| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38286 | παραγεμίζω | πα-ρα-γε-μί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παραγέμι-σα, -σμένος, παραγεμίζ-οντας} 1. γεμίζω κάτι ή είμαι γεμάτος με κάτι περισσότερο από όσο χρειάζεται: ~σα τη βαλίτσα με ρούχα. Μην ~ετε το ρεζερβουάρ του αυτοκινήτου. (ΜΑΓΕΙΡ.) Κατσικάκι ~σμένο με εντόσθια, λαχανικά και τυρί.|| Το στομάχι μου έχει ~σει. Πβ. παραφουσκώνω. 2. (μτφ.) προσθέτω περιττά στοιχεία, επιβαρύνω: ~σε την αφήγησή του με ανατριαχιαστικές λεπτομέρειες. [< μεσν. παραγεμίζω] | |
| 38287 | παραγέμισμα | πα-ρα-γέ-μι-σμα ουσ. (ουδ.) 1. υπερβολικό γέμισμα. Πβ. παραφούσκωμα, τιγκάρισμα, φουλάρισμα. 2. υλικό που χρησιμοποιείται, για να γεμίσει κάτι: Βάτες και τσόχες για ~ ρούχων. Οι ηθοποιοί φορούν ~ατα στην κοιλιά, για να δείχνουν κωμικά χοντροί. ● παραγεμίσματα (τα): λέξεις ή φράσεις χωρίς νόημα που χρησιμοποιούνται κυρ. στον προφορικό λόγο, για να καλύπτουν τα κενά, τις παύσεις (π.χ. να πούμε). [< αγγλ. fillers] | |
| 38288 | παραγεμιστός | , ή, ό πα-ρα-γε-μι-στός επίθ.: γεμιστός: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ές αγκινάρες με ρύζι. (ΖΑΧΑΡ.) Γλύκισμα ~ό με σταφίδες. [< μεσν. παραγεμιστός] | |
| 38289 | παραγένεση | πα-ρα-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΟΡΥΚΤ. σύνολο ορυκτών που συνδέονται μεταξύ τους και συνοδεύουν το κύριο ορυκτό μεταλλεύματος ή πετρώματος. Βλ. -γένεση. [< γαλλ. paragenèse, αγγλ. paragenesis] | |
| 38290 | παραγίνομαι | πα-ρα-γί-νο-μαι ρ. (αμτβ.) {παράγινε κ. παραέγινε, παραγιν-ωμένος} 1. αποκτώ, παρουσιάζω μία ιδιότητα σε υπερβολικό βαθμό· φτάνω στα άκρα: Μεγάλωσες και παραέγινες σοβαρή.|| Τον τελευταίο καιρό τα πράγματα παράγιναν δύσκολα. 2. {στο γ' πρόσ.} (για καρπούς) ωριμάζω υπερβολικά, περισσότερο από όσο χρειάζεται: ~ωμένες: ντομάτες. ~ωμένα: σύκα. Πβ. υπερωριμάζει. ● ΦΡ.: παράγινε/έχει παραγίνει το κακό βλ. κακό [< αρχ. παραγί(γ)νομαι 'παρίσταμαι, παρευρίσκομαι'] | |
| 38291 | παραγιός | πα-ρα-γιός ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.-λαϊκό): ψυχογιός. | |
| 38292 | παράγκα | πα-ρά-γκα ουσ. (θηλ.) 1. μικρό οίκημα πρόχειρης κατασκευής, συνήθ. από ξύλο ή λαμαρίνα· (κατ' επέκτ.-μειωτ.) κάθε κακοφτιαγμένη οικία ή κατασκευή: ετοιμόρροπη ~. Βλ. ξυλόσπιτο. ΣΥΝ. παράπηγμα 2. (μτφ.) ομάδα ανθρώπων που συντονίζει παρασκηνιακές ενέργειες, συνήθ. στον αθλητισμό ή στην πολιτική: η ~ της διαιτησίας/του ποδοσφαίρου. Πβ. παραμάγαζο. ● Υποκ.: παραγκούλα (η): στη σημ. 1. ● ΦΡ.: παράγκα/καλύβα του καραγκιόζη βλ. καραγκιόζης [< 1: μεσν. μπαράκα < βεν. baraca] | |
