Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [39000-39020]

IDΛήμμαΕρμηνεία
38407παρακάθομαιπα-ρα-κά-θο-μαι ρ. (αμτβ.) {παρακάθ-ησα κ. -ισα (λόγ.) παρεκάθησα, -ήμενος} (επίσ.) 1. παρευρίσκομαι, συμμετέχω σε επίσημη εκδήλωση: ~ σε δεξίωση/συνέδριο. Στο γεύμα ~ησε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. 2. κάθομαι δίπλα σε κάποιον, σύμφωνα συνήθ. με ορισμένη ιεραρχία: Δίπλα στον πρόεδρο ~ησαν οι ... [< αρχ. παρακάθημαι]
38408παράκαιρος, η, ο πα-ρά-και-ρος επίθ.: που γίνεται, εμφανίζεται σε ακατάλληλη χρονική στιγμή: ~η: αντίδραση/απόφαση. Πβ. ανεπίκαιρος. Βλ. -καιρος. ΣΥΝ. άκαιρος ΑΝΤ. έγκαιρος, επίκαιρος (1) ● επίρρ.: παράκαιρα [< αρχ. παράκαιρος]
38409παρακαλεστικός, ή, ό πα-ρα-κα-λε-στι-κός επίθ. (προφ.): παρακλητικός. Πβ. ικετευτικός. ● επίρρ.: παρακαλεστικά
38410παρακαλετόπα-ρα-κα-λε-τό ουσ. (ουδ.) (προφ.): έντονη, επίμονη παράκληση: Μην αρχίζεις πάλι το ~ σου! Τον έπιασε στο ~, για να μη φύγει. Δεν έδωσε καμία σημασία στα ~ά της (ΣΥΝ. παρακάλια)
38411παρακαλετός, ή, ό πα-ρα-κα-λε-τός επίθ. & (σπάν.) παρακαλεστός (προφ.): που γίνεται ύστερα από παράκληση· (για πρόσ.) που κάνει κάτι, αφού παρακληθεί: ~ό: φιλί.|| Ήρθαν ~οί. ● επίρρ.: παρακαλετά [< μεσν. παρακαλετός]
38412παρακάλιαπα-ρα-κά-λια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. παρακάλι} (προφ.): παρακλήσεις: Μετά από πολλά ~ (= παρακαλετά) ήρθε μαζί μας. [< μεσν. παρακάλι(ον)]
38413παρακαλώ[παρακαλῶ] πα-ρα-κα-λώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παρακαλ-είς κ. -άς ...| παρακάλ-εσα, παρακαλ-είται, παρακλή-θηκε (λόγ. παρεκλήθη, -θησαν), -θεί, παρακαλ-ώντας} 1. & παρακαλάω: ζητώ ευγενικά από κάποιον να κάνει κάτι· ικετεύω, εύχομαι: ~ (κάποιον) επίμονα/θερμά. Καιρό τώρα την ~άω να βγούμε. Τον ~εσα να μην πάει. Θα ήθελα να/θα σας ~έσω να μην καθυστερήσετε. ~είται όποιος γνωρίζει κάτι να επικοινωνήσει μαζί μας. ~είστε να/(λόγ.) όπως προσέλθετε ντυμένοι ευπρεπώς. Σας αποστέλλω την παρούσα επιστολή, ~ώντας για ...|| Κάποια μέρα θα με ~άς. Σιγά μην τους ~έσω κιόλας.|| ~ούσε (γονατιστός) την Παναγία. Να ~άς τον Θεό να σε βοηθήσει. Πβ. εκλιπαρώ, θερμο~, προσεύχομαι.|| Να ~άς να μη σε πετύχω πουθενά. ~άτε να κάνει καλό καιρό την Κυριακή. 2. ως έκφραση ευγένειας, προκειμένου να ζητήσουμε από κάποιον κάτι, να τον εξυπηρετήσουμε ή να απαντήσουμε θετικά: Σας ~, τι ώρα είναι; ~ καθίστε/περάστε/περιμένετε. Ο επόμενος, ~. (ως απάντηση σε τηλεφώνημα:) (Λέγετε) ~! ~, ποιος είναι; (σε εστιατόρια, καφετέριες) ~, τι θα πάρετε; Ένα καφέ, σας ~.|| -Σε ευχαριστώ πολύ για όλα. -~, (δεν κάνει τίποτα). -Μπορώ να πάρω ένα γλυκό; -~! [< 1: μτγν. παρακαλῶ 2: γαλλ. prier]
38414παρακάμεραπα-ρα-κά-με-ρα ουσ. (θηλ.): κάμερα που λειτουργεί συμπληρωματικά της κύριας και καταγράφει το παρασκήνιο συμβάντος, εκπομπής, παράστασης: ~ του αγώνα.
