Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [39040-39060]

IDΛήμμαΕρμηνεία
38431παράκεντρος, η, ο πα-ρά-κε-ντρος επίθ.: που βρίσκεται δίπλα σε κάποιο κέντρο: ~η: λήψη (δορυφόρου). [< γαλλ. paracentrique]
38432παρακεταμόληπα-ρα-κε-τα-μό-λη ουσ. (θηλ.): ΦΑΡΜΑΚ. δραστική ουσία (σύμβ. C8H9NO2) που περιέχεται σε αναλγητικά και αντιπυρετικά φάρμακα. Βλ. ασπιρίνη, ντεπόν, παναντόλ, -όλη. [< αγγλ. paracetamol, 1957, < para +(a)cet(yl) + am(ino + phen)ol, γαλλ. paracétamol, 1972]
38433παρακινδυνευμένος, η, ο πα-ρα-κιν-δυ-νευ-μέ-νος επίθ.: παράτολμος, ριψοκίνδυνος: ~η: εκτίμηση/ενέργεια/κίνηση. ~α: συμπεράσματα. Θα ήταν ~ο να κάνω μία πρόβλεψη τόσο νωρίς. Πβ. τολμηρός. ΑΝΤ. ασφαλής (3) ● επίρρ.: παρακινδυνευμένα [< αρχ. παρακεκινδυνευμένος]
38434παρακίνησηπα-ρα-κί-νη-ση ουσ. (θηλ.): παρότρυνση, προτροπή: ~ των εργαζομένων/των μαθητών/του προσωπικού. Με την ~ της οικογένειάς του έφυγε για σπουδές στο εξωτερικό. ΣΥΝ. ενθάρρυνση [< μτγν. παρακίνησις]
38435παρακινητήςπα-ρα-κι-νη-τής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που παροτρύνει, ωθεί σε δράση κάποιον. [< μεσν. παρακινητής]
38436παρακινητικός, ή, ό πα-ρα-κι-νη-τι-κός επίθ.: που προτρέπει, ωθεί σε δράση: ~ός: παράγοντας. ~ό: περιβάλλον (εργασίας). Πβ. παροτρυντ-, προτρεπτ-ικός. ● επίρρ.: παρακινητικά [< μτγν. παρακινητικός]
38437παρακινώ[παρακινῶ] πα-ρα-κι-νώ ρ. (μτβ.) {παρακιν-είς ... | παρακίν-ησα, -ούμαι, -ήθηκα, -ημένος, -ώντας}: ενθαρρύνω, παροτρύνω κάποιον να κάνει κάτι: Η αγάπη της για τα παιδιά την ~ησε (= ώθησε) να γράψει ένα διήγημα. Οι πράξεις τους ~ούνται από προσωπικά συμφέροντα (πβ. υποκινώ). ~ημένος από την επιθυμία ... ΣΥΝ. προτρέπω ΑΝΤ. αποτρέπω (1) [< μτγν. παρακινῶ]
38438παρακλάδιπα-ρα-κλά-δι ουσ. (ουδ.): οτιδήποτε αποτελεί υποδιαίρεση, τμήμα ευρύτερου συνόλου, αλλά έχει αυτοτέλεια: ~ εταιρείας/οργάνωσης (πβ. παράρτημα). Επιχείρηση με ~ια σε όλο τον κόσμο. Η ινδοευρωπαϊκή οικογένεια γλωσσών έχει πολλά ~ια. Πβ. παραφυάδα.|| Τα ~ια του ποταμού (= διακλαδώσεις). [< μεσν. παρακλάδι]
38439παράκλησηπα-ρά-κλη-ση ουσ. (θηλ.) 1. αίτημα που διατυπώνεται με ευγενικό και ικετευτικό τρόπο: εγκάρδια/ευγενική/θερμή/τρυφερή ~. ~ για βοήθεια. Απευθύνει ~ προς/σε ... Εκφράζει την ~ να (μη) ... Με την ~ να ενημερωθούν όλοι οι ενδιαφερόμενοι. Το όνομα του συγγραφέα δεν θα δοθεί στη δημοσιότητα κατά ~/μετά από ~ του ιδίου. Πβ. παρακαλετό, παρακάλια. Βλ. επίκληση. ΣΥΝ. έκκληση 2. ΕΚΚΛΗΣ. σύντομη ακολουθία που περιέχει κυρ. δέηση, ικεσία προς τον Θεό, την Παναγία ή τους Αγίους. Πβ. προσευχή.|| Οι ~ήσεις της Θεοτόκου (: που τελούνται το πρώτο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου). [< 1: αρχ. παράκλησις 2: μτγν. κ. μεσν. ~]