| 38293 | παραγκούπολη | πα-ρα-γκού-πο-λη ουσ. (θηλ.): οικισμός, πόλη που αποτελείται από οικήματα πρόχειρης, κακής κατασκευής, όπου ζουν άνθρωποι κάτω από άθλιες συνθήκες. Πβ. φαβέλα. Βλ. -ούπολη. ΣΥΝ. τενεκεδούπολη [< γαλλ. bidonville, πριν από το 1950] | |
| 38294 | παραγκωνίζω | πα-ρα-γκω-νί-ζω ρ. (μτβ.) {παραγκώνι-σε, παραγκωνί-στηκε (λόγ. -σθηκε), -σμένος, παραγκωνίζ-οντας}: παραμερίζω, αφήνω κάποιον ή κάτι στο περιθώριο, συνήθ. για την ανάδειξη κάποιου άλλου: Ο ποδοσφαιριστής ~στηκε από την ενδεκάδα μετά την ήττα. Τα έξυπνα κινητά ~ουν τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις κινδυνεύουν να ~στούν από τις πολυεθνικές. ~σμένος από τους συνεργάτες του. Πβ. παροπλίζω, περιθωριοποιώ. ΣΥΝ. εκτοπίζω (1), υποσκελίζω [< μτγν. παραγκωνίζω ‘σπρώχνω με τον αγκώνα, απομακρύνω’] | |
| 38296 | παραγλώσσα | [παραγλῶσσα] πα-ρα-γλώσ-σα ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. παραγλωσσικά στοιχεία. [< αγγλ. paralanguage, 1958, γαλλ. paralangage, περ. 1965] | |
| 38297 | παραγλωσσικός | , ή, ό πα-ρα-γλωσ-σι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με την παραγλώσσα: ~ή: επικοινωνία. ● ΣΥΜΠΛ.: παραγλωσσικά στοιχεία: ηχητικά μη λεκτικά στοιχεία που συνοδεύουν το εκφώνημα, όπως ο επιτονισμός, ο ρυθμός της ομιλίας και η ποιότητα της φωνής, τα οποία φέρουν κάποια σημασία και συμβάλλουν στην επικοινωνία. Βλ. εξωγλωσσικά στοιχεία, υπερτεμαχιακά στοιχεία. ΣΥΝ. παραγλώσσα [< αγγλ. paralinguistic features, 1964] [< αγγλ. paralinguistic, 1958, γαλλ. paraverbal, 1988] | |
| 38298 | παραγνωρίζω | πα-ρα-γνω-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {παραγνώρι-σε, παραγνωρί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, παραγνωρίζ-οντας}: αντιμετωπίζω κάτι ή κάποιον με απαξίωση ή περιφρόνηση, δεν το(ν) λαμβάνω σοβαρά υπόψη: ~ουν τις δυνατότητες των αντιπάλων τους/(το γεγονός) ότι .../πόσο δύσκολη είναι η κατάσταση. Επιμένετε να ~ετε έναν βασικό παράγοντα, τον χρόνο! Χωρίς να θέλω να ~σω τις θετικές πλευρές της τεχνολογίας, ... Δεν πρέπει να ~εται η σημασία/σπουδαιότητα της ... Έχει ~στεί η αξία/προσφορά του (: δεν έχει εκτιμηθεί στο βαθμό που θα έπρεπε). ~σμένος: ζωγράφος/συγγραφέας (πβ. παρεξηγημένος). Τα έργα του ήταν για χρόνια ~σμένα. Πβ. υποτιμώ. ● Παθ.: παραγνωρίζομαι (προφ.): αποκτώ υπερβολική και εκτός των επιτρεπτών ορίων οικειότητα με κάποιον: Τέρμα τ' αστεία, γιατί έχουμε αρχίσει να ~όμαστε! Σαν να ~στήκαμε εδώ μέσα! [< μεσν. παραγνωρίζω 'παρανοώ', γαλλ. méconnaître] | |
| 38299 | παραγνώριση | πα-ρα-γνώ-ρι-ση ουσ. (θηλ.): υποεκτίμηση, υποτίμηση: ~ των κινδύνων/της πραγματικότητας/ενός προβλήματος. ~ της αξίας/του ρόλου/της σημασίας της εργασίας. Πβ. περιφρόνηση. [< γαλλ. méconnaissance] | |
