Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [3880-3900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2946αναδιπλούμενος, η, ο [ἀναδιπλούμενος] α-να-δι-πλού-με-νος επίθ.: που μπορεί να διπλώνει στα δύο: ~ος: καναπές. ~η: σκάλα. ~ο: κάθισμα/ποδήλατο. Πβ. πτυσσόμενος. [< αρχ. ἀναδιπλούμενος, αγγλ. folding]
2947αναδιπλώνω[ἀναδιπλώνω] α-να-δι-πλώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αναδίπλω-σε, αναδιπλώ-θηκε, -μένος, αναδιπλ-ούμενος}: διπλώνω στα δύο: ~ το χαρτί.|| Το κρεβάτι/η οροφή του αυτοκινήτου (βλ. κάμπριο) ~ει/~εται (= συμπτύσσεται).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Το κείμενο ~ει γύρω από την εικόνα.αναδιπλώνεται 1. (για στρατιωτική δύναμη) υποχωρεί: Το στράτευμα ~θηκε. 2. (μτφ.) τηρεί διαλλακτική, συμβιβαστική στάση: ~ η κυβέρνηση στο θέμα του ... [< αρχ. ἀναδιπλῶ, γαλλ. (se) replier]
2948αναδίπλωση[ἀναδίπλωση] α-να-δί-πλω-ση ουσ. (θηλ.) 1. δίπλωση στα δύο: ~ του καθίσματος. Mηχανισμός/σύστημα ~ης. ΣΥΝ. σύμπτυξη.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ γραμμής/λέξης (: αυτόματη μεταφορά της στην αρχή της επόμενης γραμμής, όταν βγαίνει εκτός περιθωρίου).|| (ΒΙΟΛ.) Η ~ της πολυπεπτιδικής/πρωτεϊνικής αλυσίδας. 2. υποχώρηση στρατιωτικών δυνάμεων: γενική/μερική/σταδιακή ~. 3. (μτφ.) υιοθέτηση διαλλακτικής στάσης: στρατηγική/τακτική ~ης. Οδηγήθηκε σε/υποχρεώθηκε σε ~ από την αρχική του θέση. Πβ. υπαναχώρηση. 4. ΦΙΛΟΛ. (ως σχήμα λόγου) επανάληψη λέξης ή φράσης, συνήθ. για εμφατικούς λόγους: Δίπλα-δίπλα. Γελάς, γελάς, αλλά δεν έχεις ιδέα για το τι σε περιμένει. Βλ. πλεονασμός. [< 1,2,3: γαλλ. repli 4: μτγν. ἀναδίπλωσις]
2949αναδίφηση[ἀναδίφηση] α-να-δί-φη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναδιφώ: ~ ανέκδοτων εγγράφων/του παρελθόντος. ~ στα αρχεία/στις πηγές. Πβ. μελέτη, σπουδή. ΣΥΝ. αναζήτηση, εξέταση (2), έρευνα [< μεσν. αναδίφησις]
2950αναδιφώ[ἀναδιφῶ] α-να-δι-φώ ρ. (μτβ.) {αναδιφ-ά κ. -εί ... | αναδίφ-ησε} (λόγ.): εξετάζω, ερευνώ λεπτομερώς αναζητώντας στοιχεία: ~ τη βιβλιογραφία/εφημερίδες. ~ στην ιστορία/στα κείμενα. Πβ. ανατρέχω, μελετώ. [< αρχ. ἀναδιφῶ]
2951αναδόμηση[ἀναδόμηση] α-να-δό-μη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναδομώ: κυβερνητική (πβ. ανασχηματισμός)/οικονομική ~. ~ του διοικητικού συμβουλίου/των υπηρεσιών. Πβ. ανα-διάρθρωση, -διοργάνωση, -μόρφωση, -συγκρότηση.|| (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) Οστική ~. ~ ιστών. Βλ. ανα-γέννηση, -δημιουργία, ανάπλαση. ΑΝΤ. αποδόμηση (2) [< μεσν. αναδόμησις 'ανοικοδόμηση', αγγλ. restructuring, 1962, γαλλ. restructuration, 1963]
2952αναδομώ[ἀναδομῶ] α-να-δο-μώ ρ. (μτβ.) {αναδομ-είς ... | αναδόμ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} (επίσ.): αλλάζω, βελτιώνω τη δομή: Η οικονομία/το πρόγραμμα σπουδών ~ήθηκε. Πβ. ανα-διαρθρώνω, -διοργανώνω, -μορφώνω, -συγκροτώ.|| (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) Ένζυμο που μπορεί να ~ήσει μοριακά τα κύτταρα. Βλ. ανα-δημιουργώ, -πλάθω. [< μεσν. αναδομώ 'ανοικοδομώ', αγγλ. restructure, 1932, γαλλ. restructurer, 1963]
2953αναδουλειά[ἀναδουλειά] α-να-δου-λειά ουσ. (θηλ.) (προφ.): πτώση του τζίρου, μειωμένη (εμπορική) κίνηση: Έπεσε/υπάρχει ~. Έχουμε ~ές. Πβ. δυσπραγία, κεσάτια.
