Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [38960-38980]

IDΛήμμαΕρμηνεία
38351παράδοση

πα-ρά-δο-ση ουσ. (θηλ.) 1. το σύνολο των στοιχείων του πολιτισμού (γνώση, έργα, ήθη, έθιμα, αξίες, πρότυπα, ιδιαίτερος τρόπος ζωής) που μεταβιβάζονται από τη μια γενιά στην άλλη: η προφορική και γραπτή ~ ενός τόπου (= τοπική ~). Η αρχαία/βυζαντινή/δυτική/εθνική/ελληνική/ευρωπαϊκή/(ελλην)ορθόδοξη ~. Η γλωσσική/δημοτική/θεατρική/θρησκευτική/ιστορική/καλλιτεχνική/λαογραφική/μαγειρική/μουσική/ναυτική/πολιτιστική/χορευτική μας ~. Τέχνη και ~. Λάτρης/συνεχιστές της ~ης. Προστασία της ~ης. Χώρα με ένδοξη/λαμπρή/μακρά/μακραίωνη/πλούσια ~. Είναι/μένει πιστός στην ~. Πβ. κληρονομιά, παρακαταθήκη. Η ~ είναι/παραμένει ζωντανή. || Συνεχίζει την οικογενειακή ~. 2. (κατ' επέκτ.) κάτι που έχει επαναληφθεί πολλές φορές και έχει πλέον παγιωθεί: Είναι ~ το σχολείο μας να έχει υψηλά ποσοστά επιτυχίας στις πανελλαδικές. Φεστιβάλ που έχει ~ ... ετών. Ελπίζουν ότι θα σπάσουν την ~. Το έχουν ~ (= συνήθεια) τα Χριστούγεννα να ... 3. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παραδίδω· μεταβίβαση: αυθημερόν/γρήγορη/δωρεάν/ηλεκτρονική/προσωπική ~. ~ αλληλογραφίας/δώρου/εγγράφου (πβ. επίδοση)/εμπορεύματος/εξοπλισμού/εργασίας/έργου/νέας πτέρυγας νοσοκομείου (στο κοινό)/παραγγελίας/πινακίδων (κυκλοφορίας). ~ στο σπίτι (= ~ κατ’ οίκον). ~ και πληρωμή. Απόδειξη/προθεσμία ~ης. Συμβόλαιο ~ης αργού πετρελαίου. Βλ. αυτο~.|| (σε κινητό:) Αναφορά ~ης (μηνύματος).|| ~ της σημαίας (π.χ. του σχολείου στον σημαιοφόρο)/της ολυμπιακής φλόγας. ~ καθηκόντων διοικητή. ΑΝΤ. παραλαβή 4. διδασκαλία: ~ βιολογίας/φιλολογικών μαθημάτων/φυσικής/χημείας. 5. υποταγή: εξευτελιστική/ολοκληρωτική ~ άνευ όρων. Πρωτόκολλο/σύμφωνο ~ης μιας περιοχής. 6. προσαγωγή σε δικαστική ή άλλη Αρχή: ~ καταζητούμενου για εγκλήματα πολέμου.παραδόσεις (οι) 1. λαϊκές αφηγήσεις, ιστορίες που παραδίδονται προφορικά από γενιά σε γενιά: θρύλοι/μύθοι και ~. 2. ήθη και έθιμα: Ακολουθώ/(δια)τηρώ/διαφυλάσσω/κρατώ/σέβομαι τις ~. Πβ. θέσμια. 3. (σε ανώτατο ή ανώτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα) μαθήματα (με τη σημασία της διδασκαλίας τους): εργαστηριακές/πανεπιστημιακές/τρίωρες/υποχρεωτικές ~. Έναρξη/παρακολούθηση των ~όσεων. Πρόγραμμα/σημειώσεις ~όσεων. Δεν έρχεται στις ~. ● ΣΥΜΠΛ.: άμεση παράδοση: ΦΙΛΟΛ. το σύνολο των διασωθέντων χειρογράφων ενός έργου., έμμεση παράδοση: ΦΙΛΟΛ. τα διασωθέντα παραθέματα ενός έργου ή/και οι μεταφράσεις του σε άλλες γλώσσες., Ιερά/Ιερή Παράδοση: ΕΚΚΛΗΣ. ευρύς όρος που περιλαμβάνει τη διδασκαλία του Χριστού και των Αποστόλων, τα διατάγματα των Οικουμενικών Συνόδων, τα συγγράμματα των Πατέρων της Εκκλησίας, τους Ιερούς Κανόνες και τα λειτουργικά κείμενα: Αγία Γραφή και ~ ~., λαϊκή παράδοση: της οποίας δημιουργός και φορέας μετάδοσης είναι ο λαός: ελληνική ~ ~. Η ~ ~ της περιοχής είναι πλούσια.