| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38325 | παράγων | βλ. παράγοντας | |
| 38326 | παραγώνι | πα-ρα-γώ-νι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-λαϊκό): γωνιακός χώρος κοντά στο τζάκι· συνεκδ. τζάκι. ΣΥΝ. παραστιά | |
| 38327 | παράγωνος | , η, ο πα-ρά-γω-νος επίθ.: (για χώρο) που δεν είναι ορθογώνιος ή τετράγωνος, που έχει ακανόνιστο, ασύμμετρο σχήμα. Βλ. -γωνος. | |
| 38328 | παραδεδεγμένος | , η, ο πα-ρα-δε-δεγ-μέ-νος επίθ. (λόγ.): που είναι ευρύτατα αποδεκτός: ~ος: κανόνας (π.χ. του διεθνούς δικαίου). ~ες: αλήθειες/αντιλήψεις/αξίες/αρχές. Πβ. παραδεκτός. ● Ουσ.: παραδεδεγμένα (τα): αυτά που αποδέχονται ως ορθά οι περισσότεροι άνθρωποι. [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. παραδέχομαι] | |
| 38329 | παραδεδομένος | βλ. παραδίδω | |
| 38330 | παράδειγμα | πα-ρά-δειγ-μα ουσ. (ουδ.) 1. κάθε πληροφορία (αντικείμενο, γεγονός, κατάσταση) που αναφέρει κάποιος, προκειμένου να καταστήσει σαφή και κατανοητή τη σημασία λέξης ή το περιεχόμενο έννοιας, επειδή (θεωρεί ότι) συγκεντρώνει τα τυπικά της γνωρίσματα και, συνεπώς, την αντιπροσωπεύει: απλό/άστοχο/ατυχές/διαφωτιστικό/διδακτικό/ενδεικτικό/θεωρητικό/καλό/κλασικό/πετυχημένο/τυπικό/χαρακτηριστικό/χειροπιαστό/χρήσιμο ~. Ιστορικό/κοινωνικό ~. Παράθεση/παρουσίαση ~άτων. Πλήθος ~άτων από την καθημερινή ζωή. Μάθηση μέσω ~άτων. Στο ~ που ακολουθεί, ... Δώσε μου ένα ~ για να καταλάβω. Για να σου φέρω ένα ~, ... (Αν)έφερε για/σαν/ως ~ το φαινόμενο της ... Πάρε ~ την ... Βλ. αντι~. 2. πρότυπο: (για πρόσ.) Αποτελεί (λαμπρό) ~ ειλικρίνειας/τιμιότητας. Έχει τους γονείς του ως ~.|| Πολιτικό σύστημα που συνιστά ~ δημοκρατίας/σωστής διακυβέρνησης. Οικολογικό ~. Πβ. υπόδειγμα.|| Αρνητικό/επικίνδυνο/θετικό ~. Ακολούθησε το ~ του φίλου του και ασχολήθηκε με ...|| ~ συμπλήρωσης (μιας αίτησης). Πβ. δείγμα, περίπτωση. 3. ΓΛΩΣΣ. το σύνολο των γλωσσικών στοιχείων που μπορούν να υποκαταστήσουν το ένα το άλλο σε συγκεκριμένο περιβάλλον: το κλιτικό/μορφολογικό ~ του ονόματος/του ρήματος. Βλ. σύνταγμα. 4. ΦΙΛΟΣ. το θεωρητικό πλαίσιο, δηλ. το πλαίσιο αρχών, εννοιών και μεθόδων, εντός του οποίου, κατά τη διάρκεια μιας χρονικής περιόδου της επιστήμης, αναπτύσσονται οι θεωρίες της. ● Υποκ.: παραδειγματάκι (το): σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: αλλαγή παραδείγματος: ριζική αλλαγή στον τρόπο σκέψης, αντιμετώπισης κατάστασης ή λειτουργίας συστήματος: ~ ~ στην οικονομία. [< αγγλ. paradigm shift, 1962, όρ. του Thomas Kuhn] , ζωντανό παράδειγμα & ζωντανή απόδειξη: για πρόσωπο που αποδεικνύει έμπρακτα όσα υποστηρίζει· για κάτι που αποδεικνύεται στην πράξη, πραγματοποιείται και δεν μένει σε θεωρητικό επίπεδο: Είναι ~ ~ εργατικότητας. Αποτελεί ζωντανό ~ του τι μπορεί να πετύχει ο άνθρωπος. || Περιοχή που αποτελεί ~ ~ αρμονικής συμβίωσης διαφορετικών πολιτισμών., φωτεινό παράδειγμα βλ. φωτεινός ● ΦΡ.: για παράδειγμα/παραδείγματος χάριν (/χάρη) (συντομ. π.