Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [38900-38920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
38301παραγοντικός, ή, ό πα-ρα-γο-ντι-κός επίθ.: ΜΑΘ. που σχετίζεται με τον παράγοντα· Βλ. πολυ~. Κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: παραγοντική ανάλυση/ανάλυση παραγόντων: ΣΤΑΤΙΣΤ. μέθοδος που συνίσταται στον προσδιορισμό του πλήθους των παραγόντων που είναι απαραίτητοι για τη μελέτη ενός προβλήματος καθώς και στον συσχετισμό των παραγόντων μεταξύ τους: διερευνητική/επιβεβαιωτική ~ ~. [< αγγλ. factor analysis, 1928] [< αγγλ. factorial]
38302παραγοντίσκοςπα-ρα-γο-ντί-σκος ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): πρόσωπο που φαίνεται να έχει μεγάλη, σημαντική θέση σε έναν χώρο, αλλά είναι ασήμαντο. Βλ. -ίσκος.
38303παραγοντισμόςπα-ρα-γο-ντι-σμός ουσ. (αρσ.): επικράτηση ισχυρών προσώπων σε κάποιον τομέα, χώρο και ειδικότ. η δραστηριότητα που αναπτύσσουν, συχνά με παρασκηνιακό τρόπο, προκειμένου να ελέγξουν, να επηρεάσουν ή να κατευθύνουν πρόσωπα και καταστάσεις: ~ στο ποδόσφαιρο/στην πολιτική. Βλ. -ισμός, πελατειακές σχέσεις.
38304παραγοντοποίησηπα-ρα-γο-ντο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΜΑΘ. μετατροπή αλγεβρικής παράστασης σε γινόμενο παραγόντων: ~ πολυωνύμων. Αλγόριθμος ~ης. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. factorization, γαλλ. factorisation, 1904]
38305παραγοντοποιώ[παραγοντοποιῶ] πα-ρα-γο-ντο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {-εί ...| -είται, -ηθεί}: ΜΑΘ. κάνω παραγοντοποίηση: O αλγόριθμος ~εί τον αριθμό ... ~είται η παράσταση. ~ούνται τα τριώνυμα. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. factorize, γαλλ. factoriser, 1913]
38306παραγραφήπα-ρα-γρα-φή ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. κατάργηση των νομικών συνεπειών που επιφέρει η τέλεση αξιόποινης πράξης μετά την πάροδο ορισμένου χρονικού διαστήματος· απώλεια δικαιώματος για άσκηση αγωγής μετά την παρέλευση της προθεσμίας που καθορίζεται βάσει της νομοθεσίας: φορολογική ~. ~ αδικήματος/πλημμελημάτων/ποινής/πταισμάτων/σκανδάλων/χρέους. ~ των αξιώσεων/απαιτήσεων κατά του Δημοσίου. Πβ. διαγραφή. [< μτγν. παραγραφή]
38307παραγραφοποίησηπα-ρα-γρα-φο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): οργάνωση του κειμένου σε παραγράφους. Βλ. μορφοποίηση, -ποίηση. [< αγγλ. paragraphing]