2954αναδοχή[ἀναδοχή] α-να-δο-χή ουσ. (θηλ.) 1. κοινωνικός θεσμός που αφορά την παροχή φιλοξενίας, φροντίδας και στήριξης, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, από μια οικογένεια σε παιδί που στερείται τους φυσικούς του γονείς και ζει σε κέντρο παιδικής μέριμνας: βραχυπρόθεσμη/έκτακτη/κοινωνική/μακροπρόθεσμη/συγγενική ~. ~ και υιοθεσία. 2. ΝΟΜ. αποδοχή και ανάληψη υποχρέωσης ή ευθύνης: ~ δημόσιων έργων (: από εταιρεία)/έκδοσης τίτλων (: από τράπεζα). (Στερητική/σωρευτική) ~ χρέους (: από οφειλέτη). 3. αποστολή οικονομικής βοήθειας μέσω ανθρωπιστικής οργάνωσης για την υποστήριξη ενός παιδιού και της οικογένειάς του που ζει σε φτωχή χώρα του αναπτυσσόμενου κόσμου. [< 1,3: αγγλ. fosterage 2: μτγν. ἀναδοχή, γερμ. Übernahme]
2955ανάδοχος, ος/η, ο [ἀνάδοχος] α-νά-δο-χος επίθ./ουσ. {ως ουσ. αναδόχ-ου | -ων} (επίσ.) 1. στον οποίο έχει ανατεθεί μια ευθύνη, κυρ. η μελέτη και υλοποίηση ενός έργου: ~ος: εργολάβος/φορέας. ~η: εταιρεία/κοινοπραξία. ~ο: σχήμα. Πβ. εργοληπτικός.|| (ως ουσ.) Κύριος ~. ~ μελέτης. Έκπτωση ~ου (: απώλεια του αντίστοιχου δικαιώματος). Προκήρυξη διαγωνισμού για την ανάδειξη/επιλογή ~ου. (ΟΙΚΟΝ.) ~ έκδοσης (: τράπεζα ή χρηματοπιστωτικό ίδρυμα που αναλαμβάνει τη διάθεση μετοχών Ανώνυμης Εταιρείας στο επενδυτικό κοινό). Βλ. αναθέτων. 2. ΝΟΜ. που έχει αναλάβει την αναδοχή παιδιού: ~η: οικογένεια (βλ. φυσική οικογένεια). ~οι: γονείς.|| (ως ουσ.) ~οι ορφανών. ● Ουσ.: ανάδοχος (ο/η): νονός. ● ΣΥΜΠΛ.: δανεική/παρένθετη/ανάδοχη μήτρα βλ. μήτρα [< μτγν. ἀνάδοχος 1: γερμ. Übernehmer 2: αγγλ. fosterer]
2956ανάδραση[ἀνάδραση] α-νά-δρα-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): ανατροφοδότηση. Βλ. βιο~. ● ΣΥΜΠΛ.: αρνητική ανάδραση & αρνητική ανατροφοδότηση: που τείνει να σταθεροποιήσει μια διαδικασία, μειώνοντας τον ρυθμό ή το αποτέλεσμά της σε περίπτωση που οι επιδράσεις της είναι υπερβολικά μεγάλες. [< αγγλ. negative feedback, 1934] , θετική ανάδραση & θετική ανατροφοδότηση: που στοχεύει ή καταλήγει στη διεύρυνση ή αύξηση του αποτελέσματος μιας διαδικασίας: ~ ~ της παγκόσμιας αύξησης της θερμοκρασίας λόγω του φαινομένου του θερμοκηπίου.|| ~ ~ του πολιτισμού (πβ. ενθάρρυνση, ενίσχυση, στήριξη). [< αγγλ. positive feedback, 1934]
