Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [39060-39080]

IDΛήμμαΕρμηνεία
38451παρακόρηπα-ρα-κό-ρη ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-παλαιότ.): ψυχοκόρη.
38452παρακούωπα-ρα-κού-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {παράκου-σα (λόγ.) παρήκουσα, παρακού-οντας} 1. ακούω κάτι λανθασμένα: ~σες, ποτέ δεν είπα κάτι τέτοιο. 2. δεν υπακούω σε κάτι: ~ μια διαταγή/μια εντολή. ~οντας τις συμβουλές των μεγαλυτέρων του ... Πβ. απειθαρχώ, απειθώ. ΑΝΤ. πειθαρχώ (1) [< 1: αρχ. παρακούω 2: μτγν. ~]
38453παρακράτημαπα-ρα-κρά-τη-μα ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. παρακράτηση. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ποιοτικό παρακράτημα: ειδική οικονομική ενίσχυση που χορηγείται σε αγρότες και κτηνοτρόφους ως επιβράβευση της ποιότητας του προϊόντος τους και προέρχεται από την παρακράτηση μέρους της ενιαίας επιδότησης.
38454παρακράτησηπα-ρα-κρά-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. αφαίρεση ενός τμήματος από το χρηματικό ποσό (π.χ. αποδοχές, επιδοτήσεις, κέρδη) που πρέπει να αποδοθεί σε κάποιον· συνεκδ. το ποσό που αφαιρείται: ~ εισφορών/μισθού/φόρου (εισοδήματος).|| Μηνιαία ~ ύψους ... ευρώ. Αναδρομικές ~ήσεις. Πβ. κρατήσεις. ΣΥΝ. παρακράτημα.|| (ΝΟΜ.) ~ κυριότητας (: τα δικαιώματα χρήσης αγαθού παραμένουν στον δανειστή, μέχρι την αποπληρωμή ορισμένου ποσού από τον δανειζόμενο). [< γαλλ. rétention]
38455παρακρατικός, ή, ό πα-ρα-κρα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το παρακράτος: ~ός: μηχανισμός. ~ή: δράση/οργάνωση. ~ό: δίκτυο/κύκλωμα. ~ά: κέντρα. ● Ουσ.: παρακρατικός (ο): μέλος παρακρατικής ομάδας: εμπρηστική επίθεση από ~ούς. [< αγγλ. parastatal, 1969]
38456παρακράτοςπα-ρα-κρά-τος ουσ. (ουδ.): σύνολο ατόμων ή ομάδων με ισχυρές διασυνδέσεις που αναπτύσσουν μυστική και παράνομη δράση, συνήθ. με την ανοχή ή την υποστήριξη της επίσημης κρατικής εξουσίας, εναντίον της κοινωνίας, τμημάτων της ή των αντιφρονούντων. Πβ. παραεξουσία. [< αγγλ. parastate, 1959]
38457παρακρατώ[παρακρατῶ] πα-ρα-κρα-τώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {παρακρατ-είς κ. -άς ... | παρακράτ-ησα, -είται, -ήθηκε (λόγ. μτχ. παρακρατηθ-είς, -είσα, -έν), -ημένος, -ώντας} 1. κρατώ ένα μέρος από το χρηματικό ποσό που πρέπει να δώσω σε κάποιον: Σε περίπτωση ακύρωσης του ταξιδιού, ~είται το ...% του καταβληθέντος ποσού. Ο φόρος που ~ήθηκε από τον μισθό ανέρχεται σε ... ευρώ. 2. ΝΟΜ. έχω στην κατοχή μου κάτι για χρήση ή εκμετάλλευση: ~εί την κυριότητα (π.χ. του ακινήτου). Το ινστιτούτο ~εί τα δικαιώματα χρησιμοποίησης των ηλεκτρονικών αρχείων. 3. {κυρ. στο γ’ εν. του αορίστου}(προφ.) διαρκώ πάρα πολύ, περισσότερο από όσο πρέπει ή συνηθίζεται: ~ησε αυτό το αστείο, δεν νομίζεις; Πβ. παρατραβώ. [< 1,2: μτγν. παρακρατῶ, γαλλ. retenir]
38458παράκρουσηπα-ρά-κρου-ση ουσ. (θηλ.): έντονη αναστάτωση, παραλογισμός: μαζική/ομαδική ~. ΣΥΝ. αλλοφροσύνη, παραφροσύνη ● ΦΡ.: παθαίνω παράκρουση (μτφ.-προφ.): παραλογίζομαι, τρελαίνομαι: Έχουν πάθει ~ με τη νέα μόδα. Μόλις έμαθε τα δυσάρεστα, έπαθε ~. ΣΥΝ. φλιπάρω [< αρχ. παράκρουσις]
38459παράκτιος, α, ο πα-ρά-κτι-ος επίθ.: που βρίσκεται ή γίνεται δίπλα ή κοντά στην ακτή: ~ος: οικισμός/τουρισμός. ~α: αλιεία/διάβρωση/κωπηλασία/πεδιάδα. ~ο: περιβάλλον. ~ες: αποθέσεις (βλ. άμμος, κροκάλα)/θίνες. ~α: οικοσυστήματα/ύδατα. ΑΝΤ. μεσόγειος ● ΣΥΜΠΛ.: παράκτια ζώνη: ΓΕΩΛ. η παραθαλάσσια ζώνη ηπειρωτικής περιοχής που αρχίζει από την κατώτερη στάθμη του ύδατος και εκτείνεται προς την ξηρά, μέχρι εκεί που φτάνει το κύμα. [< γαλλ. zοne côtière/littorale] , παράκτια πετοσφαίριση (επίσ.): ΑΘΛ. μπιτς βόλεϊ., θαλάσσιο/παραλιακό μέτωπο βλ. μέτωπο [< αρχ. παράκτιος]
38460παρακυβέρνησηπα-ρα-κυ-βέρ-νη-ση ουσ. (θηλ.): ομάδα ανθρώπων που δρα παρασκηνιακά, παράλληλα με την επίσημη κυβέρνηση, επηρεάζοντας το έργο της. Βλ. παρακράτος.