χ.) & (λόγ.) επί παραδείγματι: για να δοθεί ένα παράδειγμα: τροφές πλούσιες σε βιταμίνες, (όπως) ~ ~ φρούτα και λαχανικά. Εάν, ~ ~ (= φερ' ειπείν), συμβεί να ... Πβ. πιχί. ΣΥΝ. λόγου χάρη/χάριν [< γαλλ. par exemple] , δίνω το (καλό/κακό) παράδειγμα: αποτελώ (θετικό/αρνητικό) πρότυπο: Ο δάσκαλος δίνει το καλό ~ στους μαθητές του. Πρόσεχε πώς μιλάς, δίνεις το κακό ~!, παράδειγμα προς/για αποφυγή/μίμηση: για συμπεριφορά ή κατάσταση που θεωρείται ότι πρέπει να αποφεύγεται ή να ακολουθείται ως υπόδειγμα: Κάποιος/κάτι είναι ~ ~. [< 1,2: αρχ. παράδειγμα, γαλλ. exemple 3: γαλλ. paradigme, 1943, αγγλ. paradigm 4: γερμ. Paradigma] | |
| 38331 | παραδειγματίζω | πα-ρα-δειγ-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {παραδειγμάτι-σα, παραδειγματί-στηκα (λόγ.) -σθηκα, -σμένος, παραδειγματίζ-οντας}: διδάσκω, συνετίζω, σωφρονίζω κάποιον μέσω (αρνητικού ή θετικού) παραδείγματος: Παρά την τιμωρία, δεν ~στηκε από τα λάθη της. ~στείτε από τις ιδέες τους. Πβ. φρονηματίζω. [< μτγν. παραδειγματίζω ‘τιμωρώ παραδειγματικά’] | |
| 38332 | παραδειγματικός | , ή, ό πα-ρα-δειγ-μα-τι-κός επίθ. 1. που χρησιμεύει ως παράδειγμα, υποδειγματικός: ~ή: ανάλυση (ενός θέματος)/δράση/εξυπηρέτηση/εφαρμογή (μιας μεθόδου)/ικανότητα/συμπεριφορά/φιλοξενία. ~ό: ήθος. Ασκεί τα καθήκοντά του με ~ό τρόπο. Μελέτη ~ών περιπτώσεων. Πβ. άρτιος, άψογος, εξαιρετικός, πρότυπος, τέλειος.|| (για πρόσ.) ~ός: ηγέτης/πατέρας. 2. που αποσκοπεί στον παραδειγματισμό: ~ή: καταδίκη/ποινή. ~ά: μέτρα. Ζήτησαν την ~ή τιμωρία των ενόχων. Πβ. σωφρονιστικός. 3. ΓΛΩΣΣ. που αναφέρεται στο σύνολο των γλωσσικών στοιχείων τα οποία μπορούν να υποκατασταθούν το ένα από το άλλο σε συγκεκριμένο γλωσσικό περιβάλλον: ~ άξονας (= άξονας των ~ών σχέσεων). Βλ. συνταγματικός. ● επίρρ.: παραδειγματικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] [< 1,2: μτγν. παραδειγματικός 3: γαλλ. paradigmatique, περ. 1960, αγγλ. paradigmatic, 1948, γερμ. paradigmatisch] | |
| 38333 | παραδειγματισμός | πα-ρα-δειγ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): σωφρονισμός που επιτυγχάνεται κυρ. μέσω της επιβολής ποινής σε υπαίτιο: Τιμωρήθηκε για λόγους ~ού/προς ~ό των υπολοίπων. Πβ. φρονηματισμός. Βλ. -ισμός. [< μτγν. παραδειγματισμός ‘τιμωρία’] | |