38308παράγραφοςπα-ρά-γρα-φος ουσ. (θηλ.) {παραγράφ-ου}: ξεχωριστό και νοηματικά αυτοτελές τμήμα του γραπτού πεζού λόγου, το οποίο αποτελείται από μία ή περισσότερες περιόδους και ο πρώτος στίχος του γράφεται ή τυπώνεται συνήθ. δεξιότερα από το αριστερό περιθώριο· ΤΥΠΟΓΡ. το σύμβ. § της παραγράφου με το οποίο δηλώνεται η αρχή της: η δομή/κύρια ιδέα μιας ~ου. Τρόποι ανάπτυξης ~ου. Χωρισμός κειμένου σε ~ους. Αλλάζω ~ο. Βλ. υπο~.|| (ΝΟΜ., αριθμημένη συνήθ. υποδιαίρεση διάταξης, άρθρου:) Τα μέτρα/οι ρυθμίσεις της ~ου. Εδάφιο της ~ου. Αντικατάσταση/διαγραφή/εφαρμογή/κατάργηση/προσθήκη/τροποποίηση μιας ~ου. Οι επόμενες ~οι. Σύμφωνα με την ~ ... του νόμου ...|| (ΠΛΗΡΟΦ., τμήμα κειμένου που αντιμετωπίζεται ως ενιαίο σύνολο ως προς τη στοίχιση και τα περιθώρια:) Αυτόματη αρίθμηση/μορφοποίηση ~ων. [< μτγν. παράγραφος (γραμμή), γαλλ. paragraphe, αγγλ. paragraph]
38309παραγράφωπα-ρα-γρά-φω ρ. (μτβ.) {παρέγρα-ψα, παραγρά-φτηκε κ. -φηκε (λόγ. παρεγράφ-η ..., μτχ. παραγραφ-είς, -είσα, -έν), παρα-γεγραμμένος κ. -γραμμένος, παραγραφ-όμενος, -οντας}: ΝΟΜ. ακυρώνω, καταργώ το δικαίωμα άσκησης αγωγής ή τις κυρώσεις για συγκεκριμένο αδίκημα μετά την παρέλευση της καθορισμένης από τον νόμο προθεσμίας: ~εται ένα έγκλημα/μια κατηγορία/ένα πειθαρχικό παράπτωμα/ένα σκάνδαλο. ~φηκε χρέος προς το Δημόσιο λόγω ... ~γεγραμμένα: αδικήματα. Πβ. διαγράφω. [< μτγν. παραγράφω]
38310παράγωπα-ρά-γω ρ. (μτβ.) {παρατ. παρήγε, αόρ. παρήγαγε, παραγάγει, παρά-χθηκε (συνήθ. λόγ. παρή-χθη, -χθησαν, παρα-χθείς, -χθείσα, -χθέν), -χθεί, παράγ-οντας, -όμενος, (σπανιότ.) -μένος} 1. κατασκευάζω εμπορεύσιμο αγαθό: Βιομηχανία που ~ει αυτοκίνητα/γαλακτοκομικά προϊόντα/ηλεκτρικές συσκευές/πρώτες ύλες/ρούχα. Η επιχείρηση/το εργοστάσιο ~ει λιπάσματα. Ζυμαρικά που έχουν ~χθεί (= παρασκευαστεί) από αγνά υλικά. Μεταλλευτική εταιρεία που ~ει χρυσό και χαλκό. ~χθησαν ... τόνοι λιγνίτη (βλ. εξορύσσω). Τα ~όμενα αγαθά. 2. προκαλώ την εμφάνιση ή εκδήλωση: Τα δάση ~ουν οξυγόνο (πβ. δημιουργώ). Κατά την καύση ~εται ενέργεια με τη μορφή θερμότητας. Η ~όμενη ακτινοβολία από τα κινητά.|| Ο οργανισμός ~ει (= εκκρίνει) ορμόνες. Η ρητίνη ~εται (= εξάγεται) από τα πεύκα.|| Τα παιδιά μαθαίνουν να ~ουν προφορικό και γραπτό λόγο.|| Τα δελφίνια ~ουν ήχους.|| ~ει: αποτέλεσμα. Ίδρυμα που ~ει γνώση/τεχνολογία. Έχει παραγάγει/(προφ., κυρ. στην Κύπρο) παράξει σημαντικό κοινωνικό έργο. Πόλη όπου ~εται τέχνη και πολιτισμός. ~χθηκε πλούσιο εκπαιδευτικό υλικό.