38461παρακώλυσηπα-ρα-κώ-λυ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): παρεμπόδιση: ~ του έργου (της δικαιοσύνης)/της κυκλοφορίας/της λειτουργίας (π.χ. του ιδρύματος). Δίωξη για ~ συγκοινωνιών. Πβ. κωλυσιεργία, μπλοκάρισμα. ΑΝΤ. διευκόλυνση (1)
38462παρακωλυτικός, ή, ό πα-ρα-κω-λυ-τι-κός επίθ. (λόγ.): παρεμποδιστικός: Ο ρόλος του ήταν συστηματικά ~ στην όλη προσπάθεια. Πβ. κωλυσιεργός. ΑΝΤ. διευκολυντικός
38463παρακωλύωπα-ρα-κω-λύ-ω ρ. (μτβ.) {παρακώλυ-σε, παρακωλύ-θηκε, -οντας} (λόγ.): παρεμποδίζω: ~ει την πρόοδο της διαδικασίας. Μέτρα που ~ουν την ανάπτυξη/τη λειτουργία του ... ~εται το έργο (της Αστυνομίας/της Δικαιοσύνης). Οι διαδηλωτές έκλεισαν τους κεντρικούς δρόμους ~οντας την κυκλοφορία των οχημάτων. Πβ. δυσχεραίνω, κωλυσιεργώ, μπλοκάρω. ΑΝΤ. διευκολύνω [< μεσν. παρακωλύω]
38464παραλαβήπα-ρα-λα-βή ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παραλαμβάνω· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) ό,τι παραλαμβάνει κάποιος· το αντίστοιχο τμήμα καταστήματος, υπηρεσίας ή εταιρείας: απευθείας/αυθημερόν/ηλεκτρονική/ταχυδρομική ~ παραγγελίας. ~ αιτήσεων/βεβαίωσης (παρακολούθησης συνεδρίου)/βραβείου/δέματος/εγγράφων/εξοπλισμού/πετρελαίου θέρμανσης/προμηθειών/συγγραμμάτων (από τους φοιτητές). ~ ιμέιλ/μηνύματος (στο κινητό). Απόδειξη/επιτροπή/ημερομηνία/προθεσμία/πρωτόκολλο/τόπος/υπηρεσία ~ής. ~ές νέων πλοίων. Η οριστική ποσοτική και ποιοτική ~ του έργου. Πβ. λήψη. Βλ. αποστολή.|| ~ καθηκόντων νέου αρχηγού. Πβ. ανάληψη. ΑΝΤ. παράδοση.|| Προσεχώς νέες ~ές σε έπιπλα.|| (στο αεροδρόμιο:) ~ αποσκευών. Περάστε απ' την ~ να πάρετε το πιστοποιητικό. Βλ. ρεσεψιόν, υποδοχή. ● ΣΥΜΠΛ.: τελετή παράδοσης-παραλαβής βλ. παράδοση [< μεσν. παραλαβή 'κατάκτηση', γαλλ. réception]
38465παραλαμβάνωπα-ρα-λαμ-βά-νω ρ. (μτβ.) {παραλάμβανε & (λόγ.) παρελάμβανε, παρέλαβα, παραλάβω, παραλή-φθηκε (λόγ. παρελή-φθη, -φθησαν, μτχ. παραλη-φθείς, -φθείσα, -φθέν), -φθεί, παραλαμβάν-οντας, παραλαβ-ών} & (λαϊκό) παραλαβαίνω 1. παίρνω κάτι που μου δίνει ή μου στέλνει κάποιος, που έχω παραγγείλει ή πληρώσει: ~ δέμα/επιστολή. Παρέλαβε συγκινημένος το βραβείο. Μπορείτε να παραλάβετε την αλληλογραφία/τις αποσκευές σας από ... Η βεβαίωση ~εται από τη γραμματεία. ~φθείς: φάκελος. ~φθείσα: ποσότητα. ~φθέν: δείγμα. Καταγραφή του ~φθέντος υλικού. ΑΝΤ. παραδίδω (1) 2. αναλαμβάνω αξίωμα, αρμοδιότητα, διαδεχόμενος τον προκάτοχό μου: Παρέλαβε τη διεύθυνση της υπηρεσίας/τη σκυτάλη της ηγεσίας. Πβ. επωμίζομαι. 3. παίρνω κάποιον από ένα σημείο, για να τον μεταφέρω σε κάποιο άλλο: Τον παρέλαβε (με το αμάξι) από τον σταθμό. Οι τραυματίες ~φθησαν από ασθενοφόρο. [< αρχ. παραλαμβάνω]