| 38334 | παραδεισένιος | , ια, ιο πα-ρα-δει-σέ-νιος επίθ. & (σπάν.) παραδεισιακός, ή, ό: ονειρεμένος, ειδυλλιακός: ~ια: ζωή/ομορφιά/παραλία. ~ιο: νησί/περιβάλλον/τοπίο. Πβ. θεσπέσιος. Βλ. -ένιος. ΣΥΝ. παραδείσιος (1) [< μτγν. παραδεισιακός] | |
| 38335 | παραδείσιος | , α, ο πα-ρα-δεί-σι-ος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) παραδεισένιος. 2. ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τον Παράδεισο: ~α: ζωή. ● ΣΥΜΠΛ.: παραδείσια πουλιά & (σπάν.) πτηνά: ΟΡΝΙΘ. κοινή ονομασία στρουθιόμορφων πουλιών (οικογ. Paradisaeidae), που ζουν στη Νέα Γουινέα και στα γύρω από αυτή νησιά και, κυρ. τα αρσενικά, ξεχωρίζουν για το πολύχρωμο, πλούσιο και λαμπερό τους φτέρωμα. [< γαλλ. oiseaux de paradis] [< μεσν. Παραδείσιος, γαλλ. paradisiaque, αγγλ. paradisal] | |
| 38336 | παράδεισος | πα-ρά-δει-σος ουσ. (αρσ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -είσου} 1. ΘΡΗΣΚ. (με κεφαλ. Π) ουράνιος τόπος αιώνιας γαλήνης και ευτυχίας, όπου πηγαίνουν οι ψυχές των δικαίων και ενάρετων μετά τον θανατό τους. Βλ. Ηλύσια Πεδία. ΑΝΤ. κόλαση (1) 2. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. Π, στην ΠΔ) ο κήπος (της Εδέμ), όπου ζούσαν οι Πρωτόπλαστοι μέχρι το προπατορικό αμάρτημα. 3. (μτφ.) τόπος απαράμιλλου φυσικού κάλλους· ειδυλλιακό, ονειρεμένο μέρος ή τοπίο: (π.χ. για νησί:) Είναι ένας (μικρός) επίγειος ~. Εξωτικός/καλοκαιρινός/κρυφός/ορεινός/τροπικός/υδάτινος ~. Χαμένοι ~οι. 4. (μτφ.) χώρα, πόλη ή περιοχή ιδανική για κάποια δραστηριότητα: γαστρονομικός/επενδυτικός (πβ. ελντοράντο)/επιχειρηματικός ~. Ο ~ των αγορών/των παιδιών. ● ΣΥΜΠΛ.: φορολογικός παράδεισος & (σπάν.) φορολογικό καταφύγιο: κράτος που, για να προσελκύσει ξένους επενδυτές, έχει θεσπίσει ειδικό φορολογικό καθεστώς, σύμφωνα με το οποίο όποιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο συστήσει εταιρεία με έδρα το έδαφός του, θα καταβάλει φόρο πολύ μικρότερο σε σχέση με αυτόν που θα του επιβαλλόταν στη χώρα διαμονής του. Βλ. εξωχώρια εταιρεία, φορολογικό ντάμπινγκ. [< αγγλ. tax haven, 1960] , οι πύλες του Παραδείσου βλ. πύλη ● ΦΡ.: είμαι/βρίσκομαι στον παράδεισο (μτφ.): είμαι πανευτυχής., από την κόλαση στον παράδεισο βλ. κόλαση, ουρί του παραδείσου βλ. ουρί, πουλί του παραδείσου βλ. στερλίτσια, το κλειδί του Παραδείσου βλ. κλειδί, το ξύλο βγήκε απ' τον Παράδεισο βλ. ξύλο [< 1,2: αρχ. παράδεισος 3,4: γαλλ. paradis, αγγλ. paradise] | |
| 38337 | παραδεκτός | , ή, ό πα-ρα-δε-κτός επίθ. & (σπάν.) παραδεχτός (λόγ.): αποδεκτός: ~ός: κανόνας. ~ή: λύση/μέθοδος. ~ές: αξίες/απόψεις/αρχές. ~ά: όρια. Το δικαστήριο έκρινε ότι η προσφυγή είναι ~ή στο σύνολό της. Είναι γενικά/κοινώς ~ό ότι ... Πβ. παραδεδεγμένος.|| (ως ουσ., λόγ.) Το ~ό μιας αγωγής/αίτησης/πρότασης. ΑΝΤ. απαράδεκτος (1) [< μτγν. παραδεκτός] | |
