| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38387 | παραθυράκιας | πα-ρα-θυ-ρά-κιας ουσ. (αρσ.) (προφ.-μειωτ.): ΤΗΛΕΟΡ. πρόσωπο που εμφανίζεται συχνά σε τηλεοπτικά παράθυρα στα δελτία ειδήσεων ή σε εκπομπές ποικίλης ύλης. Πβ. τηλεμαϊντανός. Βλ. -άκιας. | |
| 38388 | παραθυράτος | , η, ο [παραθυρᾶτος] πα-ρα-θυ-ρά-τος επίθ./ουσ. (προφ.-μειωτ.): ΤΗΛΕΟΡ. που εμφανίζεται πολύ συχνά στα τηλεοπτικά παράθυρα ή διαδραματίζεται σε αυτά: ~ος: σχολιαστής.|| ~η: αντιπαράθεση. Βλ. -άτος. | |
| 38389 | παραθυρεοειδεκτομή | πα-ρα-θυ-ρε-ο-ει-δε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση ενός ή περισσοτέρων παραθυρεοειδών αδένων. Βλ. -εκτομή. [< αγγλ. parathyroidectomy] | |
| 38390 | παραθυρεοειδής | , ής, ές πα-ρα-θυ-ρε-ο-ει-δής επίθ.: κυρ. στα ● ΣΥΜΠΛ.: παραθυρεοειδείς αδένες: ΑΝΑΤ. καθένας από τους τέσσερις μικρούς ενδοκρινείς αδένες που βρίσκονται κοντά στον θυρεοειδή αδένα και εκκρίνουν την παραθορμόνη. Βλ. -ειδής. [< γαλλ. parathyroïdes, αγγλ. parathyroid glands] , παραθυρεοειδής ορμόνη: ΒΙΟΧ. παραθορμόνη. [< , αγγλ. parathyroid, 1907, γαλλ. parathyroïde, 1907] | |
| 38391 | παραθύρι | πα-ρα-θύ-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): παράθυρο. [< μεσν. παραθύρι < μτγν. παραθύριον ‘παράπλευρη πορτούλα’] | |
| 38392 | παραθυρικός | , ή, ό πα-ρα-θυ-ρι-κός επίθ.: ΠΛΗΡΟΦ. που σχετίζεται με το παράθυρο ή έχει το σχήμα του: ~ή: λειτουργία. ~ές: εφαρμογές. ● ΣΥΜΠΛ.: παραθυρικό περιβάλλον: εφαρμογή που επιτρέπει στον χρήστη να χρησιμοποιεί σύστημα παραθύρων: ~ ~ εργασίας. [< αγγλ. windowing, 1969] | |
| 38393 | παράθυρο | πα-ρά-θυ-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ύρου} 1. άνοιγμα σε τοίχο ή μεταφορικό μέσο, καλυμμένο συνήθ. με τζάμι, το οποίο επιτρέπει τη θέα, αλλά και τον αερισμό-φωτισμό· ιδ. συνεκδ. το πλαίσιό του, τα παραθυρόφυλλα ή/και το τζάμι του: δίφυλλο/εσωτερικό/τυφλό (: που δεν έχει θέα)/ψηλό ~. Το γείσο/η κάσα/η κορνίζα/το κούφωμα/τα παντζούρια/το περβάζι/το τελάρο του ~ύρου. ~α με κάγκελα/κουρτίνες/ρόμαν/σίτες/στόρια. Τα ~α βλέπουν (= έχουν θέα) στη θάλασσα.|| Αλουμινένια/μεταλλικά/ξύλινα/πλαστικά ~α.|| Ανοιχτά/κλειστά ~α. Ανακλινόμενα (βλ. κουμπάσο)/ανοιγόμενα/συρόμενα ~α. Οι γρίλιες/ο μεντεσές/το πόμολο/ο σύρτης του ~ύρου. Ασφάλειες ~ύρων. Βλ. τουρνικέ.|| Τα ~α έχουν θολώσει. Καθαρίζω/πλένω τα ~α.|| Τα (στρογγυλά) ~α των πλοίων (= φινιστρίνια).|| (σε αυτοκίνητο:) Ηλεκτρικά/πλευρικά ~α. Κατεβάζω το ~.|| (σε αεροπλάνο:) Επιλογή θέσης δίπλα σε ~.|| (κατ' επέκτ., σε φριτέζα:) ~ παρακολούθησης τηγανίσματος. Βλ. παραθυράκι, πορτοπαράθυρα. 