38415παρακαμπτήριος, α, ο πα-ρα-κα-μπτή-ρι-ος επίθ.: που χρησιμοποιείται για παράκαμψη: ~α: οδός. Βλ. -τήριος. ● Ουσ.: παρακαμπτήριος (η) {παρακαμπτηρίου}: δευτερεύων δρόμος που χρησιμοποιείται για τη διέλευση οχημάτων σε περιπτώσεις όπου υπάρχει μεγάλη κυκλοφοριακή συμφόρηση στο κύριο οδικό δίκτυο. Βλ. παράδρομος. ΣΥΝ. παράκαμψη (2)
38416παρακάμπτωπα-ρα-κά-μπτω ρ. (μτβ.) {παρέκαμ-ψα, (προφ.) παράκαμψα, παρακάμ-ψω, -φθηκε (λόγ.) παρεκάμφθη, -φθεί, παρακάμπτ-οντας} 1. προσπερνώ κάτι για να το αποφύγω, αποκλίνοντας από την ευθεία πορεία: Οδικό τμήμα που ~ει τον οικισμό. ~ουμε την πόλη από αριστερά. Το ιστιοπλοϊκό ~ψε το ακρωτήρι (πβ. καβατζάρω, παραλλάζω, παραπλέω). 2. (μτφ.) ξεπερνώ, παραβλέπω: ~ψε τους αρχικούς δισταγμούς του/τον σκόπελο της γραφειοκρατίας. ~φθηκαν οι αντιρρήσεις/οι δυσκολίες/τα εμπόδια/τα προβλήματα. Διαδικασία που δεν μπόρεσε να ~φθεί. Πβ. αποφεύγω, υπερκερώ.|| (προφ.) ~ τα όσα υποτιμητικά ακούστηκαν/το σχόλιό σου. Πβ. αντιπαρέρχομαι. [< μτγν. παρακάμπτω]
38417παράκαμψηπα-ρά-καμ-ψη ουσ. (θηλ.) 1. αποφυγή εμποδίου ή δυσκολίας, προβλήματος: ~ διοδίων. Ανοίχτηκε νέος δρόμος για την ~ του κέντρου της πόλης.|| (μτφ.) ~ του βέτο/της γραφειοκρατίας/της διαδικασίας/του νόμου. ~ των μεσαζόντων. Κατά ~ της ιεραρχίας. Πβ. ξεπέρασμα, υπέρβαση, υπερκέραση. 2. (συνεκδ.) παρακαμπτήριος: ~ στην εθνική οδό ... ● ΣΥΜΠΛ.: γαστρική παράκαμψη: ΙΑΤΡ. χειρουργική επέμβαση για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας, κατά την οποία δημιουργείται ένας μικρός χώρος στο στομάχι που συνδέεται απευθείας με το μεσαίο τμήμα του λεπτού εντέρου: λαπαροσκοπική ~ ~. Πβ. γαστροπλαστική. [< αγγλ. gastric bypass, 1967] , αορτοστεφανιαία παράκαμψη βλ. αορτοστεφανιαίος [< γαλλ. déviation]
38418παρακάνωπα-ρα-κά-νω ρ. (μτβ.) {παράκανα (σπάν.) παραέκανα} (προφ.): κάνω κάτι σε υπερβολικό βαθμό: Παραέκανες τον έξυπνο μπροστά στους άλλους.|| ~ει ζέστη σήμερα. Κυρ. στη ● ΦΡ.: το παρακάνω: ξεπερνώ τα όρια, υπερβάλλω σε κάτι, φτάνω στα άκρα: Το έχει ~ει τον τελευταίο καιρό με τα ξενύχτια. Φτάνει πια με τα αστεία σου. Το παράκανες! ΣΥΝ. το παραξηλώνω, το παρατραβάω (το σχοινί) [< μεσν. παρακά(μ)νω]
38419παρακατάθεσηπα-ρα-κα-τά-θε-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. κατάθεση χρημάτων ή κινητών περιουσιακών στοιχείων σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για φύλαξη ή απόσβεση χρέους: ~ αποζημίωσης. Βλ. παρακαταθήκη.
38420παρακαταθέτηςπα-ρα-κα-τα-θέ-της ουσ. (αρσ.): ΝΟΜ. αυτός που παραχωρεί σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο κινητό περιουσιακό του στοιχείο για φύλαξη, ύστερα από σύναψη σύμβασης παρακαταθήκης. Βλ. θεματοφύλακας.
