Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [38880-38900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
38281παραγγελιοδόχοςπα-ραγ-γε-λι-ο-δό-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΟΜ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δέχεται εμπορικές παραγγελίες, τις οποίες εκτελεί για λογαριασμό άλλου: ~ μεταφοράς πραγμάτων οδικώς. Βλ. -δόχος. ΑΝΤ. παραγγελιοδότης
38282παραγγελιοληψίαπα-ραγ-γε-λι-ο-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.): καταγραφή και ηλεκτρονική διεκπεραίωση παραγγελίας: ασύρματη ~ σε χώρους εστίασης (: φορητό τερματικό για αυτόματη μετάδοση της παραγγελίας μέσω ασύρματης επικοινωνίας). Βλ. -ληψία.
38283παραγγέλλωπα-ραγ-γέλ-λω ρ. (μτβ.) {παράγγειλα (λόγ.) παρήγγειλα, παραγγέλ-θηκε, -μένος, παραγγέλλ-οντας} & παραγγέλνω: ζητώ να κατασκευαστεί ή να μου αποσταλεί συνήθ. κάποιο εμπόρευμα· γενικότ. δίνω ή διαβιβάζω εντολή, απαιτώ να πραγματοποιηθεί η θέλησή μου: ~ (κάτι) από το εξωτερικό/ηλεκτρονικά/τηλεφωνικώς. Παραλαμβάνω τα σιντί που παρήγγειλα. Το προϊόν που παραγγείλατε δεν είναι άμεσα διαθέσιμο.|| (σε εστιατόρια, μπαρ) Παρήγγειλα και δεύτερη μερίδα πατάτες/μια πίτσα/σουβλάκια/ένα χυμό πορτοκάλι.|| Του παρήγγειλα να έρθει να με δει, αυτός όμως τίποτα. Ο εισαγγελέας παρήγγειλε ποινική προκαταρκτική εξέταση. ~θηκε δημοσκόπηση/έρευνα. [< αρχ. παραγγέλλω]
38284παράγγελμαπα-ράγ-γελ-μα ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ. παραγγέλμ-ατα} 1. προφορική εντολή, πρόσταγμα: στρατιωτικά ~ατα. Πβ. διαταγή, προσταγή. 2. (μτφ.) προτροπή, παραίνεση: ηθικά ~ατα. Πβ. επιταγή, νουθεσία, συμβουλή, σύσταση. [< αρχ. παράγγελμα ‘δίδαγμα, κλήτευση, σκευωρία’, γαλλ. commandement]
38285παραγεγραμμένος, η, ο βλ. παραγράφω
38286παραγεμίζωπα-ρα-γε-μί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παραγέμι-σα, -σμένος, παραγεμίζ-οντας} 1. γεμίζω κάτι ή είμαι γεμάτος με κάτι περισσότερο από όσο χρειάζεται: ~σα τη βαλίτσα με ρούχα. Μην ~ετε το ρεζερβουάρ του αυτοκινήτου. (ΜΑΓΕΙΡ.) Κατσικάκι ~σμένο με εντόσθια, λαχανικά και τυρί.|| Το στομάχι μου έχει ~σει. Πβ. παραφουσκώνω. 2. (μτφ.) προσθέτω περιττά στοιχεία, επιβαρύνω: ~σε την αφήγησή του με ανατριαχιαστικές λεπτομέρειες. [< μεσν. παραγεμίζω]
38287παραγέμισμαπα-ρα-γέ-μι-σμα ουσ. (ουδ.) 1. υπερβολικό γέμισμα. Πβ. παραφούσκωμα, τιγκάρισμα, φουλάρισμα. 2. υλικό που χρησιμοποιείται, για να γεμίσει κάτι: Βάτες και τσόχες για ~ ρούχων. Οι ηθοποιοί φορούν ~ατα στην κοιλιά, για να δείχνουν κωμικά χοντροί.παραγεμίσματα (τα): λέξεις ή φράσεις χωρίς νόημα που χρησιμοποιούνται κυρ. στον προφορικό λόγο, για να καλύπτουν τα κενά, τις παύσεις (π.χ. να πούμε). [< αγγλ. fillers]