2. ΠΛΗΡΟΦ. ορθογώνιο πλαίσιο στην οθόνη του υπολογιστή, στο οποίο εμφανίζεται αρχείο, πρόγραμμα ή ιστοσελίδα: αναδυόμενο/ενεργό ~. Βασικό/κεντρικό/κύριο ~ εφαρμογής. ~ εργασιών/περιήγησης. Ελαχιστοποίηση/κλείσιμο/μεγιστοποίηση/μετακίνηση ~ύρου. Διαχειριστής/εναλλαγή/σύστημα/τακτοποίηση ~ύρων. Εμφανίζεται ~ με τίτλο ... Βλ. φόρμα. 3. (μτφ.) οτιδήποτε παρέχει τη δυνατότητα επαφής με κάτι θετικό: το βιβλίο/το διαδίκτυο/η εκπαιδευτική τηλεόραση ως ~ στον κόσμο της γνώσης. Με τα τεχνολογικά επιτεύγματα ανοίγεται ένα ~ στο μέλλον. ● Μεγεθ.: παραθυράρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: τεκτονικό παράθυρο: ΓΕΩΛ. πετρώματα που βρίσκονται κάτω από άλλα και έρχονται στην επιφάνεια λόγω ρηγμάτων ή αποσάθρωσης., τηλεοπτικό παράθυρο & παράθυρο της τηλεόρασης & (προφ.) παράθυρο: ΤΗΛΕΟΡ. καθένα από τα ορθογώνια συνήθ. πλαίσια στα οποία χωρίζεται η τηλεοπτική εικόνα, για να εμφανιστούν τα πρόσωπα που συμμετέχουν σε εκπομπή, παρουσιαστές, συνεργάτες ή/και καλεσμένοι· (συνεκδ., στον πληθ.) δελτία ειδήσεων ή κυρ. ειδησεογραφικές εκπομπές: Βγήκε στα ~ά ~α να καταγγείλει ...|| Γυρνά από ~ ~ σε ~ ~ (βλ. μαϊντανός). ΣΥΝ. τηλεπαράθυρο, πλαίσιο/παράθυρο διαλόγου βλ. πλαίσιο ● ΦΡ.: ανοίγω (ένα) παράθυρο (μτφ.): δίνω ευκαιρίες ή δυνατότητες σε κάποιον, του αφήνω περιθώρια για κάτι: ~ξαν ~ συνεργασίας. Η συναίνεση ~ξε ~ αισιοδοξίας/ευκαιρίας. [< γαλλ. οuvrir une fenêtre sur, αγγλ. window of opportunity] , απ' το παράθυρο (προφ.): με παράνομο, παράτυπο τρόπο: μετεγγραφές/προσλήψεις ~ ~., αφήνω ανοιχτό (ένα) παράθυρο (μτφ.): αφήνω ανοιχτό το ενδεχόμενο: Άφησαν ανοιχτό ~ για πρόωρες εκλογές. ~σε ανοιχτό το ~ του διαλόγου. ΣΥΝ. αφήνω την πόρτα ανοιχτή για/σε κάτι, μπαίνω απ' το παράθυρο (μτφ.-προφ.): επιτυγχάνω τον στόχο μου παράνομα ή αντικανονικά: Μπήκαν ~ ~ (= διορίστηκαν), χωρίς να δώσουν εξετάσεις.|| Η ομάδα μπήκε ~ ~ στα ημιτελικά., πετώ κάτι απ' το παράθυρο (μτφ.-προφ.): απορρίπτω κάτι, θεωρώντας το ασήμαντο, ανάξιο λόγου: Πέταξαν την πρόταση ~. Βλ. εκπαραθυρώνω. [< αγγλ. throw out of the window] , πετώ τα λεφτά/τα χρήματά μου απ' το παράθυρο/στον αέρα (μτφ.-προφ.): τα σπαταλώ αλόγιστα, κάνω περιττά έξοδα. [< γαλλ. jeter mon argent par les fenêtres] , όταν η φτώχεια μπαίνει απ' την πόρτα, ο έρωτας φεύγει απ' το παράθυρο βλ. πόρτα, τον διώχνεις απ' την πόρτα (και) μπαίνει απ' το παράθυρο βλ. διώχνω [< 1: μεσν. παράθυρο(ν) 2: αγγλ. window, 1974, 3: γαλλ. fenêtre] | |
