| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38427 | παρακείμενος | πα-ρα-κεί-με-νος ουσ. (αρσ.) {παρακειμένου} (κ. με κεφαλ. Π): ΓΡΑΜΜ. ρηματικός χρόνος που δηλώνει πράξη ολοκληρωμένη στο παρελθόν, της οποίας, όμως, το αποτέλεσμα εξακολουθεί να υφίσταται στο παρόν· συνεκδ. κάθε ρηματικός τύπος σε αυτόν τον χρόνο (π.χ. έχω ντυθεί, είμαι ντυμένος). Βλ. αρκτικοί χρόνοι, υπερσυντέλικος. [< μτγν. παρακείμενος] | |
| 38428 | παρακεντές | πα-ρα-κε-ντές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-μειωτ.): αυτός που ζει σε βάρος των άλλων· κατ' επέκτ. ανάξιος, ασήμαντος: ~ της εξουσίας. Πβ. παράσιτο. Βλ. -ές. [< πιθ. τουρκ. perakende] | |
| 38429 | παρακέντηση | πα-ρα-κέ-ντη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διάτρηση οργάνου ή σωματικής κοιλότητας με βελόνα συνήθ. για αφαίρεση υγρού: διαδερμική/εκκενωτική/οστική ~. Υποβλήθηκε σε ~ στον πνεύμονα. ● ΣΥΜΠΛ.: οσφυονωτιαία/οσφυϊκή παρακέντηση βλ. οσφυονωτιαίος [< μτγν. παρακέντησις, γαλλ. paracentèse, αγγλ. paracentesis] | |
| 38430 | παράκεντρο | πα-ρά-κε-ντρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έντρου} 1. ομάδα ανθρώπων, οργάνωση ή οργανισμός που δρα ανεπίσημα, παρασκηνιακά: εξωθεσμικά ~α. ~α εξουσίας. Πβ. κλίκα, παράγκα, παραμάγαζο. 2. ΓΕΩΜ. το σημείο τομής της διχοτόμου μιας γωνίας τριγώνου και των διχοτόμων των άλλων δύο εξωτερικών γωνιών του: Το ~ ισαπέχει από τις πλευρές του τριγώνου. [< γαλλ. paracentre] | |
| 38431 | παράκεντρος | , η, ο πα-ρά-κε-ντρος επίθ.: που βρίσκεται δίπλα σε κάποιο κέντρο: ~η: λήψη (δορυφόρου). [< γαλλ. paracentrique] | |
| 38432 | παρακεταμόλη | πα-ρα-κε-τα-μό-λη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. δραστική ουσία (σύμβ. C8H9NO2) που περιέχεται σε αναλγητικά και αντιπυρετικά φάρμακα. Βλ. ασπιρίνη, ντεπόν, παναντόλ, -όλη. [< αγγλ. paracetamol, 1957, < para +(a)cet(yl) + am(ino + phen)ol, γαλλ. paracétamol, 1972] | |
| 38433 | παρακινδυνευμένος | , η, ο πα-ρα-κιν-δυ-νευ-μέ-νος επίθ.: παράτολμος, ριψοκίνδυνος: ~η: εκτίμηση/ενέργεια/κίνηση. ~α: συμπεράσματα. Θα ήταν ~ο να κάνω μία πρόβλεψη τόσο νωρίς. Πβ. τολμηρός. ΑΝΤ. ασφαλής (3) ● επίρρ.: παρακινδυνευμένα [< αρχ. παρακεκινδυνευμένος] | |
| 38434 | παρακίνηση | πα-ρα-κί-νη-ση ουσ. (θηλ.): παρότρυνση, προτροπή: ~ των εργαζομένων/των μαθητών/του προσωπικού. Με την ~ της οικογένειάς του έφυγε για σπουδές στο εξωτερικό. ΣΥΝ. ενθάρρυνση [< μτγν. παρακίνησις] | |
| 38435 | παρακινητής | πα-ρα-κι-νη-τής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που παροτρύνει, ωθεί σε δράση κάποιον. [< μεσν. παρακινητής] | |
| 38436 | παρακινητικός | , ή, ό πα-ρα-κι-νη-τι-κός επίθ.: που προτρέπει, ωθεί σε δράση: ~ός: παράγοντας. ~ό: περιβάλλον (εργασίας). Πβ. παροτρυντ-, προτρεπτ-ικός. ● επίρρ.: παρακινητικά [< μτγν. παρακινητικός] | |
| 38437 | παρακινώ | [παρακινῶ] πα-ρα-κι-νώ ρ. (μτβ.) {παρακιν-είς ... | παρακίν-ησα, -ούμαι, -ήθηκα, -ημένος, -ώντας}: ενθαρρύνω, παροτρύνω κάποιον να κάνει κάτι: Η αγάπη της για τα παιδιά την ~ησε (= ώθησε) να γράψει ένα διήγημα. Οι πράξεις τους ~ούνται από προσωπικά συμφέροντα (πβ. υποκινώ). ~ημένος από την επιθυμία ... ΣΥΝ. προτρέπω ΑΝΤ. αποτρέπω (1) [< μτγν. παρακινῶ] | |
