| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38367 | παραέξω | πα-ρα-έ-ξω επίρρ. 1. πιο έξω, πιο πέρα: Λίγο ~ από το χωριό υπάρχει μια ταβέρνα. 2. (μτφ.) δημόσια, στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον: Μη βγει/μαθευτεί/σου ξεφύγει τίποτα ~. Μην τα πεις ~ (: σε άλλους, στους ξένους). Είναι σημαντικό η φωνή σας να ακουστεί και ~. Βγήκαν ~ (: στο εξωτερικό) και είδαν τι γίνεται στον κόσμο. | |
| 38368 | παραεπιστήμη | πα-ρα-ε-πι-στή-μη ουσ. (θηλ.): γνωστικός τομέας που αποκλίνει από την επιστήμη. Πβ. ψευδοεπιστήμη. | |
| 38369 | παραεπιστημονικός | , ή, ό πα-ρα-ε-πι-στη-μο-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την παραεπιστήμη: ~ά: έντυπα. Πβ. ψευδοεπιστημονικός. | |
| 38370 | παραέχω | πα-ρα-έ-χω ρ. (μτβ.) {παραείχα} (επιτατ.): έχω μια ιδιότητα, ένα χαρακτηριστικό σε πολύ μεγάλο βαθμό, περισσότερο από το κανονικό ή το συνηθισμένο: ~ει νεύρα τον τελευταίο καιρό. -Δεν έχει σχέση αυτό που λες με τη συζήτησή μας. -Έχει και ~ει σχέση.|| (ως βοηθητικό ρ.) Τον τελευταίο καιρό ~εις γίνει (= παραείσαι) ευαίσθητη. | |
| 38371 | παραζάλη | πα-ρα-ζά-λη ουσ. (θηλ.) (προφ.): μεγάλη αναστάτωση, ταραχή: ερωτική ~. Μέσα στην ~ (μου) παραλίγο να ξεχάσω τη γιορτή του. ΣΥΝ. ζάλη (2), σύγχυση (2) | |
| 38372 | παραθαλάσσιος | , α, ο πα-ρα-θα-λάσ-σι-ος επίθ.: που βρίσκεται δίπλα, κοντά σε θάλασσα: ~ος: οικισμός. ~α: κατοικία/περιοχή. ~ο: θέρετρο/ξενοδοχείο/οικόπεδο/χωριό. Βλ. παρυδάτιος. ΣΥΝ. παράκτιος, παραλιακός, παράλιος ΑΝΤ. μεσόγειος [< αρχ. παραθαλάσσιος] | |
| 38373 | παραθείο | [παραθεῖο] πα-ρα-θεί-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. άοσμη, άχρωμη και εξαιρετικά τοξική οργανική ένωση από φώσφορο και θείο (σύμβ. C10H14NO5PS), που χρησιμοποιείται κυρ. ως εντομοκτόνο στη γεωργία. [< αγγλ. parathion, 1947 < para- + thio(phosphate) + -on] | |
| 38374 | παράθεμα | πα-ρά-θε-μα ουσ. (ουδ.) {παραθέμ-ατα} : απόσπασμα συγγραφικού έργου που παρατίθεται αυτούσιο σε άλλο κείμενο, συνήθ. γραπτό: ιστορικά ~ατα. Βλ. πηγές. [< μτγν. παράθεμα ‘πρόσθετο εξάρτημα’] | |
| 38375 | παραθερίζω | πα-ρα-θε-ρί-ζω ρ. (αμτβ.) {παραθέρι-σα, παραθερίζ-οντας}: περνώ τις καλοκαιρινές διακοπές μου σε κάποιο μέρος: Κάθε χρόνο ~ουν στο εξοχικό τους. Στην κατασκήνωση ~σαν φέτος εξακόσια παιδιά. Τον Αύγουστο χαλαρώνει, ~οντας στο χωριό του. Πβ. διακοπεύω, ξεκαλοκαιριάζω. [< πβ. μτγν. παραθερίζω 'θερίζω παράνομα, περνώντας σε γειτονικό κτήμα', γαλλ. passer l'été] | |