παράγει: (για έδαφος) δίνει ως προϊόν: Το νησί ~ (= βγάζει) ελιές/πατάτες. Η χώρα ~ βαμβάκι/καπνό/κρασί/ουράνιο. Τα ~όμενα φρούτα και λαχανικά. Η ~χθείσα ποσότητα ελαιολάδου. ● Παθ.: παράγεται: ΓΡΑΜΜ. σχηματίζεται: Ουσιαστικά που ~ονται από ρήματα. [< μτγν. παράγω, γαλλ. dériver] [< μτγν. παράγω, γαλλ. produire]
38312παραγωγήπα-ρα-γω-γή ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. δημιουργία υλικών αγαθών (προϊόντων και υπηρεσιών) με σκοπό την κάλυψη των ανθρώπινων αναγκών· συνεκδ. το σύνολο των παραγόμενων αγαθών ή ο συγκεκριμένος τομέας επιχείρησης ή εργοστασίου: πρωτογενής/δευτερογενής/τριτογενής ~. Αγροτική/βιολογική/βιομηχανική/γεωργική/εμπορευματική/ζωική/φυτική ~. Εξατομικευμένη/μαζική/οικιακή ~. Εγχώρια/εθνική (βλ. ΑΕΠ)/κοινοτική/παγκόσμια ~. ~ αυτοκινήτων/ειδών αρτοποιίας/ελαιολάδου/ενδυμάτων/ηλεκτρικής ενέργειας/κρασιού. ~ και εμπορία (λιπασμάτων)/κατανάλωση (τροφίμων)/τυποποίηση (μελιού). Δείκτης/έλεγχος/έξοδα (ή δαπάνες)/κόστος/κύκλος/μέθοδοι/(εργοστασιακή) μονάδα/συνάρτηση/τεχνολογία ~ής. Ο κλάδος ~ής πλαστικών. Βλ. κατα-, παρα-σκευή.|| Καταστράφηκε η ~ ελιάς λόγω της χαλαζόπτωσης.|| Οι εργαζόμενοι στην ~. 2. (γενικότ.) εκδήλωση, εμφάνιση, δημιουργία· συνεκδ. το σύνολο των δημιουργημάτων: ~ ήχου/θερμότητας/υδρογόνου. ~ ιδρώτα (= έκκριση)/πτυέλων (βλ. απόχρεμψη). ~ κειμένου/προφορικού και γραπτού λόγου. ~ γνώσης/διδακτικού υλικού.|| Η (εγχώρια) καλλιτεχνική/λογοτεχνική/μουσική/πνευματική/ποιητική ~. 3. οργάνωση, επίβλεψη και συνήθ. χρηματοδότηση για τη μαγνητοσκόπηση εκπομπής, την κινηματογράφηση ταινίας ή την παρουσίαση θεατρικής παράστασης· συνεκδ. η ίδια η εκπομπή, ταινία ή παράσταση· οι παραγωγοί και συντελεστές της: ακριβή (πβ. υπερ~)/ανεξάρτητη/διαφημιστική/ελληνική/εξωτερική/κινηματογραφική/ξένη/ραδιοφωνική ~. Υπεύθυνος ~ής. Οπτικοακουστικές ~ές. Εταιρεία τηλεοπτικών ~ών. Βλ. συμ~.|| Δεν επιτράπηκε στην ~ να πραγματοποιήσει γυρίσματα εντός του μουσείου. 4. ΓΛΩΣΣ. σχηματισμός νέων λέξεων με τη χρήση προσφυμάτων: ~ επιθέτων από ουσιαστικά/ρήματα. ~ και σύνθεση. Βλ. μορφολογία. 