| 38339 | παραδέχομαι | πα-ρα-δέ-χο-μαι ρ. (μτβ.) {παραδέ-χτηκα (λόγ.) -χθηκα, -χτώ (λόγ.) -χθώ, (λόγ.) παραδεδεγμένος, παραδεχ-όμενος}: δέχομαι ότι κάτι αληθεύει, ισχύει ή είναι ορθό· αναγνωρίζω την αξία προσώπου: ~ την άγνοιά/τις αδυναμίες/την ήττα μου. Εντάξει, το ~, έχεις δίκιο! ~χτηκε δημόσια ότι χρηματίστηκε/ενώπιον του δικαστηρίου την ενοχή του. Οφείλω να ~χτώ (= ομολογήσω) ότι/πως ήταν πολύ καλός. Όσο και αν δεν θέλεις να το ~χτείς, η ιδέα του είναι πολύ έξυπνη. Παραδέξου το, έκανες λάθος! Πβ. αποδέχομαι. ΑΝΤ. αρνούμαι.|| Σε ~! Τον ~ για την ειλικρίνειά του/ως καλλιτέχνη. Όποιος το βρει, θα τον ~χτώ! Πβ. αποκαλύπτ-, υποκλίν-ομαι, βγάζω το καπέλο σε κάποιον. ΑΝΤ. αμφισβητώ [< αρχ. παραδέχομαι] | |
| 38340 | παραδημοσιογραφία | πα-ρα-δη-μο-σι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): δημοσιογραφία που ασκείται με αντιδεοντολογικό και αθέμιτο τρόπο. Βλ. κιτρινισμός, παραπληροφόρηση, σκανδαλοθηρία. [< αγγλ. parajournalism, 1965] | |
| 38341 | παραδίδω | πα-ρα-δί-δω ρ. (μτβ.) {παρέδω-σα, παραδώ-σει, παραδό-θηκα (λόγ. παρεδό-θη, -θησαν, μτχ. παραδο-θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, παραδίδ-οντας, -ων, παραδο-μένος (λόγ.) παραδεδομένος} & (προφ.) παραδίνω 1. (επίσ.) δίνω: (στα χέρια κάποιου:) Του ~σε απόρρητα έγγραφα. Του ~σαν το βραβείο/τα κλειδιά του νέου του αυτοκίνητου. ~θηκε φορτίο ανθρωπιστικής βοήθειας.|| (σε παραγγελιοδότη:) Τα προϊόντα μας ~ονται συσκευασμένα. Τα καινούργια μηχανήματα δεν έχουν ~θεί ακόμα. Πβ. αποστέλλω.|| (σε δικαιούχο:) Τα έργα ολοκληρώθηκαν και ~θηκαν εγκαίρως/χωρίς καθυστέρηση. Ο νέος δρόμος αναμένεται να ~θεί στις ...|| (σε υποψήφιο:) Συμπληρώνετε την αίτηση και την ~ετε στη γραμματεία.|| ~σε την εργασία του (στον καθηγητή). (Για νεοσύλλεκτο/στρατιώτη που απολύεται:) ~σε την αστυνομική/τη στρατιωτική του ταυτότητα.|| ~θηκε στον Υπουργό το πόρισμα των ελεγκτών. Πβ. καταθέτω, προσκομίζω, υποβάλλω.|| (εμπιστεύομαι:) Του ~σε το δέμα για φύλαξη. (για πρόσ.) Σου την ~, να μου την προσέχεις!|| (σε κινητό· ένδειξη αποστολής μηνύματος:) ~θηκε. ΑΝΤ. παραλαμβάνω (1) 2. διδάσκω: (για καθηγητή:) Δεν πρόλαβε να ~σει (πβ. τελειώσει) όλη την ύλη. 3. μεταβιβάζω, παραχωρώ: ~σε τις αρμοδιότητές του/τον έλεγχο της εταιρείας/την εξουσία/την ηγεσία/τα καθήκοντά του στον ... ~σαν το αυτοκίνητο σε κακή κατάσταση. 4. αφήνω στις μετέπειτα γενιές, κληροδοτώ: Η κληρονομιά που μας ~σαν οι πρόγονοί μας. Παραδεδομένες αξίες.|| (ως ουσ.) Τα παραδεδομένα (ενν. ήθη, πρότυπα). 