38440παρακλητικός, ή, ό πα-ρα-κλη-τι-κός επίθ.: που εκφράζει παράκληση: ~ός: τόνος. ~ή: φωνή. ~ό: βλέμμα/ύφος. ~ά: λόγια. ΣΥΝ. ικετευτικός, παρακαλεστικός ● Ουσ.: Παρακλητική (η): ΕΚΚΛΗΣ. λειτουργικό βιβλίο της Ορθόδοξης Εκκλησίας που περιέχει τους ύμνους όλων των ημερών της εβδομάδας και στους οκτώ ήχους της βυζαντινής μουσικής. ΣΥΝ. οκτώηχος (1) [< μεσν. Παρακλητική] ● επίρρ.: παρακλητικά ● ΣΥΜΠΛ.: Παρακλητικός Κανόνας: ΕΚΚΛΗΣ. σύντομη ακολουθία που περιέχει κυρ. δεήσεις προς τον Θεό, την Παναγία ή τους Αγίους. [< μτγν. παρακλητικός]
38441παράκλητος, η, ο πα-ρά-κλη-τος επίθ. (λόγ.): που καλείται για βοήθεια, συμπαράσταση. Κυρ. στο ● Ουσ.: Παράκλητος (ο): ΕΚΚΛΗΣ. προσωνυμία του Αγίου Πνεύματος. [< μτγν. Παράκλητος]
38442παρακλινικός, ή, ό πα-ρα-κλι-νι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που γίνεται σε ακτινολογικό, βιοχημικό, κυτταρολογικό ή μικροβιολογικό εργαστήριο: ~ός: έλεγχος. ~ές: εξετάσεις. [< αγγλ. paraclinical, 1961]
38443παρακμάζωπα-ρακ-μά-ζω ρ. (αμτβ.) {παρήκμα-σα, -σμένος κ. παρακμασμένος, παρακμάζ-οντας}: βρίσκομαι σε παρακμή: ~ει το εμπόριο/η οικονομία/η παιδεία/ο πολιτισμός. Η πόλη άρχισε να ~ει μετά τον σεισμό. ~σμένη: κοινωνία (πβ. υποβαθμισμένη). ~σμένο: σύστημα. Πβ. φθίνω. ΑΝΤ. ακμάζω, ανθίζω & ανθώ, θάλλει (1) [< αρχ. παρακμάζω]
38444παρακμήπα-ρακ-μή ουσ. (θηλ.): μείωση ανάπτυξης, αξίας, δύναμης, επιρροής· ξεπεσμός, φθορά: ~ μιας αυτοκρατορίας (πβ. δύση).|| Ηθική/κοινωνική/οικονομική/πνευματική/πολιτική/πολιτιστική ~ (πβ. κατάπτωση, μαρασμός, σήψη). Βρίσκεται/οδηγείται σε ~ (= παρακμάζει). ΑΝΤ. ακμή (1), άνθιση (1) [< μτγν. παρακμή]
38445παρακμιακός, ή, ό πα-ρακ-μι-α-κός επίθ.: που παρακμάζει ή χαρακτηρίζεται από παρακμή: ~ός: τύπος.|| ~ή: ατμόσφαιρα/εποχή/κοινωνία/τέχνη. ές: καταστάσεις. ~ά: φαινόμενα.
38446παρακοήπα-ρα-κο-ή ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ανυπακοή, απείθεια: ~ διατάγματος.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Η ~ των πρωτοπλάστων. ΑΝΤ. υπακοή (1) [< μτγν. παρακοή]
38447παρακοιμώμενοςπα-ρα-κοι-μώ-με-νος ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.-μειωτ.) πρόσωπο που χαίρει εμπιστοσύνης από κάποιον, συνήθ. ιεραρχικά ανώτερό του: ~οι της διοίκησης/της εξουσίας. 2. ΙΣΤ. (στο Βυζάντιο) τίτλος ανώτατου αξιωματούχου που κοιμόταν κοντά στον αυτοκράτορα. [< μεσν. παρακοιμώμενος]
38448παρακολούθημαπα-ρα-κο-λού-θη-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.) 1. επακόλουθο, συνέπεια: Άμεσο ~ της οικονομικής κρίσης είναι η ανεργία. Πβ. αποτέλεσμα, συμπαρομαρτούντα. 2. (ειδικότ.) οτιδήποτε σχετίζεται με ένα ακίνητο: ~ του διαμερίσματος (π.χ. αποθήκη, θέση στάθμευσης στην πιλοτή της πολυκατοικίας). [< μτγν. παρακολούθημα ‘αυτό που ακολουθεί’]