5. ΦΙΛΟΣ. (στη Λογική) συλλογιστική πορεία από το γενικό στο ειδικό. Πβ. απαγωγή. ΑΝΤ. επαγωγή (1) ● ΣΥΜΠΛ.: διοίκηση παραγωγής (κ. με κεφαλ. Δ, Π): επιστημονικός κλάδος που έχει ως αντικείμενό του τον σχεδιασμό και τη λειτουργία συστημάτων παραγωγής. Βλ. Οργάνωση και Διοίκηση Επιχειρήσεων., κάθετη παραγωγή: ΟΙΚΟΝ. που περιλαμβάνει όλα τα στάδια της παραγωγικής διαδικασίας. Πβ. καθετοποίηση. Βλ. κάθετη μονάδα, κάθετη ολοκλήρωση., μέσα παραγωγής & συντελεστές παραγωγής: ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των στοιχείων (δηλ. ανθρώπινη εργασία, έδαφος, πρώτες ύλες, μηχανήματα, εργαλεία, κτίρια) που απαιτούνται κατά την παραγωγική διαδικασία. [< αγγλ. means of production] , ακαθάριστη αξία παραγωγής βλ. ακαθάριστος, αλυσίδα παραγωγής βλ. αλυσίδα, γραμμή παραγωγής βλ. γραμμή, συγκέντρωση παραγωγής βλ. συγκέντρωση ● ΦΡ.: από την παραγωγή στην κατανάλωση 1. για να τονιστεί ότι ένα προϊόν είναι αγνό, φρέσκο ή σπανιότ. πολύ φθηνό. 2. (σπάν.) για εμπορικές σχέσεις που διεξάγονται χωρίς μεσάζοντες. [< 1,2: μτγν. παραγωγή, γαλλ. production 3: αγγλ. production 4: μτγν. ~, γαλλ. dérivation 5: γαλλ. déduction]
38313παραγωγίζωπα-ρα-γω-γί-ζω ρ. (μτβ.): ΜΑΘ. υπολογίζω την παράγωγο μιας συνάρτησης. [< γαλλ. dériver]
38314παραγωγικός

, ή, ό πα-ρα-γω-γι-κός επίθ. 1. ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την παραγωγή: ~ός: εξοπλισμός/ιστός (μιας χώρας)/κλάδος/μηχανισμός/συνεταιρισμός/τομέας. ~ή: διαδικασία/δομή/δραστηριότητα/ικανότητα (εταιρείας)/λειτουργία/οικονομία/τεχνολογία. ~ό: δυναμικό/έλλειμμα/έργο/μοντέλο/στάδιο/σύστημα. ~οί: φορείς. ~ές: ανάγκες/δαπάνες/δυνάμεις/εγκαταστάσεις/επενδύσεις/επιχειρήσεις/μονάδες/σχέσεις/υποδομές. ~ά: έξοδα. Ο ~ πληθυσμός (: όσοι είναι σε ηλικία που μπορούν να εργαστούν, δηλ. από 18-65 ετών). Οι ~ές τάξεις (: οι διάφορες κοινωνικές ομάδες που ασχολούνται με την παραγωγή). 2. που παράγει (πολύ) έργο ή συντελεί στην παραγωγή του· κατ' επέκτ. που έχει θετικά αποτελέσματα: ~οί: εργαζόμενοι. Εξαιρετικά ~ συγγραφέας (= δημιουργικός, πολυγράφος).|| ~ή: γη. ~ές: περιοχές. Πβ. γόνιμος, εύφορος, πλουτοφόρος.|| ~ά: ζώα (: που γεννούν μεγάλο αριθμό απογόνων, π.χ. αιγοπρόβατα, κουνέλια). Πβ. καρπερός.|| ~ός: χρόνος εργασίας. ~ό: περιβάλλον/πρότυπο. Ο πλέον ~ μήνας του έτους. Βρίσκεται στην πιο ~ή ηλικία. Πβ. αποδοτικός.|| ~ός: διάλογος (= εποικοδομητικός). ~ή: συζήτηση/συνάντηση. Πβ. αποτελεσματικός. ΑΝΤ. αντιπαραγωγικός 3. ΓΛΩΣΣ. που χρησιμοποιείται στην παραγωγή νέων λέξεων: ~ές: καταλήξεις. ~ά: επιθήματα/μορφήματα. 4. ΦΙΛΟΣ. (στη Λογική) που ξεκινά από γενικές κρίσεις, για να καταλήξει σε ειδικές: ~ός: συλλογισμός. ~ή: μέθοδος. Πβ. απαγωγικός. ΑΝΤ. επαγωγικός (1) ● επίρρ.: παραγωγικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: παραγωγική σχολή βλ. σχολή, παραγωγικοί συντελεστές βλ. συντελεστής [< 1,2: γαλλ. productif 3: μεσν. παραγωγικός, γαλλ. dérivatif 4: γαλλ. déductif]