| 38300 | παράγοντας | πα-ρά-γο-ντας ουσ. (αρσ.) {παραγόντων} & (λόγ.) παράγων 1. στοιχείο που συμβάλλει αποφασιστικά ή επιδρά στη διαμόρφωση αποτελέσματος, κατάστασης: αρνητικός/θετικός/καθοριστικός/καταλυτικός/κρίσιμος/ουσιαστικός/πρωταρχικός/ρυθμιστικός/σημαντικός/υπολογίσιμος ~. ~ ανάπτυξης/ασφαλείας/προόδου. Ενδογενείς/εξωγενείς ~ες. Αποτρεπτικοί/γενετικοί/επιβαρυντικοί/κληρονομικοί/ψυχολογικοί ~ες. Αιτιολογικοί/προδιαθεσικοί ~ες μιας νόσου. Διατροφικοί ~ες και υγεία. (ΟΙΚΟΝ.) ~ες κόστους. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ο ~ τύχη. Κοινωνικοί και πολιτικοί ~ες που οδήγησαν στην κρίση/στον πόλεμο (πβ. αιτία, αίτιο, λόγος). Ιστορικοί ~ες που εξηγούν το φαινόμενο της ... ~ες που επηρεάζουν την επιλογή επαγγέλματος. Πβ. παράμετρος, συντελεστής. 2. πρόσωπο με σημαντική θέση και επιρροή: ισχυρός (= μεγαλο~)/οικονομικός ~ της χώρας. Επιχειρησιακοί ~ες (= επιχειρηματίες). Τραπεζικοί ~ες (: οικονομικοί αναλυτές, τραπεζίτες, χρηματιστές) εκτιμούν ότι ... Σύμφωνα με ~ες της βιομηχανίας (= βιομήχανους), ... Διοικητικοί/θεσμικοί/κοινοβουλευτικοί/κομματικοί/κρατικοί/κυβερνητικοί/πολιτικοί/συνδικαλιστικοί ~ες. Δηλώσεις τοπικών ~όντων. Σύσκεψη υπηρεσιακών ~όντων.|| Εκκλησιαστικοί/θρησκευτικοί ~ες (= ιεράρχες).|| Ακαδημαϊκοί ~ες (= πανεπιστημιακοί).|| Αθλητικοί/ποδοσφαιρικοί ~ες.|| ~ες διαμόρφωσης της κοινής γνώμης (: δημοσιογράφοι, ΜΜΕ). (για χώρα:) ~ σταθερότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. 3. ΒΙΟΧ. -ΙΑΤΡ. μικροοργανισμός που προκαλεί παθολογικές καταστάσεις ή ουσία που ευνοεί φυσιολογική λειτουργία του οργανισμού: παθογόνοι ~ες (: βακτήρια, ιοί, μύκητες). Μολυσματικοί ~ες του νερού. Καρκινογόνοι/χημικοί ~ες στους χώρους εργασίας.|| Ανασταλτικοί/αυξητικοί (βλ. αυξητική ορμόνη)/εκλυτικοί ~ες. Αιμοπεταλιακοί ~ες. ~ ανοχής (της) γλυκόζης (: χρώμιο)/ρέζους (βλ. αντιγόνο). ~ες πήξης. 4. ΜΑΘ. καθένας από τους αριθμούς ή τις αλγεβρικές παραστάσεις που αποτελούν ένα γινόμενο: το 3 και το 7 είναι ~ες του 21. Βλ. πολλαπλασιαστής, πολλαπλασιαστέος. ● ΣΥΜΠΛ.: ανθρώπινος παράγοντας/παράγων & ο παράγοντας/παράγων άνθρωπος: το σύνολο των ιδιοτήτων ή συμπεριφορών ενός ή περισσότερων ανθρώπων που μπορούν να επηρεάσουν ή να διαμορφώσουν την πορεία γεγονότος, φαινομένου, κατάστασης: Ο ~ ~ είναι καθοριστικός στον τομέα της εργασίας. Ο ~ ~ επηρεάζει την κλιματική αλλαγή., ο ξένος παράγοντας: ΠΟΛΙΤ. ξένα όργανα εξουσίας που καθορίζουν τις εξελίξεις σε τοπικό ή/και εθνικό επίπεδο: εξάρτηση από τον ~ο ~α. Βλ. κέντρα λήψης αποφάσεων., παράγοντες συγκάλυψης & καλυπτικοί παράγοντες: ΦΑΡΜΑΚ. μάσκες., ανασταλτικός παράγοντας βλ. ανασταλτικός, αστάθμητος παράγοντας βλ. αστάθμητος, παράγοντας/στοιχείο αβεβαιότητας βλ. αβεβαιότητα, παράγοντας κινδύνου βλ. κίνδυνος, παραγοντική ανάλυση/ανάλυση παραγόντων βλ. παραγοντικός, ρευματοειδής παράγοντας βλ. ρευματοειδής [< αρχ. παράγων 1,3,4: γαλλ. facteur, αγγλ. factor, αγγλ.