|| Τα πρώτα κάλαντα ήταν, σύμφωνα με τη ~ ~, μελωδίες και ύμνοι των αγγέλων. Αναζητά τα θέματά του στις/εμπνεύστηκε από τις ~ές ~όσεις., λόγια παράδοση: της οποίας δημιουργοί και φορείς μετάδοσης είναι οι λόγιοι: Λέξη που προέρχεται από τη ~ ~., τελετή παράδοσης-παραλαβής & (προφ.) παράδοση-παραλαβή: επίσημη εκδήλωση κατά την οποία πραγματοποιείται αλλαγή ηγεσίας σε κάποιον φορέα: ~ ~ της διοίκησης του Νοσοκομείου/του Υπουργείου στον ..., παράδοση όπλων βλ. όπλο, πνευματική κληρονομιά βλ. πνευματικός ● ΦΡ.: από παράδοση & (λόγ.) εκ παραδόσεως: από πολύ παλιά, παραδοσιακά: Λαοί που έχουν ~ ~ φιλικές σχέσεις. Είναι εκ παραδόσεως φιλόξενοι. Πβ. από γενιά σε γενιά, (από) πάππου προς πάππου., έχω παράδοση σε κάτι: έχω φήμη σε κάτι εξαιτίας της μακρόχρονης και επιτυχημένης ενασχόλησής μου με αυτό: Χώρα που ~ει ~ στην ενόργανη γυμναστική., κατά παράδοση: σύμφωνα με ό,τι συνηθίζεται από (πολύ) παλιά: περιοχή ~ ~ αγροτική. Την ημέρα αυτή, ~ ~, μαγειρεύουν/φτιάχνουν ..., οίνοι/κρασιά με ονομασία κατά παράδοση: κατηγορία στην οποία υπάγονται επιτραπέζιοι οίνοι (π.χ. η ρετσίνα) των οποίων η παραγωγή και, σε ορισμένες περιπτώσεις, και η κατανάλωση υπακούουν σε παραδοσιακές μεθόδους συγκεκριμένης περιοχής ή χώρας. [< 1,3,5,6: αρχ. παράδοσις 1,2: γαλλ. tradition 4: μτγν. ~]

38352παραδοσιακός, ή, ό πα-ρα-δο-σι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την παράδοση: ~ός: γάμος/θεσμός/κλάδος/ξενώνας/(διατηρητέος) οικισμός/πολιτισμός/σύλλογος/τρόπος ζωής/φούρνος. ~ή: αρχιτεκτονική/γιορτή (πβ. καθιερωμένη)/διδασκαλία/ενδυμασία/εργασία/καλλιέργεια (λαχανικών)/κατασκευή/(ελληνική) κουζίνα/μέθοδος/μουσική/πρακτική/στολή/συνταγή/ταβέρνα/τέχνη/φιλοξενία/φορεσιά. ~ό: γλέντι/εργαστήριο αγγειοπλαστικής/καφενείο/κέντημα/κέντρο (μιας πόλης)/μοτίβο/ξενοδοχείο/παιχνίδι/προϊόν/σπίτι/σχολείο/τραγούδι/χωριό. ~οί: χοροί. ~ές: αξίες. ~ά: έθιμα/επαγγέλματα/μουσικά όργανα. ~ά στοιχεία (ΑΝΤ. νεωτεριστικά). Ο ~ χαρακτήρας της περιοχής. Το μαγαζί σερβίρει ~ούς μεζέδες. Πολλοί ~οί ρόλοι έχουν ανατραπεί. Πβ. φολκλορ-ικός, πατροπαράδοτος. Βλ. κλασικός, συμβατικός.|| (για πρόσ.) ~ός: άνδρας/τεχνίτης. ~οί: εχθροί/φίλοι. ΑΝΤ. μοντέρνος (1), σύγχρονος (1) ● επίρρ.: παραδοσιακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: παραδοσιακή κοινωνία: προβιομηχανική κοινωνία που είχε ως βάση την αγροτική οικονομία και χαρακτηριζόταν από σταθερές αξίες και συμπεριφορές: η θέση της γυναίκας στην ελληνική ~ ~., παραδοσιακή γραμματική βλ. γραμματική [< γαλλ. traditionnel]
38353παραδοσιαρχίαπα-ρα-δο-σι-αρ-χί-α ουσ. (θηλ.): παραδοσιοκρατία. Βλ. -αρχία.