| 38394 | παραθυρόφυλλο | πα-ρα-θυ-ρό-φυλ-λο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} 1. καθένα από τα ξύλινα ή μεταλλικά συνήθ. πλαίσια που κλείνουν εξωτερικά τα παράθυρα, για να μην μπαίνει φως και να προστατεύεται το τζάμι. ΣΥΝ. παντζούρι 2. καθένα από τα δύο φύλλα παραθύρου που έχουν τζάμι και σφραγίζουν εσωτερικά το άνοιγμά του. | |
| 38395 | παραϊατρικός | , ή, ό πα-ρα-ϊ-α-τρι-κός επίθ.: που λειτουργεί επιβοηθητικά στην ιατρική επιστήμη, που προσφέρει υποστηρικτικές υπηρεσίες υγείας: ~ό: προσωπικό. ~ά: επαγγέλματα (π.χ. μαίες, νοσηλευτές, οδοντοτεχνίτες, οπτικοί, παρασκευαστές εργαστηρίων). [< αγγλ. paramedical, 1921, γαλλ. paramédical, περ. 1950] | |
| 38396 | παραίνεση | πα-ραί-νε-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): προτροπή, συμβουλή: φιλική ~. Παρά τις συνεχείς ~έσεις, … Πολιτικές ~έσεις προς την αντιπολίτευση. Πβ. νουθεσία. [< αρχ. παραίνεσις] | |
| 38397 | παραινετικός | , ή, ό πα-ραι-νε-τι-κός επίθ. (λόγ.): προτρεπτικός, συμβουλευτικός: ~ός: λόγος. ~ή: γνώμη/επιστολή. ● επίρρ.: παραινετικά [< μτγν. παραινετικός] | |
| 38398 | παραινώ | [παραινῶ] πα-ραι-νώ ρ. (μτβ.) {-εί ... | παραίν-εσα, -ώντας} (λόγ.): παρακινώ, προτρέπω ή συμβουλεύω κάποιον: Οι γονείς του τον ~εσαν να ... Πβ. νουθετώ. [< αρχ. παραινῶ] | |
| 38399 | παραίσθηση | πα-ραί-σθη-ση ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. λανθασμένη αισθητηριακή αντίληψη εξωτερικού ερεθίσματος: ακουστικές/οπτικές ~ήσεις. Ουσίες που προκαλούν ~ήσεις. Πβ. φρεναπάτη. Βλ. ψευδαίσθηση. [< μτγν. παραίσθησις, γαλλ. hallucination] | |
| 38400 | παραισθησία | πα-ραι-σθη-σί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαταραχή της αισθητικότητας που οφείλεται σε νευρολογικούς παράγοντες και εκδηλώνεται με διάφορες μορφές (π.χ. γαργάλημα, κάψιμο, μούδιασμα, πάγωμα). Πβ. υπεραισθησία. Βλ. μυρμηγκίαση. [< γαλλ. paresthésie, αγγλ. par(a)esthesia] | |
| 38401 | παραισθησιακός | , ή, ό πα-ραι-σθη-σι-α-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την παραισθησία: ~ή: παρασίτωση. 2. ΨΥΧΙΑΤΡ. παραισθητικός. [< 1: αγγλ. par(a)esthetic] | |
| 38402 | παραισθησιογόνος | , ος/α, ο πα-ραι-σθη-σι-ο-γό-νος επίθ.: που προκαλεί παραισθήσεις: ~ος: δράση. ~ες: ουσίες. ~α: ναρκωτικά/φάρμακα. Πβ. ψυχεδελικός. Βλ. -γόνος. ● Ουσ.: παραισθησιογόνα (τα): ΙΑΤΡ. φυσικές ή χημικές ουσίες που διαταράσσουν τον ψυχικό κόσμο του ατόμου και προκαλούν αντιληπτικές διαταραχές, όπως οπτικές και ακουστικές παραισθήσεις. Βλ. ελ ες ντι, μεσκαλίνη, ψιλοκυβίνη. ΣΥΝ. ψευδαισθησιογόνα [< γαλλ. hallucinogène, 1934] | |