2957αναδραστικός, ή, ό [ἀναδραστικός] α-να-δρα-στι-κός επίθ. (επιστ.): που είναι αποτέλεσμα της ανάδρασης: ~ή: διαδικασία (βλ. επαναληπτικός, κυκλικός). Οι ~οί μηχανισμοί της φύσης (: διορθωτικοί, επανορθωτικοί, ρυθμιστικοί).|| (ΠΑΙΔΑΓ.) ~ή: αυτορρύθμιση/δραστηριότητα. Τηλεδιδασκαλία με ~ή επικοινωνία. Η ~ή λειτουργία της αξιολόγησης. Bλ. αλληλεπι-, δια-δραστικός, αμφίδρομος.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: αναστολή (: διακοπή μεταβολικής οδού). Βλ. βιο~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ό: δίκτυο υπολογιστών/σύστημα πληροφοριών.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ός: μηχανισμός ελέγχου (πβ. σερβομηχανισμός). ΣΥΝ. ανατροφοδοτικός
2958αναδρομή[ἀναδρομή ] α-να-δρο-μή ουσ. (θηλ.) 1. παρουσίαση, εξέταση ή αναπόληση γεγονότων του παρελθόντος· (ΛΟΓΟΤ.) αφηγηματική τεχνική κατά την οποία η ροή της αφήγησης διακόπτεται και μεταφέρεται σε προγενέστερα γεγονότα: ιστορική/μουσική/σύντομη ~. Βιβλίο που επιχειρεί/κάνει (μια) ~ στην ιστορία του .../στο παρελθόν. Πβ. ανασκόπηση, φλας μπακ.|| Βλ. αναχρονία, προοικονομία. 2. κίνηση, συνήθ. υγρών, προς τα πάνω ή προς τα πίσω: ~ του νερού. 3. ΦΙΛΟΣ. συλλογιστική πορεία από τα συμπεράσματα στις αρχές, από τα αποτελέσματα στις αιτίες, από το σύνθετο στο απλό. [< 1: γαλλ. rétrospection 2: αρχ. ἀναδρομή 3: γαλλ. régression]
2959αναδρομικός, ή, ό [ἀναδρομικός] α-να-δρο-μι-κός επίθ. 1. που γίνεται ή δίνεται στο παρόν, αφορά όμως προγενέστερο χρονικό διάστημα: ~ός: διορισμός/έλεγχος. ~ή: αύξηση/καταβολή/χρέωση. ~ό: αποτέλεσμα/επίδομα. Νόμος με ~ή ισχύ. 2. που συμβαίνει στο παρόν, αναφέρεται όμως σε παρελθοντική περίοδο: ~ή: έκθεση/παρουσίαση (του έργου ενός καλλιτέχνη). Πβ. ρετροσπεκτίβα. || ~ή: αφήγηση (= αναδρομή). || (ΓΛΩΣΣ.) ~ σχηματισμός. ● Ουσ.: αναδρομικά (τα): χρήματα που εισπράττονται εκ των υστέρων, κυρ. από μισθωτούς: αυξήσεις και ~. Διεκδικώ/κόβονται/θα λάβω τα ~. Τα ~ θα καταβληθούν σε μηνιαίες δόσεις. ● επίρρ.: αναδρομικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< 1: γαλλ. rétroactif 2: γαλλ. rétrospectif]
2960αναδρομικότητα[ἀναδρομικότητα] α-να-δρο-μι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): αναδρομική ισχύς: η ~ μιας διάταξης/ενός νόμου/μιας ρύθμισης. Η μη ~ της ποινής. Αίρεται η ~. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. rétroactivité]
2961αναδρομολόγηση[ἀναδρομολόγηση] α-να-δρο-μο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. ανακατεύθυνση. 2. αλλαγή δρομολογίου: ~ λεωφορειακών γραμμών.