38354παραδοσιοκρατίαπα-ρα-δο-σι-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): υπερβολική συνήθ. προσκόλληση στην παράδοση, κυρ. σε ό,τι αφορά θρησκευτικά ή πολιτιστικά θέματα. Βλ. -κρατία. ΣΥΝ. παραδοσιαρχία [< γαλλ. traditionalisme]
38355παραδοσιοκρατικός, ή, ό πα-ρα-δο-σι-ο-κρα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την παραδοσιοκρατία. [< γαλλ. traditionaliste]
38356παραδοτέος, α, ο πα-ρα-δο-τέ-ος επίθ. (λόγ.): που πρέπει να παραδοθεί σε κάποιον: ~α: έκθεση/ύλη (μαθημάτων). Κατοικίες άμεσα ~ες. Βλ. -τέος. ● Ουσ.: παραδοτέα (τα) {σπανιότ. στον εν. παραδοτέο}: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. προϊόντα, υπηρεσίες ή έγγραφα που πρέπει να παραδοθούν: τα ~ του έργου. [< αγγλ. deliverables, 1948] [< αρχ. παραδοτέος]
38357παραδουλεύτραπα-ρα-δου-λεύ-τρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-συχνά μειωτ.): οικιακή βοηθός. Πβ. υπηρέτρια.
38358παραδουνάβιος, α, ο πα-ρα-δου-νά-βι-ος επίθ.: που βρίσκεται κοντά στον ποταμό Δούναβη: (ΙΣΤ.) ~ες: Ηγεμονίες (: η Βλαχία και η Μολδαβία επί οθωμανικής αυτοκρατορίας). [< γαλλ. danubien]
38359παραδοχήπα-ρα-δο-χή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αναγνώριση, αποδοχή: ~ της αλήθειας/της ήττας. ~ της ενοχής/της ευθύνης/των λαθών κάποιου (πβ. ομολογία). Αποτελεί/είναι κοινή ~ ότι ...|| ~ μιας αίτησης (= έγκριση).|| (συνεκδ., οτιδήποτε γίνεται αποδεκτό ως έγκυρο, κυρ. στο πλαίσιο επιχειρηματολογίας:) Η μελέτη/προσέγγιση αυτή ξεκινά από την ~ ... Η προτεινόμενη μεθοδολογία βασίζεται σε τρεις βασικές ~ές (= αρχές). ● ΦΡ.: κατά γενική/κοινή ομολογία βλ. ομολογία [< μτγν. παραδοχή, γαλλ. admission]
38360παραδρομήπα-ρα-δρο-μή ουσ. (θηλ.): απροσεξία, λάθος (κυρ. στον λόγο): γλωσσική ~/~ της γλώσσας (πβ. ολίσθημα).|| (ΝΟΜ.) Πράξεις που οφείλονται σε ~ ή συγγνωστή πλάνη. ΣΥΝ. αβλεψία ● ΦΡ.: εκ παραδρομής (λόγ.) & από παραδρομή: κατά λάθος, από απροσεξία. Βλ. κεκτημένη ταχύτητα. [< αρχ. παραδρομή ‘τρέξιμο δίπλα σε κάποιον’, μτγν. ἐκ παραδρομῆς, ἐν παραδρομῇ]
38361παράδρομοςπα-ρά-δρο-μος ουσ. (αρσ.): δευτερεύων, παράπλευρος δρόμος: ~ εθνικής οδού/λεωφόρου. Βλ. παρακαμπτήριος.|| Πάρκαρα στον ~ο. Πβ. πάροδος1. Βλ. -δρομος. [< αρχ. επίθ. παράδρομος 'μέσα από τον οποίο μπορεί κάποιος να περάσει']
