| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38266 | παραβλάπτω | πα-ρα-βλά-πτω ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ.} (λόγ.): βλάπτω, ζημιώνω: Η απόφαση αυτή ~ει τα συμφέροντα των εργαζομένων. ΑΝΤ. ωφελώ [< μτγν. παραβλάπτω] | |
| 38267 | παραβλάστημα | πα-ρα-βλά-στη-μα ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΒΟΤ. παραφυάδα. [< μτγν. παραβλάστημα] | |
| 38268 | παραβλέπω | πα-ρα-βλέ-πω ρ. (μτβ.) {παρέβλε-ψα (προφ.) παράβλεψα, παραβλέπ-οντας}: δεν λαμβάνω υπόψη μου κάτι, αδιαφορώ, συνήθ. σκόπιμα: Χωρίς να ~ τα αρνητικά σημεία, θεωρώ ότι τα θετικά υπερισχύουν. Δεν μπορώ να ~ συνέχεια τα λάθη του (πβ. ανέχομαι, αντιπαρέρχομαι, παρακάμπτω). ~ει τις εντολές του/τους κινδύνους (πβ. αψηφώ). ~ψαν (= παρέλειψαν) να μας ενημερώσουν. ~οντας το γεγονός ότι ... Πβ. παρορώ. ΣΥΝ. αγνοώ (2), παραθεωρώ ● ΦΡ.: βλέπω και παραβλέπω (προφ.-εμφατ.): βλέπω πάρα πολύ καλά. [< μτγν. παραβλέπω] | |
| 38269 | παράβλεψη | πα-ρά-βλε-ψη ουσ. (θηλ.): αδιαφορία για κάτι· κατ' επέκτ. παράλειψη: ~ των κανόνων ασφαλείας.|| Το λάθος οφείλεται σε δική μας ~. [< μτγν. παράβλεψις] | |
| 38270 | παράβλημα | πα-ρά-βλη-μα ουσ. (ουδ.): ΝΑΥΤ. κατασκεύασμα από πλέγμα σχοινιών, δέρμα, λάστιχο ή άλλο υλικό που τοποθετείται στα πλευρά πλοίου, για να το προφυλάσσει από ενδεχόμενη σύγκρουση ή επαφή με άλλα αγκυροβολημένα πλοία ή με την προβλήτα. ΣΥΝ. μπαλόνι (5) [< αρχ. παράβλημα] | |
| 38271 | παραβολή | πα-ρα-βο-λή ουσ. (θηλ.) 1. (κυρ. στο Ευαγγέλιο) σύντομη αλληγορική αφήγηση με ηθικοδιδακτικό περιεχόμενο: οι ~ές του Χριστού (π.χ. η ~ του Ασώτου/των Δέκα Παρθένων/του Καλού Σαμαρείτη). 2. ΓΕΩΜ. επίπεδη καμπύλη της οποίας κάθε σημείο ισαπέχει από δεδομένο σημείο (εστία) και δεδομένη ευθεία (διευθετούσα): εξίσωση ~ής. Βλ. υπερβολή. 3. (σπάν.) αντιπαραβολή. 4. ΝΑΥΤ. πλεύριση: δικαιώματα ~ής. [< μτγν. παραβολή, γαλλ.-αγγλ. parabole 3: αρχ.~] | |
| 38272 | παραβολικός | , ή, ό πα-ρα-βο-λι-κός επίθ. 1. ΓΕΩΜ. που σχετίζεται με το σχήμα της παραβολής: ~ός: κύλινδρος.|| (ΤΗΛΕΠ.) ~ή: κεραία.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) ~ή: τροχιά.|| (ΟΠΤ.) ~ό: κάτοπτρο. 2. αλληγορικός, διδακτικός: ~ός: λόγος. ~ή: ιστορία. [< μτγν. παραβολικός, γαλλ. parabolique, αγγλ. parabolic] | |
| 38273 | παράβολο | πα-ρά-βο-λο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνηθέστ. λόγ.) -όλου}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. ειδικό έγγραφο πάνω στο οποίο αναγράφεται το χρηματικό ποσό που προκαταβάλλει κάποιος σε δημόσιο ταμείο για την άσκηση ορισμένου δικαιώματος· συνεκδ. το αντίστοιχο χρηματικό ποσό: ηλεκτρονικό ~. Δικαστικά ~α. [< αρχ. παράβολον 'προκαταβολή χρηματικού ποσού πριν από την εκδίκαση έφεσης'] | |
| 38274 | παραβολοειδής | , ής, ές πα-ρα-βο-λο-ει-δής επίθ.: ΓΕΩΜ. που έχει το σχήμα παραβολής. Βλ. -ειδής. [< μτγν. παραβολοειδής 'που χρησιμεύει ως παραβολή', γαλλ. paraboloïdal, αγγλ. paraboloidal] | |
| 38275 | παραβρίσκομαι | βλ. παρευρίσκομαι | |
| 38276 | Παραβυστος | , η, ο πα-ρά-βυ-στος επίθ.: μόνο στη ● ΦΡ.: εν κρυπτώ (και παραβύστω) βλ. κρυπτός [< αρχ. παράβυστος ‘απόμερος, κρυμμένος’] | |
| 38277 | παραγάδι | πα-ρα-γά-δι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): αλιευτικό όργανο που αποτελείται από μια μακριά πετονιά πάνω στην οποία κρέμονται πολλά αγκίστρια. Βλ. μεσινέζα. ΣΥΝ. πολυάγκιστρο [< μεσν. παραγαύδιον < παραγαύδης ‘ένδυμα με πορφυρή διακόσμηση’ < λατ. paragauda ‘πορφυρή ή χρυσή ταινία που ράβεται σε ύφασμα και το ίδιο το φόρεμα] | |