2962ανάδρομος, η, ο [ἀνάδρομος] α-νά-δρο-μος επίθ. (επιστ.): που κινείται ή σπανιότ. γίνεται αντίθετα από το κανονικό· ανάποδος, ανάστροφος: ~η ροή αίματος (πβ. παλίνδρομος, παλινδρομικός).|| (ΙΧΘΥΟΛ.) ~α ψάρια (: που μεταναστεύουν στα γλυκά νερά για αναπαραγωγή· βλ. πέστροφα, σολομός, χέλι).|| (ΒΙΟΛ.) ~η διασταύρωση (: υβριδικού απογόνου με έναν από τους αρχικούς γονείς).|| (ΑΣΤΡΟΛ.) Ο Ερμής γίνεται/γυρίζει ~. ΑΝΤ. ορθόδρομος ● επίρρ.: ανάδρομα ● ΣΥΜΠΛ.: ανάδρομη πορεία/κίνηση/τροχιά/φορά: ΑΣΤΡΟΝ.-ΑΣΤΡΟΛ. κίνηση ενός ουράνιου σώματος αντίθετα από τη φορά των περισσότερων ουράνιων σωμάτων του ηλιακού συστήματος: (για πλανήτη) Ξεκινά/σταματά την ~ κίνησή/πορεία του. Ακολουθεί ~ ~. Βρίσκεται/μπήκε σε ~ τροχιά. Περιστρέφεται με ~ φορά. [< μτγν. ἀνάδρομος, γαλλ. anadrome, rétrograde, αγγλ. anadromous]
2963αναδύομαι[ἀναδύομαι] α-να-δύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {αναδύ-εται, -θηκε, -όμενος} (λόγ.) 1. βγαίνω σιγά σιγά στην επιφάνεια του νερού: Ο δύτης/το υποβρύχιο ~θηκε (μέσα) από τον βυθό. Πβ. ανεβαίνω, ανέρχομαι. ΑΝΤ. καταδύομαι (1) 2. (μτφ.) εμφανίζομαι, ξεπροβάλλω σταδιακά: (εμφατ.) ~εται στην επιφάνεια. Ανερχόμενη οικονομία που ~εται ως παγκόσμιος γίγαντας. Συναίσθημα που ~εται αβίαστα/φυσικά. Μέσα από την αλληλογραφία τους ~εται (= έρχεται στην επιφάνεια) μια ολόκληρη εποχή. ~ονται ευκαιρίες (= παρουσιάζονται). ~θηκε από την αφάνεια.|| (λογοτ.) Ο ήλιος ~εται (= ανατέλλει) από τη θάλασσα. Το σπίτι ~θηκε μέσα από την ομίχλη. [< 1: αρχ. ἀναδύομαι 2: γαλλ. émerger]
2964αναδυόμενος, η, ο [ἀναδυόμενος] α-να-δυ-ό-με-νος επίθ. 1. που αναδύεται: ~ (μέσα) από τα κύματα.|| (μτφ.) ~η: επιχείρηση. ~ο: ταλέντο. ~οι: κίνδυνοι. ~α: ερωτήματα/προβλήματα. || ~α: κράτη. Οι ~οι γίγαντες της παγκόσμιας οικονομίας. 2. ΠΛΗΡΟΦ. για αντικείμενο γραφικού περιβάλλοντος που εμφανίζεται ξαφνικά στην οθόνη του υπολογιστή: ~η: διαφήμιση/λίστα. ~ο: μενού/μήνυμα/παράθυρο. ΣΥΝ. ποπ-απ ● Ουσ.: Αναδυομένη (η): προσωνυμία της θεάς Aφροδίτης. ● ΣΥΜΠΛ.: αναδυόμενες αγορές: ΟΙΚΟΝ. που αρχίζουν να αναπτύσσονται με καλές προοπτικές, συνήθ. σε λιγότερο αναπτυγμένες χώρες. [< αγγλ. emerging markets] , αναδυόμενη γραφή: ΨΥΧΟΛ. που αναπτύσσει το παιδί στην προσχολική ηλικία. [< αγγλ. emerging writing] , αναδυόμενος γραμματισμός βλ. γραμματισμός [< 1: αρχ. ἀναδυόμενος, αγγλ. emerging 2: αγγλ. pop-up, 1926]
2965ανάδυση[ἀνάδυση] α-νά-δυ-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναδύομαι: ~ (δύτη) στην επιφάνεια της θάλασσας. Πβ. ανέβασμα, άνοδος. ΑΝΤ. κατάδυση.|| (ΓΕΩΛ.) Καταβυθίσεις και ~ύσεις πλακών.|| (μτφ.) ~ νέων αγορών/της κοινωνίας της πληροφορίας. Πβ. εμφάνιση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ μενού/παραθύρου (βλ. αναδυόμενος).|| (ΨΥΧΟΛ.-ΠΑΙΔΑΓ.) ~ της βιολογικής γνώσης των παιδιών/της γλώσσας/του γραμματισμού (βλ. αναδυόμενος γραμματισμός). [< αρχ. ἀνάδυσις, γαλλ. émersion, αγγλ. emergence]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.