| 38438 | παρακλάδι | πα-ρα-κλά-δι ουσ. (ουδ.): οτιδήποτε αποτελεί υποδιαίρεση, τμήμα ευρύτερου συνόλου, αλλά έχει αυτοτέλεια: ~ εταιρείας/οργάνωσης (πβ. παράρτημα). Επιχείρηση με ~ια σε όλο τον κόσμο. Η ινδοευρωπαϊκή οικογένεια γλωσσών έχει πολλά ~ια. Πβ. παραφυάδα.|| Τα ~ια του ποταμού (= διακλαδώσεις). [< μεσν. παρακλάδι] | |
| 38439 | παράκληση | πα-ρά-κλη-ση ουσ. (θηλ.) 1. αίτημα που διατυπώνεται με ευγενικό και ικετευτικό τρόπο: εγκάρδια/ευγενική/θερμή/τρυφερή ~. ~ για βοήθεια. Απευθύνει ~ προς/σε ... Εκφράζει την ~ να (μη) ... Με την ~ να ενημερωθούν όλοι οι ενδιαφερόμενοι. Το όνομα του συγγραφέα δεν θα δοθεί στη δημοσιότητα κατά ~/μετά από ~ του ιδίου. Πβ. παρακαλετό, παρακάλια. Βλ. επίκληση. ΣΥΝ. έκκληση 2. ΕΚΚΛΗΣ. σύντομη ακολουθία που περιέχει κυρ. δέηση, ικεσία προς τον Θεό, την Παναγία ή τους Αγίους. Πβ. προσευχή.|| Οι ~ήσεις της Θεοτόκου (: που τελούνται το πρώτο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου). [< 1: αρχ. παράκλησις 2: μτγν. κ. μεσν. ~] | |
| 38440 | παρακλητικός | , ή, ό πα-ρα-κλη-τι-κός επίθ.: που εκφράζει παράκληση: ~ός: τόνος. ~ή: φωνή. ~ό: βλέμμα/ύφος. ~ά: λόγια. ΣΥΝ. ικετευτικός, παρακαλεστικός ● Ουσ.: Παρακλητική (η): ΕΚΚΛΗΣ. λειτουργικό βιβλίο της Ορθόδοξης Εκκλησίας που περιέχει τους ύμνους όλων των ημερών της εβδομάδας και στους οκτώ ήχους της βυζαντινής μουσικής. ΣΥΝ. οκτώηχος (1) [< μεσν. Παρακλητική] ● επίρρ.: παρακλητικά ● ΣΥΜΠΛ.: Παρακλητικός Κανόνας: ΕΚΚΛΗΣ. σύντομη ακολουθία που περιέχει κυρ. δεήσεις προς τον Θεό, την Παναγία ή τους Αγίους. [< μτγν. παρακλητικός] | |
| 38441 | παράκλητος | , η, ο πα-ρά-κλη-τος επίθ. (λόγ.): που καλείται για βοήθεια, συμπαράσταση. Κυρ. στο ● Ουσ.: Παράκλητος (ο): ΕΚΚΛΗΣ. προσωνυμία του Αγίου Πνεύματος. [< μτγν. Παράκλητος] | |
| 38442 | παρακλινικός | , ή, ό πα-ρα-κλι-νι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που γίνεται σε ακτινολογικό, βιοχημικό, κυτταρολογικό ή μικροβιολογικό εργαστήριο: ~ός: έλεγχος. ~ές: εξετάσεις. [< αγγλ. paraclinical, 1961] | |
| 38443 | παρακμάζω | πα-ρακ-μά-ζω ρ. (αμτβ.) {παρήκμα-σα, -σμένος κ. παρακμασμένος, παρακμάζ-οντας}: βρίσκομαι σε παρακμή: ~ει το εμπόριο/η οικονομία/η παιδεία/ο πολιτισμός. Η πόλη άρχισε να ~ει μετά τον σεισμό. ~σμένη: κοινωνία (πβ. υποβαθμισμένη). ~σμένο: σύστημα. Πβ. φθίνω. ΑΝΤ. ακμάζω, ανθίζω & ανθώ, θάλλει (1) [< αρχ. παρακμάζω] | |
| 38444 | παρακμή | πα-ρακ-μή ουσ. (θηλ.): μείωση ανάπτυξης, αξίας, δύναμης, επιρροής· ξεπεσμός, φθορά: ~ μιας αυτοκρατορίας (πβ. δύση).|| Ηθική/κοινωνική/οικονομική/πνευματική/πολιτική/πολιτιστική ~ (πβ. κατάπτωση, μαρασμός, σήψη). Βρίσκεται/οδηγείται σε ~ (= παρακμάζει). ΑΝΤ. ακμή (1), άνθιση (1) [< μτγν. παρακμή] | |
| 38445 | παρακμιακός | , ή, ό πα-ρακ-μι-α-κός επίθ.: που παρακμάζει ή χαρακτηρίζεται από παρακμή: ~ός: τύπος.|| ~ή: ατμόσφαιρα/εποχή/κοινωνία/τέχνη. ές: καταστάσεις. ~ά: φαινόμενα. | |
| 38446 | παρακοή | πα-ρα-κο-ή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ανυπακοή, απείθεια: ~ διατάγματος.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Η ~ των πρωτοπλάστων. ΑΝΤ. υπακοή (1) [< μτγν. παρακοή] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