38316παραγωγικότηταπα-ρα-γω-γι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα του παραγωγικού· (ειδικότ., ΟΙΚΟΝ.) η ποσότητα ή ο όγκος των αγαθών που παράγει επιχείρηση ή εργαζόμενος σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα: γεωργική/επιχειρηματική/μέση/υψηλή/χαμηλή ~. Η ~ του εδάφους. Η ~ ενός καλλιτέχνη/του προσωπικού/ενός υπαλλήλου/μιας χώρας. ~ εργασίας (: ο λόγος των παραχθέντων προϊόντων προς τον αριθμό των ανθρωποωρών που απαιτήθηκαν για αυτά). ~ κεφαλαίου (: σχέση μεταξύ των προϊόντων που παράχθηκαν και του κεφαλαίου που χρησιμοποιήθηκε για αυτή την παραγωγή). Αύξηση/μείωση της ~ας. Επίδομα/δείκτες ~ας. Απρόσμενη πτώση παρουσίασε η ~ της επιχείρησης. Η ~ αυξήθηκε κατά ...%. Πβ. απόδοση, αποδοτικότητα. Βλ. -ότητα. 2. ΒΙΟΛ. ο ρυθμός με τον οποίο οι οργανισμοί οικοσυστήματος παράγουν οργανική ύλη. [< 1: γαλλ. productivité 2: αγγλ. productivity, 1908]
38317παραγώγιμος, η, ο πα-ρα-γώ-γι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί να παραχθεί. Βλ. -ιμος. [< μτγν. παραγώγιμος ‘που μπορεί να μεταφερθεί’, γαλλ. productible]
38318παραγώγισηπα-ρα-γώ-γι-ση ουσ. (θηλ.): ΜΑΘ. τρόπος υπολογισμού της παραγώγου (συνάρτησης): Πβ. διαφόριση. [< γαλλ. dérivation]
38319παράγωγοπα-ρά-γω-γο ουσ. (ουδ.) {παραγώγ-ου | -ων} 1. ό,τι παράγεται, προέρχεται από κάποιον ή κάτι άλλο: ~α αίματος/φυτικής προέλευσης. Το ελαιόλαδο είναι ~ της ελιάς.|| (ΧΗΜ., ένωση που παράγεται από κάποια άλλη, συνήθ. παρόμοιας δομής, με αντικατάσταση ή προσθήκη στοιχείων:) ~α του πετρελαίου (π.χ. παραφίνη). Βλ. συμ~. 2. ΟΙΚΟΝ. χρηματοπιστωτικό μέσο που παράγεται από την αξία ενός υποκείμενου στοιχείου ενεργητικού, όπως μετοχές και ομόλογα. 3. ΓΛΩΣΣ. κάθε λέξη που σχηματίζεται με την προσθήκη προσφύματος στο θέμα άλλης λέξης: τα ~α ενός ονόματος/ρήματος. Λεξικό ~ων. ● ΣΥΜΠΛ.: χρηματιστήριο παραγώγων βλ. χρηματιστήριο [< 1: γαλλ. dérivé, produit 2: αγγλ. derivative 3: μτγν. επίθ. παράγωγος]