5. προσάγω: (για δράστη:) Τον ~σαν στην αστυνομία. Πβ. παραπέμπω. Βλ. εκδίδω. ● Παθ.: παραδίδεται 1. εγκαταλείπεται: Η πόλη ~θηκε στο έλεος/στα χέρια των κατακτητών. Περιοχή ~μένη στη βία. Σπίτια ~μένα στις φλόγες. Κτίρια ~μένα (= αφημένα) στην τύχη τους (: παραμελημένα). 2. αναφέρεται, θρυλείται, μαρτυρείται: Όπως (μας) ~ από τις αρχαίες πηγές, ..., παραδίδομαι 1. (μτφ.) δεν αντιστέκομαι σε κάτι· ενδίδω, υποκύπτω: ~θηκε στη γοητεία του. Παραδοθείτε στην απόλαυση ενός χαλαρωτικού μασάζ. ~μένος στη μαγεία/στον ρυθμό της μουσικής. ~μένη στον έρωτα.|| ~μένος στη μοίρα του/στα πάθη του (βλ. δούλος, έρμαιο)/σε σκέψεις. ΣΥΝ. αφήνομαι 2. παραδέχομαι την ήττα ή την ενοχή μου και υποτάσσομαι ή θέτω, αντίστοιχα, τον εαυτό μου στη διάθεση των Αρχών: ~θηκαν αμαχητί στους εχθρούς/άνευ όρων.|| (για δράστη:) ~θηκε από μόνος του (στην Αστυνομία). (από αστυνομικούς:) Παραδώσου! ● ΦΡ.: παραδίδω τη σκυτάλη (μτφ.): παραχωρώ αξίωμα ή εξουσία σε πρόσωπο που με διαδέχεται: ~σε ~ στη νέα κυβέρνηση/της τεχνικής ηγεσίας της ομάδας., αφήνομαι/παραδίδομαι στην αγκαλιά/στις αγκάλες του Μορφέα βλ. Μορφέας, δίνω/παραδίδω μαθήματα βλ. μάθημα, καταθέτω/παραδίδω τα όπλα βλ. καταθέτω, παρέδωσε το πνεύμα βλ. πνεύμα, τι ψυχή θα παραδώσεις; βλ. ψυχή [< μτγν. παραδίδω, μεσν. παραδίνω] | |
| 38342 | παραδικαστικός | , ή, ό πα-ρα-δι-κα-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε παράνομες ενέργειες δικαστών και δικηγόρων: ~ό: κύκλωμα (κ. ως ουσ. το ~ό). | |
| 38343 | παραδίπλα | πα-ρα-δί-πλα επίρρ.: δίπλα ή αμέσως μετά από ό,τι είναι δίπλα: Το μαγαζί που ψάχνεις είναι ~. Πβ. παραπλεύρως.|| (ως επίθ.) Η ~ πόρτα. Το ~ δωμάτιο. | |
| 38344 | παραδιπλανός | , ή, ό πα-ρα-δι-πλα-νός επίθ.: που βρίσκεται, είναι δίπλα ή αμέσως μετά τον διπλανό: ~ή: πολυκατοικία/πόρτα. ● Ουσ.: παραδιπλανός, παραδιπλανή (ο/η): αυτός που κάθεται ή κατοικεί παραδίπλα σε κάποιον. | |
| 38345 | παράδοξο | πα-ρά-δο-ξο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -όξου} 1. καθετί λογικά ανεξήγητο: ιατρικά/ιστορικά/πολιτικά ~α. Τα ~α της εποχής/των ημερών. Το ~ της ιστορίας/υπόθεσης είναι ... 2. πρόταση η οποία φαίνεται λανθασμένη ή αντιφατική, ενώ μπορεί να μην είναι: λογικό/μαθηματικό ~. Πβ. αντινομία, σόφισμα. ● ΣΥΜΠΛ.: γαλλικό παράδοξο: το φαινόμενο σύμφωνα με το οποίο οι Γάλλοι παρουσιάζουν χαμηλότερα ποσοστά στεφανιαίας νόσου σε σχέση με τους υπόλοιπους λαούς της Δυτικής Ευρώπης, αν και η διατροφή τους είναι πλούσια σε κορεσμένα λίπη, γεγονός που αποδίδεται στην κατανάλωση κόκκινου κρασιού. [< μτγν. παράδοξον, γαλλ. paradoxe, αγγλ. paradox] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