| 38403 | παραισθητικός | , ή, ό πα-ραι-σθη-τι-κός επίθ. 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την παραίσθηση: ~ή: εμπειρία. 2. ΙΑΤΡ. παραισθησιακός: ~ή: μηραλγία. [< 1: γαλλ. hallucinant] | |
| 38404 | παραίτηση | πα-ραί-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. αποχώρηση, συνήθ. οικειοθελής, από θέση ή αξίωμα· συνεκδ. η σχετική, συνήθ. έγγραφη, γνωστοποίηση: ~ του υπουργού. ~ από την ηγεσία του κόμματος/τα καθήκοντα του Προέδρου. Δήλωση/επιστολή/υποβολή ~ης. Κύμα ~ήσεων. Δεν τίθεται/δεν υπάρχει θέμα ~ης. Απέκλεισε το ενδεχόμενο ~ής του. Ανακοίνωσε την ~ή του. Απείλησε με/εξαναγκάστηκε σε ~. Διαψεύστηκαν οι φήμες για ~ του ... Βλ. απόλυση.|| Γραπτή/προφορική ~. Η ~ή του έγινε (απο)δεκτή. Κατέθεσε ~ για προσωπικούς λόγους. Παρέδωσε την ~ή του. Έθεσε την ~ή του στη διάθεση του πρωθυπουργού. 2. (μτφ.) εγκατάλειψη προσπάθειας, δραστηριότητας ή αξίωσης: ~ από τη ζωή. Βλ. ηττοπάθεια.|| (ΝΟΜ.) ~ από κάθε δικαίωμα (δικαστικής προσφυγής)/από κάθε ευθύνη (βλ. αποποίηση). ● ΦΡ.: υπό παραίτηση (λόγ.): για πρόσωπο που έχει υποβάλει την παραίτησή του: Βρίσκεται/τελεί ~ ~.|| (ως επίθ.) Ο ~ ~ διευθύνων σύμβουλος. [< αρχ. παραίτησις ‘παράκληση, άρνηση, απαλλαγή’, γαλλ. résignation] | |
| 38405 | παραιτούμαι | [παραιτοῦμαι] πα-ραι-τού-μαι ρ. (αμτβ.) {παραιτ-είσαι ... | παραιτ-ήθηκα (λόγ. παραιτή-θη, -θησαν κ. λογιότ. παρητή-θη, -θησαν, μτχ. παραιτη-θείς, -θείσα, -θέν), -ηθεί, μτχ. -ούμενος, -ημένος} 1. αποχωρώ συνήθ. οικειοθελώς από θέση ή αξίωμα, υποβάλλω παραίτηση: ~ήθηκε από το Δημόσιο/τη δουλειά του/την προεδρία (για λόγους ευθιξίας/υγείας). Αποφάσισε να ~ηθεί από αρχηγός/βουλευτής/εκπρόσωπος Τύπου/μέλος του ΔΣ. Της ζήτησε να ~ηθεί. Ο ~θείς Υπουργός. Πβ. αποσύρομαι. Βλ. απολύω.|| (+ γεν., λόγ.) ~ήθηκε των καθηκόντων του. 2. (μτφ.) εγκαταλείπω κάτι: ~ούμαι από κάθε προσπάθεια. ~ήθηκαν από τις διεκδικήσεις/τα όνειρά/τους στόχους τους. Έχει ~ηθεί από την ελπίδα/ιδέα να ... ~ημένος από τη ζωή/τον έρωτα.|| (+ γεν., λόγ.) ~ του αγώνα/του μισθού μου.|| (ΝΟΜ.) Με την παρούσα υπεύθυνη δήλωση, ~είστε από κάθε δικαίωμα αποζημίωσης. ~ήθηκε από κάθε αξίωση. Πβ. τα παρατάω. ● παραιτώ (μτβ.) {παραιτ-εί | παραίτ-ησε} (σπάν.-προφ.): εξαναγκάζω σε παραίτηση: Τον ~ησαν. [< αρχ. παραιτοῦμαι, γαλλ. résigner] | |
| 38406 | παρακαθήμενος | , η, ο πα-ρα-κα-θή-με-νος επίθ. (λόγ.) 1. που κάθεται δίπλα, κοντά σε κάποιον άλλο: ~ος: ιεροψάλτης. 2. {ως ουσ.} (κατ' επέκτ.-συνήθ. μειωτ.) στενός συνεργάτης ενός προσώπου ιεραρχικά ανώτερου: Οι ~οι του προέδρου. [< αρχ. παρακαθήμενος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