσης'] | |
| 38274 | παραβολοειδής | , ής, ές πα-ρα-βο-λο-ει-δής επίθ.: ΓΕΩΜ. που έχει το σχήμα παραβολής. Βλ. -ειδής. [< μτγν. παραβολοειδής 'που χρησιμεύει ως παραβολή', γαλλ. paraboloïdal, αγγλ. paraboloidal] | |
| 38275 | παραβρίσκομαι | βλ. παρευρίσκομαι | |
| 38276 | παράβυστος | , η, ο πα-ρά-βυ-στος επίθ.: μόνο στη ● ΦΡ.: εν κρυπτώ (και παραβύστω) βλ. κρυπτός [< αρχ. παράβυστος ‘απόμερος, κρυμμένος’] | |
| 38277 | παραγάδι | πα-ρα-γά-δι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): αλιευτικό όργανο που αποτελείται από μια μακριά πετονιά πάνω στην οποία κρέμονται πολλά αγκίστρια. Βλ. μεσινέζα. ΣΥΝ. πολυάγκιστρο [< μεσν. παραγαύδιον < παραγαύδης ‘ένδυμα με πορφυρή διακόσμηση’ < λατ. paragauda ‘πορφυρή ή χρυσή ταινία που ράβεται σε ύφασμα και το ίδιο το φόρεμα] | |
| 38278 | παραγγελιά | πα-ραγ-γε-λιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. τραγούδι που ζητά από την ορχήστρα πελάτης νυχτερινού κέντρου διασκέδασης, για να το ακούσει ή να το χορέψει μόνος ή με την παρέα του. 2. παραγγελία. [< μεσν. παραγγελιά] | |
| 38279 | παραγγελία | πα-ραγ-γε-λί-α ουσ. (θηλ.) 1. εντολή πελάτη, με την οποία ζητά να προμηθευτεί συγκεκριμένο προϊόν: εμπορική/μαζική/ομαδική ~. Ηλεκτρονική (: μέσω διαδικτύου)/τηλεφωνική ~. ~ ανταλλακτικών/βιβλίων. ~ με πιστωτική κάρτα. Κωδικός ~ας. Συμπλήρωση φόρμας ~ας. Ακύρωση/εξόφληση/υποβολή ~ας. ~ες εξωτερικού/εσωτερικού/λιανικής/χονδρικής. Αύξηση ...% στις βιομηχανικές ~ες της ευρωζώνης. (για παραγγελιοδότη:) Κάνω ~ (= παραγγέλνω). (για παραγγελιοδόχο:) Δέχομαι/παίρνω ~ες.|| Τα έπιπλα έγιναν ειδική ~ (σε ξυλουργό).|| ~ πίτσας (βλ. ντελίβερι). (σε εστιατόριο, καφετέρια) Δίνω την ~ μου (στον σερβιτόρο). Πβ. παραγγελιά. 2. (συνεκδ.) ό,τι έχει παραγγείλει κάποιος: αποστολή/επιστροφή/παράδοση/παραλαβή της ~ας (: του εμπορεύματος).|| Άργησε/έφτασε η ~ (: το φαγητό, το γλυκό ή το ποτό) μας. 3. (γενικότ.) απαίτηση που διαβιβάζεται σε κάποιον: (ΝΟΜ.) εισαγγελική ~ (= εντολή). ● ΦΡ.: κατά παραγγελία: με απαίτηση, εντολή κάποιου ή σύμφωνα με τις επιθυμίες του: έργα/κατασκευές ~ ~., κατόπιν παραγγελίας & (λόγ.) επί παραγγελία: με παραγγελία: Το προϊόν είναι διαθέσιμο μόνο ~ ~ (: δεν είναι δηλ. ετοιμοπαράδοτο)., ούτε παραγγελία (να το έκανα/είχα κάνει) (προφ.): για κάτι που έγινε συμπτωματικά, τυχαία όπως ακριβώς ήθελε ο ομιλητής. [< αρχ. παραγγελία] | |
| 38280 | παραγγελιοδότης | πα-ραγ-γε-λι-ο-δό-της ουσ. (αρσ.): αυτός που έχει δώσει εμπορική συνήθ. παραγγελία. Βλ. -δότης. ΑΝΤ. παραγγελιοδόχος |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