38320παραγωγόςπα-ρα-γω-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. αυτός που παράγει προϊόντα και υπηρεσίες προς πώληση: μεγάλοι (π.χ. βιομήχανοι)/μικροί (π.χ. αγρότες)/μικρομεσαίοι (π.χ. βιοτέχνες) ~οί. Αύξηση ...% στις τιμές ~ού. ~οί γάλακτος (= γαλακτοπαραγωγοί)/εσπεριδοειδών/ζάχαρης/καπνού (= καπνοπαραγωγοί)/κρέατος/οπωροκηπευτικών/παιχνιδιών. ~οί και έμποροι/καταναλωτές. Ένωση/οργάνωση/συνεταιρισμός ~ών. Αποζημιώσεις/επιδοτήσεις ~ών. Βλ. -παραγωγός1, κατα-, παρα-σκευαστής.|| (για επιχείρηση:) ~ ηλεκτρικής ενέργειας. Βλ. αυτο~. 2. πρόσωπο ή εταιρεία που ασχολείται με την παραγωγή εκπομπών, ταινιών και παραστάσεων: θεατρικός/ραδιοφωνικός/τηλεοπτικός ~. Σκηνοθέτης και ~ ταινιών. (Ανεξάρτητοι) κινηματογραφικοί ~οί. ~οί διαφήμισης. Βλ. συμ~. 3. στοιχείο που προκαλεί τη δημιουργία, εμφάνιση φαινομένου ή κατάστασης: η ύλη ως ~ θερμότητας.|| ~ προβλημάτων (= πρόξενος). Πόλη που αποτελεί ~ό τέχνης και πολιτισμού. ● ΣΥΜΠΛ.: μουσικός παραγωγός 1. επιχειρηματίας ή στέλεχος δισκογραφικής εταιρείας με μουσική αντίληψη ή/και γνώση του αντίστοιχου μάρκετινγκ, που χρηματοδοτεί την παραγωγή και εμπορική προώθηση (μουσικών) άλμπουμ. 2. επαγγελματίας, κυρ. του ραδιοφώνου, με εκπομπή στην οποία μεταδίδει μουσική και τραγούδια της προτίμησής του, κάνει σχόλια και συχνά δημιουργεί το δικό του κοινό στα ερτζιανά. Βλ. πλέιλιστ. [< μτγν. επίθ. παραγωγός 'δημιουργικός' 1,3: γαλλ. producteur 2: αγγλ. producer, γαλλ. producteur, 1908]
38321παράγωγος, ος/η, ο πα-ρά-γω-γος επίθ.: που παράγεται, προέρχεται από κάποιον ή κάτι άλλο: ~ο: δικαίωμα/έργο/προϊόν. ~ες: μονάδες (μέτρησης).|| (ΓΛΩΣΣ.) ~ες: λέξεις (ΑΝΤ. πρωτότυπες). Ουσιαστικά ~α από ρήματα.|| (ΝΟΜ.) ~ο ή Δευτερογενές Κοινοτικό Δίκαιο (: το δίκαιο που διαμορφώνεται από τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την άσκηση των εξουσιών που τους παρέχουν οι Συνθήκες).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~η: κλάση (: στον αντικειμενοστρεφή προγραμματισμό). ● Ουσ.: παράγωγος (η) {παραγώγ-ου}: ΜΑΘ. τιμή που δηλώνει τον ρυθμό μεταβολής ενός μεγέθους σε σχέση με τον παράγοντα από τον οποίο εξαρτάται: μερική ~. Υπολογισμός ~ου. Βλ. παραγωγίζω, παραγώγιση. [< γαλλ. dérivée] ● ΣΥΜΠΛ.: δευτερεύοντα χρώματα βλ. χρώμα, παράγωγα προϊόντα βλ. προϊόν [< μτγν. παράγωγος, γαλλ. dérivé]
38322παραγωγός, ός, ό πα-ρα-γω-γός επίθ. (λόγ.): που παράγει κάτι, κυρ. αγαθά ή προϊόντα: ~ός: εταιρεία/χώρα. ~ά: κράτη. [< μτγν. παραγωγός ‘αυτός που εξαπατά, δημιουργικός’, γαλλ. producteur]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.