38288παραγεμιστός, ή, ό πα-ρα-γε-μι-στός επίθ.: γεμιστός: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ές αγκινάρες με ρύζι. (ΖΑΧΑΡ.) Γλύκισμα ~ό με σταφίδες. [< μεσν. παραγεμιστός]
38289παραγένεσηπα-ρα-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΟΡΥΚΤ. σύνολο ορυκτών που συνδέονται μεταξύ τους και συνοδεύουν το κύριο ορυκτό μεταλλεύματος ή πετρώματος. Βλ. -γένεση. [< γαλλ. paragenèse, αγγλ. paragenesis]
38290παραγίνομαιπα-ρα-γί-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {παράγινε κ. παραέγινε, παραγιν-ωμένος} 1. αποκτώ, παρουσιάζω μία ιδιότητα σε υπερβολικό βαθμό· φτάνω στα άκρα: Μεγάλωσες και παραέγινες σοβαρή.|| Τον τελευταίο καιρό τα πράγματα παράγιναν δύσκολα. 2. {στο γ' πρόσ.} (για καρπούς) ωριμάζω υπερβολικά, περισσότερο από όσο χρειάζεται: ~ωμένες: ντομάτες. ~ωμένα: σύκα. Πβ. υπερωριμάζει. ● ΦΡ.: παράγινε/έχει παραγίνει το κακό βλ. κακό [< αρχ. παραγί(γ)νομαι 'παρίσταμαι, παρευρίσκομαι']
38291παραγιόςπα-ρα-γιός ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.-λαϊκό): ψυχογιός.
38292παράγκαπα-ρά-γκα ουσ. (θηλ.) 1. μικρό οίκημα πρόχειρης κατασκευής, συνήθ. από ξύλο ή λαμαρίνα· (κατ' επέκτ.-μειωτ.) κάθε κακοφτιαγμένη οικία ή κατασκευή: ετοιμόρροπη ~. Βλ. ξυλόσπιτο. ΣΥΝ. παράπηγμα 2. (μτφ.) ομάδα ανθρώπων που συντονίζει παρασκηνιακές ενέργειες, συνήθ. στον αθλητισμό ή στην πολιτική: η ~ της διαιτησίας/του ποδοσφαίρου. Πβ. παραμάγαζο. ● Υποκ.: παραγκούλα (η): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: παράγκα/καλύβα του καραγκιόζη βλ. καραγκιόζης [< 1: μεσν. μπαράκα < βεν. baraca]
38293παραγκούποληπα-ρα-γκού-πο-λη ουσ. (θηλ.): οικισμός, πόλη που αποτελείται από οικήματα πρόχειρης, κακής κατασκευής, όπου ζουν άνθρωποι κάτω από άθλιες συνθήκες. Πβ. φαβέλα. Βλ. -ούπολη. ΣΥΝ. τενεκεδούπολη [< γαλλ. bidonville, πριν από το 1950]
38294παραγκωνίζωπα-ρα-γκω-νί-ζω ρ. (μτβ.) {παραγκώνι-σε, παραγκωνί-στηκε (λόγ. -σθηκε), -σμένος, παραγκωνίζ-οντας}: παραμερίζω, αφήνω κάποιον ή κάτι στο περιθώριο, συνήθ. για την ανάδειξη κάποιου άλλου: Ο ποδοσφαιριστής ~στηκε από την ενδεκάδα μετά την ήττα. Τα έξυπνα κινητά ~ουν τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις κινδυνεύουν να ~στούν από τις πολυεθνικές. ~σμένος από τους συνεργάτες του. Πβ. παροπλίζω, περιθωριοποιώ. ΣΥΝ. εκτοπίζω (1), υποσκελίζω [< μτγν. παραγκωνίζω ‘σπρώχνω με τον αγκώνα, απομακρύνω’]