-γαλλ. agent 2: γαλλ. parangon, αγγλ. paragon] | |
| 38301 | παραγοντικός | , ή, ό πα-ρα-γο-ντι-κός επίθ.: ΜΑΘ. που σχετίζεται με τον παράγοντα· Βλ. πολυ~. Κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: παραγοντική ανάλυση/ανάλυση παραγόντων: ΣΤΑΤΙΣΤ. μέθοδος που συνίσταται στον προσδιορισμό του πλήθους των παραγόντων που είναι απαραίτητοι για τη μελέτη ενός προβλήματος καθώς και στον συσχετισμό των παραγόντων μεταξύ τους: διερευνητική/επιβεβαιωτική ~ ~. [< αγγλ. factor analysis, 1928] [< αγγλ. factorial] | |
| 38302 | παραγοντίσκος | πα-ρα-γο-ντί-σκος ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): πρόσωπο που φαίνεται να έχει μεγάλη, σημαντική θέση σε έναν χώρο, αλλά είναι ασήμαντο. Βλ. -ίσκος. | |
| 38303 | παραγοντισμός | πα-ρα-γο-ντι-σμός ουσ. (αρσ.): επικράτηση ισχυρών προσώπων σε κάποιον τομέα, χώρο και ειδικότ. η δραστηριότητα που αναπτύσσουν, συχνά με παρασκηνιακό τρόπο, προκειμένου να ελέγξουν, να επηρεάσουν ή να κατευθύνουν πρόσωπα και καταστάσεις: ~ στο ποδόσφαιρο/στην πολιτική. Βλ. -ισμός, πελατειακές σχέσεις. | |
| 38304 | παραγοντοποίηση | πα-ρα-γο-ντο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΜΑΘ. μετατροπή αλγεβρικής παράστασης σε γινόμενο παραγόντων: ~ πολυωνύμων. Αλγόριθμος ~ης. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. factorization, γαλλ. factorisation, 1904] | |
| 38305 | παραγοντοποιώ | [παραγοντοποιῶ] πα-ρα-γο-ντο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {-εί ...| -είται, -ηθεί}: ΜΑΘ. κάνω παραγοντοποίηση: O αλγόριθμος ~εί τον αριθμό ... ~είται η παράσταση. ~ούνται τα τριώνυμα. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. factorize, γαλλ. factoriser, 1913] | |
| 38306 | παραγραφή | πα-ρα-γρα-φή ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. κατάργηση των νομικών συνεπειών που επιφέρει η τέλεση αξιόποινης πράξης μετά την πάροδο ορισμένου χρονικού διαστήματος· απώλεια δικαιώματος για άσκηση αγωγής μετά την παρέλευση της προθεσμίας που καθορίζεται βάσει της νομοθεσίας: φορολογική ~. ~ αδικήματος/πλημμελημάτων/ποινής/πταισμάτων/σκανδάλων/χρέους. ~ των αξιώσεων/απαιτήσεων κατά του Δημοσίου. Πβ. διαγραφή. [< μτγν. παραγραφή] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