| 38376 | παραθερισμός | πα-ρα-θε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) & παραθέριση (η) & (σπάν.) παραθέρισμα (το): παραμονή σε κάποιον τόπο κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών: Πήγε στο νησί για ~ό. Βλ. -ισμός, τουρισμός. | |
| 38377 | παραθεριστής | πα-ρα-θε-ρι-στής ουσ. (αρσ.) {(σπάν.) θηλ. παραθερίστρια}: αυτός που παραθερίζει: Περιοχή που αποτελεί πόλο έλξης για πολλούς ~ές. Βλ. τουρίστας. [< πβ. μεσν. παραθεριστής 'που θερίζει παράνομα σε γειτονικό χωράφι'] | |
| 38378 | παραθεριστικός | , ή, ό πα-ρα-θε-ρι-στι-κός επίθ.: που είναι κατάλληλος για παραθερισμό ή σχετίζεται με αυτόν: ~ός: οικισμός/προορισμός. ~ή: κατοικία/περίοδος/περιοχή. ~ό: θέρετρο/κέντρο. | |
| 38379 | παράθεση | πα-ρά-θε-ση ουσ. (θηλ.) 1. αναφορά, παρουσίαση στοιχείων, συνήθ. κατά σειρά ή διαδοχικά: αναλυτική ~ γεγονότων (βλ. αφήγηση). ~ επιχειρημάτων/παραδειγμάτων. ~ και σύγκριση αποτελεσμάτων. Συγκριτική ~ των θέσεών τους (βλ. αντι~).|| (σε μελέτη, σύγγραμμα:) Αυτούσια ~ αποσπασμάτων/άρθρων/γνωμικών/πηγών/χωρίων. Βλ. παράθεμα.|| ~ φωτογραφιών. (ΔΙΑΔΙΚΤ.) Απάντηση με ~ (προηγούμενου) μηνύματος. 2. (επίσ.) προσφορά: ~ γεύματος προς τιμήν του ... 3. ΓΡΑΜΜ. ονοματικός ομοιόπτωτος προσδιορισμός που αναλύεται σε δευτερεύουσα αναφορική πρόταση: π.χ. Οι γονείς του, δικηγόροι (= που είναι δικηγόροι), ... Βλ. επεξήγηση. ● ΣΥΜΠΛ.: προεξαγγελτική παράθεση: ΓΡΑΜΜ. λέξη ή φράση που τοποθετείται συνήθ. στην αρχή πρότασης και χαρακτηρίζει, αξιολογεί από πριν το περιεχόμενό της: π.χ. Και το σπουδαιότερο, κανείς δεν τραυματίστηκε. Και το χειρότερο, έφυγε χωρίς να ενημερώσει κανέναν. [< μτγν. παράθεσις 3: γαλλ. apposition, αγγλ. parathesis] | |
| 38380 | παραθετικός | , ή, ό πα-ρα-θε-τι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που σχετίζεται με την παράθεση: ~ός: προσδιορισμός. ● Ουσ.: παραθετικά (τα): ΓΛΩΣΣ. οι τύποι του συγκριτικού και υπερθετικού βαθμού επιθέτων και επιρρημάτων: ανώμαλα/ομαλά ~. [< γαλλ. comparatifs] ● ΣΥΜΠΛ.: παραθετικό σύνθετο βλ. σύνθετος [< μτγν. παραθετικός] | |