38449παρακολούθησηπα-ρα-κο-λού-θη-ση ουσ. (θηλ.) 1. συστηματική παρατήρηση, εξέταση της πορείας μιας διαδικασίας ή ενός φαινομένου: δορυφορική (βλ. κατόπτευση)/λογιστική/οικονομική/περιβαλλοντική/ποσοτική και ποιοτική/στατιστική ~. Εντατική/ευχερέστερη/συνεχής/τακτική ~. ~ της αγοράς/των αλλαγών (π.χ. της νομοθεσίας)/της εγκυμοσύνης/των εξελίξεων/των εργασιών/ενός έργου/της θερμοκρασίας/της καρδιακής λειτουργίας (βλ. χόλτερ)/της προόδου (των μαθητών)/της σεισμικής δραστηριότητας. Επιτροπή/Κέντρο/Μονάδα ~ης. Δίκτυο/τεχνολογία ~ης. Πβ. έλεγχος, επίβλεψη, επιτήρηση, εποπτεία.|| (για πρόσ.) Ιατρική ~ ασθενούς. Βλ. τηλε~. 2. κρυφή και συνήθ. παράνομη καταγραφή των δραστηριοτήτων, επαφών και κινήσεων προσώπου: ηλεκτρονική ~. ~ των επικοινωνιών (βλ. απόρρητο)/των συνδιαλέξεων/των συνομιλιών/του τηλεφώνου (= τηλεφωνική ~· πβ. υποκλοπή· βλ. κοριός). ~ των εργαζομένων/υπόπτων/ενός χώρου. ~ με κιάλια. Κάμερα/κλειστό κύκλωμα/λογισμικό/σύστημα ~ης. Θύμα/σκάνδαλο ~ης.|| Βρίσκεται/τελεί υπό (αυστηρή/στενή) ~. ΣΥΝ. κατασκόπευση 3. συμμετοχή σε κύκλο μαθημάτων με την ιδιότητα του διδασκομένου: ελλιπής/μερική/πλήρης/συστηματική/τακτική/υποχρεωτική ~ των παραδόσεων. ~ μεταπτυχιακών σπουδών. Αίτηση/βεβαίωση/πιστοποιητικό ~ης σεμιναρίου. 4. προσεκτική παρατήρηση θεάματος ή/και ακροάματος: ~ μιας εκπομπής/ομιλίας/ταινίας. Ζωντανή ~ του ματς. [< αρχ. παρακολούθησις ‘αλληλουχία’, μτγν. ~ ‘συμπέρασμα, κατανόηση’ 2.3: γαλλ. observation]
38450παρακολουθώ[παρακολουθῶ] πα-ρα-κο-λου-θώ ρ. (μτβ.) {παρακολουθ-είς ..., -ώντας | παρακολούθ-ησα, -ήσω, -ούμαι, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος} 1. βλέπω κάτι ως τηλεθεατής ή θεατής: ~ τον αγώνα/το δελτίο ειδήσεων/μια συνέντευξη (στην τηλεόραση). ~ούσε φανατικά την εκπομπή. Παρακολουθήστε (εσφαλμ. παρακολουθείστε) ζωντανά την τελετή έναρξης. ~ούσαν το θέαμα.|| ~ησα μια διάλεξη/εκδήλωση/θεατρική παράσταση/συναυλία/ένα συνέδριο (βλ. παρευρίσκομαι, παρίσταμαι). 2. παρατηρώ συστηματικά κάτι που μεταβάλλεται, εξετάζω την πορεία του: ~ την αγορά/επικαιρότητα/πρόοδο των εργασιών. Η κυβέρνηση ~εί από κοντά/λεπτό προς λεπτό τις εξελίξεις. Η επιτροπή ~εί την εφαρμογή και τήρηση του προγράμματος. Πβ. ελέγχω, επιβλέπω, επιτηρώ, εποπτεύω.|| Οι επιστήμονες ~ούν το ηφαίστειο/τη σεισμική δραστηριότητα.|| (για ασθενή:) ~είται από ειδικό πνευμονολόγο (πβ. κουράρω). 3. λαμβάνω μέρος, πηγαίνω σε κύκλο μαθημάτων ως διδασκόμενος: ~ ένα (μεταπτυχιακό) πρόγραμμα. ~εί όλα τα μαθήματα του πρώτου εξαμήνου. ~ούσε ανελλιπώς τις παραδόσεις (ΑΝΤ. απουσιάζω). Τα εργαστήρια ~ούνται υποχρεωτικά. 4. ακολουθώ κάποιον, προσέχοντας να μη με αντιληφθεί, για να δω πού πάει· καταγράφω κρυφά τις κινήσεις ή τις συζητήσεις του, για να αποσπάσω πληροφορίες για τη ζωή και τις δραστηριότητές του: Έβαλε ντετέκτιβ να τον ~εί. Νιώθω ότι ~ούμαι. Η Αστυνομία ~εί (διακριτικά) τον ύποπτο. ~ούμενος στενά από τις Αρχές. Πβ. κατασκοπεύω, παίρνω (κάποιον) από πίσω/στο κατόπι.|| ~ούσαν τις συνομιλίες του (πβ. υποκλέπτω). Πρόσεχε, τα τηλέφωνα ~ούνται (: είναι παγιδευμένα· βλ. κοριός, κρυφή κάμερα). 5. προσέχω και κατανοώ τα λόγια κάποιου: Συγγνώμη, δεν ~ούσα τι λέγατε (βλ. αφηρημένος).|| Δυσκολεύομαι να τον ~ήσω/να ~ήσω τη σκέψη του. [< αρχ. παρακολουθῶ, γερμ. verfolgen]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.