38466παραλειπόμεναπα-ρα-λει-πό-με-να ουσ. (ουδ.) (τα) {παραλειπομένων, σπάν. στον εν. παραλειπόμενο}: όλα όσα αφορούν ένα συμβάν και δεν ανακοινώνονται επίσημα: τα ~ ενός αγώνα/μιας συνάντησης/ενός συνεδρίου/μιας συνέντευξης. ΣΥΝ. ντεσού (1), παρασκήνιο [< αρχ. παραλειπόμενα]
38467παραλείπωπα-ρα-λεί-πω ρ. (μτβ.) {παρέλει-ψα (σπανιότ. προφ.) παράλει-ψα, παραλεί-ψω, -φθηκε (λόγ. παρελείφθη, -φθησαν, μτχ. παραλειφθείς, -φθείσα, -φθέν), -φθεί, παραλείπ-οντας}: δεν κάνω ή δεν συμπεριλαμβάνω κάτι από αμέλεια, από απροσεξία, επειδή το ξέχασα ή σκόπιμα: Δεν ~ ποτέ να βουρτσίζω τα δόντια μου, πριν κοιμηθώ. ~ψαν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα ασφάλειας. Μην ~ψετε να επισκεφτείτε το Μουσείο. Πβ. (παρ)αμελώ.|| ~ψες (= έφαγες, πήδηξες) κατά λάθος μια λέξη (= δεν την έγραψες)/σελίδα (κατά την αρίθμηση)/μια σειρά (= δεν τη διάβασες).|| Για λόγους οικονομίας, ~ψα τη συγκεκριμένη παράγραφο (= την άφησα εκτός). Τα αποσιωπητικά δηλώνουν ότι κάτι ~εται από το κείμενο (= δεν αναφέρεται· πβ. αποσιωπώ).|| ~ψα να τονίσω ότι ... ~ψε να μου απαντήσει. Αν έχω ~ψει κάποιον (: αν δεν ανέφερα το όνομά του), ζητώ συγγνώμη. Πβ. λησμονώ. ● ΦΡ.: τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται βλ. εννοούμενος [< αρχ. παραλείπω, γαλλ. omettre]
38468παράλειψηπα-ρά-λει-ψη ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παραλείπω: αδικαιολόγητη/ακούσια/ανεπίτρεπτη/ασυγχώρητη/βασική/εγκληματική/ουσιώδης/παράνομη/σημαντική/σκόπιμη/σοβαρή/συνειδητή/συστηματική ~. ~ από αμέλεια. ~ λέξεων κατά την ανάγνωση (βλ. δυσλεξία). Θα ήταν ~ή μου/μεγάλη ~ εκ μέρους μου να μην αναφέρω ... Έλεγξε ξανά το γραπτό για τυχόν λάθη και ~είψεις. Πβ. παράβλεψη.|| (ΝΟΜ., ως αδίκημα, παράβαση:) ~ δίωξης και τιμωρίας πειθαρχικού παραπτώματος (βλ. κατάχρηση εξουσίας)/εφαρμογής (οδηγίας)/συμμόρφωσης (προς τις δικαστικές αποφάσεις)/υποβολής φορολογικής δήλωσης. ~ καθήκοντος. Οι επιπτώσεις/συνέπειες μιας ~ης (βλ. κυρώσεις, πρόστιμο). ● ΦΡ.: κατά παράλειψη (λόγ.): παραλείποντας: Η "διαλεκτική" είναι ουσιαστικοποιημένο επίθετο που προήλθε ~ ~ της λέξης "τέχνη".|| (ΝΟΜ., σε αίτηση ακύρωσης:) Ο ... εκλέχτηκε στη θέση του καθηγητή ~ ~ (: με σκόπιμη παράβλεψη) του αιτούντος που ήταν υποψήφιος για την ίδια θέση. [< αρχ. παράλειψις, γαλλ. omission]
38469παραλέωπα-ρα-λέ-ω ρ. (μτβ.) {παραείπα}: κυρ. στη ● ΦΡ.: τα παραλέω (προφ.): υπερβάλλω: Τα παραλές, δεν είναι τόσο τραγικά τα πράγματα. [< αρχ. παραλέγω 'μιλώ ανόητα, άσκοπα']
38470παραλήγουσαπα-ρα-λή-γου-σα ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. προτελευταία συλλαβή λέξης: ο τόνος στην ~ (βλ. παροξύτονος). Βλ. λήγουσα, προ~. [< μτγν. παραλήγουσα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.