| 38381 | παραθέτω | πα-ρα-θέ-τω ρ. (μτβ.) {παρέθε-σα, παραθέ-σω, παρατίθ-εται, -ενται (σπανιότ.-προφ.) παραθέτ-ονται, παρατέ-θηκε (λόγ. παρετέ-θη, -θησαν, μτχ. παρατε-θείς, -θείσα, -θέν), -θεί, παραθέτ-οντας, παρατιθ-έμενος, (σπάν.) παρατεθειμένος} 1. αναφέρω, παρουσιάζω, συνήθ. κατά σειρά: ~ επιχειρήματα/μαρτυρίες/πηγές/στοιχεία/τεκμήρια. ~σε με λεπτομέρειες τα αποτελέσματα της έρευνας. ~σαν αποσπάσματα από κείμενα. Η βιβλιογραφία ~εται στο τέλος της εργασίας. Το περιεχόμενο της επιστολής ~εται αυτούσιο. ~θείσες: πληροφορίες. Βλ. αντι~. 2. (επίσ.) προσφέρω: Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ~σε επίσημο δείπνο/δεξίωση προς τιμήν του ... Θα ~θεί γεύμα εργασίας.|| Θα ~σει (= δώσει) συνέντευξη Τύπου. ● βλ. παρατιθέμενος [< αρχ. παρατίθημι, παρατίθεμαι] | |
| 38382 | παραθεωρώ | [παραθεωρῶ] πα-ρα-θε-ω-ρώ ρ. (μτβ.) {-είς ... | παραθεώρ-ησα, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας}: παραβλέπω: Δεν πρέπει να ~ούμε το γεγονός ότι ... Πβ. αδιαφορώ, παραμελώ. [< αρχ. παραθεωρῶ] | |
| 38383 | παραθορμόνη | πα-ρα-θορ-μό-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πολυπεπτιδική ορμόνη που εκκρίνεται από τους παραθυρεοειδείς αδένες και συμμετέχει στον μεταβολισμό του φωσφόρου και του ασβεστίου στον ανθρώπινο οργανισμό. ΣΥΝ. παραθυρεοειδής ορμόνη [< αγγλ. parathormone, 1925, γαλλ. ~, 1941] | |
| 38384 | παραθρησκεία | πα-ρα-θρη-σκεί-α ουσ. (θηλ.): ΘΡΗΣΚ. αίρεση, θρησκευτική διδασκαλία που αποκλίνει από τα επίσημα δόγματα της Εκκλησίας. | |
| 38385 | παραθρησκευτικός | , ή, ό πα-ρα-θρη-σκευ-τι-κός επίθ. (αρνητ. συνυποδ.): ΘΡΗΣΚ. που αναπτύσσει δράση έξω από τα πλαίσια της επίσημης θρησκείας και Εκκλησίας: ~ές: ομάδες/οργανώσεις. Βλ. παραεκκλησιαστικός. | |
| 38386 | παραθυράκι | πα-ρα-θυ-ρά-κι ουσ. (ουδ.) (υποκ.) 1. (μτφ.) ασάφεια ή παράλειψη σε νόμο, κανονισμό που επιτρέπει σε κάποιον να παρακάμψει δυσκολίες, εμπόδια ή να μην υποστεί κυρώσεις: Βρήκε ένα ~ και τελικά αθωώθηκε. Η νέα ρύθμιση αφήνει πολλά ~ια. 2. (μτφ.) δυνατότητα να γίνει κάτι διαφορετικά από το καθορισμένο, το προβλεπόμενο: Άφησε ένα ~ ανοιχτό για ενδεχόμενη συνεργασία. Πβ. περιθώριο. 3. ΤΗΛΕΟΡ. (σε τηλεοπτικές συζητήσεις) ορθογώνιο πλαίσιο που αποτελεί μέρος της τηλεοπτικής εικόνας και στο οποίο εμφανίζεται ο συνομιλητής του παρουσιαστή που δεν βρίσκεται στο ίδιο με αυτόν στούντιο. Βλ. τηλεοπτικό παράθυρο. 4. μικρό παράθυρο: Το ~ του μπάνιου. 5. ΠΛΗΡΟΦ. μικρός ορθογώνιος χώρος στην οθόνη υπολογιστή όπου εμφανίζονται τα δεδομένα αρχείου ή προγράμματος. 6. ΑΘΛ. (προφ.) το γάμα της εστίας: άπιαστο σουτ στο ~. [< 4: μεσν. παραθυράκι] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