38421παρακαταθήκηπα-ρα-κα-τα-θή-κη ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) καθετί που έχει μεταβιβαστεί στους μεταγενέστερους και φυλάσσεται ως πολύτιμο αγαθό: εθνική/ιδεολογική/ιστορική/καλλιτεχνική/μουσική/πνευματική/πολιτική/πολιτιστική ~ (πβ. παράδοση). ~ ζωής. Η ιερή ~ των προγόνων μας. Άφησε πίσω του ζωντανή/λαμπρή/πλούσια/πολύτιμη/σημαντική/σπουδαία/χρυσή ~ για το μέλλον. Πβ. κληρονομιά. 2. απόθεμα: ανεξάντλητη/διαρκής ~ έργων τέχνης/υλικών. Στο μαγαζί μας θα βρείτε μεγάλη ~ αναλώσιμων. Πβ. εφεδρεία. 3. ΝΟΜ. σύμβαση μεταξύ δύο προσώπων, κατά την οποία το ένα (θεματοφύλακας) παραλαμβάνει από το άλλο (παρακαταθέτης) κινητό περιουσιακό στοιχείο για φύλαξη, με την υποχρέωση να το επιστρέψει μόλις του ζητηθεί· συνεκδ. το συγκεκριμένο κινητό περιουσιακό στοιχείο, συνήθ. χρήματα: ~ και μεσεγγύηση. Βλ. παρακατάθεση.|| ~ αρχειακού υλικού. ● ΣΥΜΠΛ.: Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων βλ. ταμείο [< αρχ. παρακαταθήκη ‘κατάθεση, εγγύηση’ 2: γαλλ. dépôt 3: γαλλ. consignation, γερμ. Verwahrung]
38422παρακάτιπα-ρα-κά-τι επίρρ. (προφ.): περίπου, σχεδόν: Είναι ~ σαράντα. ● ΦΡ.: στο παρακάτι: την τελευταία στιγμή: Η ομάδα έχασε ~ ~ την πρόκριση. ΣΥΝ. (στο) παρά πέντε
38423παρακατιανός, ή, ό πα-ρα-κα-τια-νός επίθ./ουσ. (μειωτ.): (για πράγμα) χαμηλής αξίας, ποιότητας ή (για πρόσ.) κατώτερης κοινωνικής ή οικονομικής τάξης: ~ό: επάγγελμα.|| (ως ουσ.) Μας θεωρεί ~ούς και δεν μας μιλάει. Πβ. δευτεράντζα, μπας-κλας, φτωχός συγγενής. Βλ. -ιανός.
38424παρακάτωπα-ρα-κά-τω επίρρ. ΑΝΤ. παραπάνω 1. (τοπικό) πιο κάτω: ~ δίνονται οδηγίες για ... ~ περιγράφεται αναλυτικά το ... Κοιτάξτε την εικόνα ~.|| Μένω λίγο ~. Το σούπερ μάρκετ είναι λίγο ~ (: πιο πέρα, σε μικρή απόσταση).|| ~ από την κορυφή του λόφου (: πιο χαμηλά, σε χαμηλότερο ύψος). 2. (χρονικό) μετά, στη συνέχεια: Τι έγινε/συνέβη ~; Αφού το εξηγήσαμε, μπορούμε να πάμε ~.|| (σε κείμενο:) Σύμφωνα με αυτά που θα αναφερθούν ~ ... 3. {ως επίθ. ή ουσ.} ακόλουθος: Να μεταφράσετε τα ~ αποσπάσματα. Να απαντήσετε στις ~ ερωτήσεις. Προωθήστε το ~ μήνυμα σε γνωστούς και φίλους.|| Εφόσον ενδιαφέρεστε για τη θέση, λάβετε υπόψη σας τα ~ (= εξής) ... 4. (μτφ.-μειωτ., σε μια αξιολογική κλίμακα) σε πιο χαμηλή θέση, σημείο: Έχει πιάσει πάτο, δεν πάει ~. 5. (για ποσό) σε μικρότερη τιμή: Δεν μπορούν να τα πουλήσουν ~. [< μτγν. παρακάτω]
38425παρακεί[παρακεῖ] πα-ρα-κεί επίρρ. (προφ.): πιο κει, πιο πέρα: Πήγαινε λίγο ~. ΑΝΤ. παραδώ
38426παρακείμενος, η, ο πα-ρα-κεί-με-νος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται δίπλα, πλάι σε κάτι: Η φωτιά ξεκίνησε από ~ο κατάστημα/επεκτάθηκε στα ~α κτίρια.|| (ΝΟΜ.) ~η: ζώνη (= συνορεύουσα ζώνη).|| (ΙΑΤΡ.) Διήθηση των ~ων ιστών και οργάνων. Πβ. διπλανός, παράπλευρος, πλαϊνός, προσκείμενος. [< αρχ. παρακείμενος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.