38362παραδώ[παραδῶ] πα-ρα-δώ επίρρ. (λαϊκό): πιο κοντά ή προς τα εδώ: Έλα ~! ΑΝΤ. παρακεί [< μεσν. παραδώ]
38363παραείμαιπα-ρα-εί-μαι ρ. {παραήμουν} (επιτατ.): έχω μια ιδιότητα, ένα χαρακτηριστικό σε υπερβολικό βαθμό: Παραείναι εγωιστής, για να παραδεχτεί το λάθος του. Τα θέματα παραήταν εύκολα.Ι
38364παραεκκλησιαστικός, ή, ό πα-ρα-εκ-κλη-σι-α-στι-κός επίθ. & (σπάν.) παρεκκλησιαστικός (αρνητ. συνυποδ.): που αναπτύσσει εκκλησιαστικές ή θρησκευτικές δραστηριότητες ανεξάρτητα από την επίσημη εκκλησία: ~ό: κύκλωμα. ~οί: κύκλοι. ~ές: οργανώσεις. Βλ. παραθρησκευτικός.
38365παραεμπόριοπα-ρα-ε-μπό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) & παρεμπόριο: παράνομες εμπορικές δραστηριότητες: Το ~ μαστίζει τις επιχειρήσεις. Βλ. -εμπόριο, παραοικονομία.
38366παραεξουσίαπα-ρα-ε-ξου-σί-α ουσ. (θηλ.): ομάδα ανθρώπων που αναπτύσσουν παρασκηνιακή δράση, με την ανοχή ή υπό την κάλυψη της επίσημης εξουσίας, με αποτέλεσμα να επηρεάζουν το έργο της. Πβ. παρακράτος.
38367παραέξωπα-ρα-έ-ξω επίρρ. 1. πιο έξω, πιο πέρα: Λίγο ~ από το χωριό υπάρχει μια ταβέρνα. 2. (μτφ.) δημόσια, στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον: Μη βγει/μαθευτεί/σου ξεφύγει τίποτα ~. Μην τα πεις ~ (: σε άλλους, στους ξένους). Είναι σημαντικό η φωνή σας να ακουστεί και ~. Βγήκαν ~ (: στο εξωτερικό) και είδαν τι γίνεται στον κόσμο.
38368παραεπιστήμηπα-ρα-ε-πι-στή-μη ουσ. (θηλ.): γνωστικός τομέας που αποκλίνει από την επιστήμη. Πβ. ψευδοεπιστήμη.
38369παραεπιστημονικός, ή, ό πα-ρα-ε-πι-στη-μο-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την παραεπιστήμη: ~ά: έντυπα. Πβ. ψευδοεπιστημονικός.
38370παραέχωπα-ρα-έ-χω ρ. (μτβ.) {παραείχα} (επιτατ.): έχω μια ιδιότητα, ένα χαρακτηριστικό σε πολύ μεγάλο βαθμό, περισσότερο από το κανονικό ή το συνηθισμένο: ~ει νεύρα τον τελευταίο καιρό. -Δεν έχει σχέση αυτό που λες με τη συζήτησή μας. -Έχει και ~ει σχέση.|| (ως βοηθητικό ρ.) Τον τελευταίο καιρό ~εις γίνει (= παραείσαι) ευαίσθητη.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.