| 38278 | παραγγελιά | πα-ραγ-γε-λιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. τραγούδι που ζητά από την ορχήστρα πελάτης νυχτερινού κέντρου διασκέδασης, για να το ακούσει ή να το χορέψει μόνος ή με την παρέα του. 2. παραγγελία. [< μεσν. παραγγελιά] | |
| 38279 | παραγγελία | πα-ραγ-γε-λί-α ουσ. (θηλ.) 1. εντολή πελάτη, με την οποία ζητά να προμηθευτεί συγκεκριμένο προϊόν: εμπορική/μαζική/ομαδική ~. Ηλεκτρονική (: μέσω διαδικτύου)/τηλεφωνική ~. ~ ανταλλακτικών/βιβλίων. ~ με πιστωτική κάρτα. Κωδικός ~ας. Συμπλήρωση φόρμας ~ας. Ακύρωση/εξόφληση/υποβολή ~ας. ~ες εξωτερικού/εσωτερικού/λιανικής/χονδρικής. Αύξηση ...% στις βιομηχανικές ~ες της ευρωζώνης. (για παραγγελιοδότη:) Κάνω ~ (= παραγγέλνω). (για παραγγελιοδόχο:) Δέχομαι/παίρνω ~ες.|| Τα έπιπλα έγιναν ειδική ~ (σε ξυλουργό).|| ~ πίτσας (βλ. ντελίβερι). (σε εστιατόριο, καφετέρια) Δίνω την ~ μου (στον σερβιτόρο). Πβ. παραγγελιά. 2. (συνεκδ.) ό,τι έχει παραγγείλει κάποιος: αποστολή/επιστροφή/παράδοση/παραλαβή της ~ας (: του εμπορεύματος).|| Άργησε/έφτασε η ~ (: το φαγητό, το γλυκό ή το ποτό) μας. 3. (γενικότ.) απαίτηση που διαβιβάζεται σε κάποιον: (ΝΟΜ.) εισαγγελική ~ (= εντολή). ● ΦΡ.: κατά παραγγελία: με απαίτηση, εντολή κάποιου ή σύμφωνα με τις επιθυμίες του: έργα/κατασκευές ~ ~., κατόπιν παραγγελίας & (λόγ.) επί παραγγελία: με παραγγελία: Το προϊόν είναι διαθέσιμο μόνο ~ ~ (: δεν είναι δηλ. ετοιμοπαράδοτο)., ούτε παραγγελία (να το έκανα/είχα κάνει) (προφ.): για κάτι που έγινε συμπτωματικά, τυχαία όπως ακριβώς ήθελε ο ομιλητής. [< αρχ. παραγγελία] | |
| 38280 | παραγγελιοδότης | πα-ραγ-γε-λι-ο-δό-της ουσ. (αρσ.): αυτός που έχει δώσει εμπορική συνήθ. παραγγελία. Βλ. -δότης. ΑΝΤ. παραγγελιοδόχος | |
| 38281 | παραγγελιοδόχος | πα-ραγ-γε-λι-ο-δό-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΟΜ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δέχεται εμπορικές παραγγελίες, τις οποίες εκτελεί για λογαριασμό άλλου: ~ μεταφοράς πραγμάτων οδικώς. Βλ. -δόχος. ΑΝΤ. παραγγελιοδότης | |
| 38282 | παραγγελιοληψία | πα-ραγ-γε-λι-ο-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.): καταγραφή και ηλεκτρονική διεκπεραίωση παραγγελίας: ασύρματη ~ σε χώρους εστίασης (: φορητό τερματικό για αυτόματη μετάδοση της παραγγελίας μέσω ασύρματης επικοινωνίας). Βλ. -ληψία. | |
| 38283 | παραγγέλλω | πα-ραγ-γέλ-λω ρ. (μτβ.) {παράγγειλα (λόγ.) παρήγγειλα, παραγγέλ-θηκε, -μένος, παραγγέλλ-οντας} & παραγγέλνω: ζητώ να κατασκευαστεί ή να μου αποσταλεί συνήθ. κάποιο εμπόρευμα· γενικότ. δίνω ή διαβιβάζω εντολή, απαιτώ να πραγματοποιηθεί η θέλησή μου: ~ (κάτι) από το εξωτερικό/ηλεκτρονικά/τηλεφωνικώς. Παραλαμβάνω τα σιντί που παρήγγειλα. Το προϊόν που παραγγείλατε δεν είναι άμεσα διαθέσιμο.|| (σε εστιατόρια, μπαρ) Παρήγγειλα και δεύτερη μερίδα πατάτες/μια πίτσα/σουβλάκια/ένα χυμό πορτοκάλι.|| Του παρήγγειλα να έρθει να με δει, αυτός όμως τίποτα. Ο εισαγγελέας παρήγγειλε ποινική προκαταρκτική εξέταση. ~θηκε δημοσκόπηση/έρευνα. [< αρχ. παραγγέλλω] | |
| 38284 | παράγγελμα | πα-ράγ-γελ-μα ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ. παραγγέλμ-ατα} 1. προφορική εντολή, πρόσταγμα: στρατιωτικά ~ατα. Πβ. διαταγή, προσταγή. 2. (μτφ.) προτροπή, παραίνεση: ηθικά ~ατα. Πβ. επιταγή, νουθεσία, συμβουλή, σύσταση. [< αρχ. παράγγελμα ‘δίδαγμα, κλήτευση, σκευωρία’, γαλλ. commandement] | |
| 38285 | παραγεγραμμένος | , η, ο βλ. παραγράφω |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