38295παραγκωνισμόςπα-ρα-γκω-νι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) παραγκώνιση (η): παραμερισμός, περιθωριοποίηση: Τα σφάλματα στα οποία υπέπεσε οδήγησαν στον ~ό του. Πβ. παροπλισμός. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. εκτόπιση (2), υποσκελισμός
38296παραγλώσσα[παραγλῶσσα] πα-ρα-γλώσ-σα ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. παραγλωσσικά στοιχεία. [< αγγλ. paralanguage, 1958, γαλλ. paralangage, περ. 1965]
38297παραγλωσσικός, ή, ό πα-ρα-γλωσ-σι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με την παραγλώσσα: ~ή: επικοινωνία. ● ΣΥΜΠΛ.: παραγλωσσικά στοιχεία: ηχητικά μη λεκτικά στοιχεία που συνοδεύουν το εκφώνημα, όπως ο επιτονισμός, ο ρυθμός της ομιλίας και η ποιότητα της φωνής, τα οποία φέρουν κάποια σημασία και συμβάλλουν στην επικοινωνία. Βλ. εξωγλωσσικά στοιχεία, υπερτεμαχιακά στοιχεία. ΣΥΝ. παραγλώσσα [< αγγλ. paralinguistic features, 1964] [< αγγλ. paralinguistic, 1958, γαλλ. paraverbal, 1988]
38298παραγνωρίζωπα-ρα-γνω-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {παραγνώρι-σε, παραγνωρί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, παραγνωρίζ-οντας}: αντιμετωπίζω κάτι ή κάποιον με απαξίωση ή περιφρόνηση, δεν το(ν) λαμβάνω σοβαρά υπόψη: ~ουν τις δυνατότητες των αντιπάλων τους/(το γεγονός) ότι .../πόσο δύσκολη είναι η κατάσταση. Επιμένετε να ~ετε έναν βασικό παράγοντα, τον χρόνο! Χωρίς να θέλω να ~σω τις θετικές πλευρές της τεχνολογίας, ... Δεν πρέπει να ~εται η σημασία/σπουδαιότητα της ... Έχει ~στεί η αξία/προσφορά του (: δεν έχει εκτιμηθεί στο βαθμό που θα έπρεπε). ~σμένος: ζωγράφος/συγγραφέας (πβ. παρεξηγημένος). Τα έργα του ήταν για χρόνια ~σμένα. Πβ. υποτιμώ. ● Παθ.: παραγνωρίζομαι (προφ.): αποκτώ υπερβολική και εκτός των επιτρεπτών ορίων οικειότητα με κάποιον: Τέρμα τ' αστεία, γιατί έχουμε αρχίσει να ~όμαστε! Σαν να ~στήκαμε εδώ μέσα! [< μεσν. παραγνωρίζω 'παρανοώ', γαλλ. méconnaître]
38299παραγνώρισηπα-ρα-γνώ-ρι-ση ουσ. (θηλ.): υποεκτίμηση, υποτίμηση: ~ των κινδύνων/της πραγματικότητας/ενός προβλήματος. ~ της αξίας/του ρόλου/της σημασίας της εργασίας. Πβ. περιφρόνηση. [< γαλλ. méconnaissance]
38300παράγονταςπα-ρά-γο-ντας ουσ. (αρσ.) {παραγόντων} & (λόγ.) παράγων 1. στοιχείο που συμβάλλει αποφασιστικά ή επιδρά στη διαμόρφωση αποτελέσματος, κατάστασης: αρνητικός/θετικός/καθοριστικός/καταλυτικός/κρίσιμος/ουσιαστικός/πρωταρχικός/ρυθμιστικός/σημαντικός/υπολογίσιμος ~. ~ ανάπτυξης/ασφαλείας/προόδου. Ενδογενείς/εξωγενείς ~ες. Αποτρεπτικοί/γενετικοί/επιβαρυντικοί/κληρονομικοί/ψυχολογικοί ~ες. Αιτιολογικοί/προδιαθεσικοί ~ες μιας νόσου. Διατροφικοί ~ες και υγεία. (ΟΙΚΟΝ.) ~ες κόστους. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ο ~ τύχη. Κοινωνικοί και πολιτικοί ~ες που οδήγησαν στην κρίση/στον πόλεμο (πβ. αιτία, αίτιο, λόγος). Ιστορικοί ~ες που εξηγούν το φαινόμενο της ... ~ες που επηρεάζουν την επιλογή επαγγέλματος. Πβ. παράμετρος, συντελεστής. 2. πρόσωπο με σημαντική θέση και επιρροή: ισχυρός (= μεγαλο~)/οικονομικός ~ της χώρας. Επιχειρησιακοί ~ες (= επιχειρηματίες). Τραπεζικοί ~ες (: οικονομικοί αναλυτές, τραπεζίτες, χρηματιστές) εκτιμούν ότι ... Σύμφωνα με ~ες της βιομηχανίας (= βιομήχανους), ... Διοικητικοί/θεσμικοί/κοινοβουλευτικοί/κομματικοί/κρατικοί/κυβερνητικοί/πολιτικοί/συνδικαλιστικοί ~ες. Δηλώσεις τοπικών ~όντων. Σύσκεψη υπηρεσιακών ~όντων.|| Εκκλησιαστικοί/θρησκευτικοί ~ες (= ιεράρχες).|| Ακαδημαϊκοί ~ες (= πανεπιστημιακοί).|| Αθλητικοί/ποδοσφαιρικοί ~ες.|| ~ες διαμόρφωσης της κοινής γνώμης (: δημοσιογράφοι, ΜΜΕ). (για χώρα:) ~ σταθερότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. 3. ΒΙΟΧ. -ΙΑΤΡ. μικροοργανισμός που προκαλεί παθολογικές καταστάσεις ή ουσία που ευνοεί φυσιολογική λειτουργία του οργανισμού: παθογόνοι ~ες (: βακτήρια, ιοί, μύκητες). Μολυσματικοί ~ες του νερού. Καρκινογόνοι/χημικοί ~ες στους χώρους εργασίας.|| Ανασταλτικοί/αυξητικοί (βλ. αυξητική ορμόνη)/εκλυτικοί ~ες. Αιμοπεταλιακοί ~ες. ~ ανοχής (της) γλυκόζης (: χρώμιο)/ρέζους (βλ. αντιγόνο). ~ες πήξης. 4. ΜΑΘ. καθένας από τους αριθμούς ή τις αλγεβρικές παραστάσεις που αποτελούν ένα γινόμενο: το 3 και το 7 είναι ~ες του 21. Βλ. πολλαπλασιαστής, πολλαπλασιαστέος. ● ΣΥΜΠΛ.: ανθρώπινος παράγοντας/παράγων & ο παράγοντας/παράγων άνθρωπος: το σύνολο των ιδιοτήτων ή συμπεριφορών ενός ή περισσότερων ανθρώπων που μπορούν να επηρεάσουν ή να διαμορφώσουν την πορεία γεγονότος, φαινομένου, κατάστασης: Ο ~ ~ είναι καθοριστικός στον τομέα της εργασίας. Ο ~ ~ επηρεάζει την κλιματική αλλαγή., ο ξένος παράγοντας: ΠΟΛΙΤ. ξένα όργανα εξουσίας που καθορίζουν τις εξελίξεις σε τοπικό ή/και εθνικό επίπεδο: εξάρτηση από τον ~ο ~α. Βλ. κέντρα λήψης αποφάσεων., παράγοντες συγκάλυψης & καλυπτικοί παράγοντες: ΦΑΡΜΑΚ. μάσκες., ανασταλτικός παράγοντας βλ. ανασταλτικός, αστάθμητος παράγοντας βλ. αστάθμητος, παράγοντας/στοιχείο αβεβαιότητας βλ. αβεβαιότητα, παράγοντας κινδύνου βλ. κίνδυνος, παραγοντική ανάλυση/ανάλυση παραγόντων βλ. παραγοντικός, ρευματοειδής παράγοντας βλ. ρευματοειδής [< αρχ. παράγων 1,3,4: γαλλ. facteur, αγγλ. factor, αγγλ.-γαλλ. agent 2: γαλλ. parangon, αγγλ. paragon]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.