| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38467 | παραλείπω | πα-ρα-λεί-πω ρ. (μτβ.) {παρέλει-ψα (σπανιότ. προφ.) παράλει-ψα, παραλεί-ψω, -φθηκε (λόγ. παρελείφθη, -φθησαν, μτχ. παραλειφθείς, -φθείσα, -φθέν), -φθεί, παραλείπ-οντας}: δεν κάνω ή δεν συμπεριλαμβάνω κάτι από αμέλεια, από απροσεξία, επειδή το ξέχασα ή σκόπιμα: Δεν ~ ποτέ να βουρτσίζω τα δόντια μου, πριν κοιμηθώ. ~ψαν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα ασφάλειας. Μην ~ψετε να επισκεφτείτε το Μουσείο. Πβ. (παρ)αμελώ.|| ~ψες (= έφαγες, πήδηξες) κατά λάθος μια λέξη (= δεν την έγραψες)/σελίδα (κατά την αρίθμηση)/μια σειρά (= δεν τη διάβασες).|| Για λόγους οικονομίας, ~ψα τη συγκεκριμένη παράγραφο (= την άφησα εκτός). Τα αποσιωπητικά δηλώνουν ότι κάτι ~εται από το κείμενο (= δεν αναφέρεται· πβ. αποσιωπώ).|| ~ψα να τονίσω ότι ... ~ψε να μου απαντήσει. Αν έχω ~ψει κάποιον (: αν δεν ανέφερα το όνομά του), ζητώ συγγνώμη. Πβ. λησμονώ. ● ΦΡ.: τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται βλ. εννοούμενος [< αρχ. παραλείπω, γαλλ. omettre] | |
| 38468 | παράλειψη | πα-ρά-λει-ψη ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παραλείπω: αδικαιολόγητη/ακούσια/ανεπίτρεπτη/ασυγχώρητη/βασική/εγκληματική/ουσιώδης/παράνομη/σημαντική/σκόπιμη/σοβαρή/συνειδητή/συστηματική ~. ~ από αμέλεια. ~ λέξεων κατά την ανάγνωση (βλ. δυσλεξία). Θα ήταν ~ή μου/μεγάλη ~ εκ μέρους μου να μην αναφέρω ... Έλεγξε ξανά το γραπτό για τυχόν λάθη και ~είψεις. Πβ. παράβλεψη.|| (ΝΟΜ., ως αδίκημα, παράβαση:) ~ δίωξης και τιμωρίας πειθαρχικού παραπτώματος (βλ. κατάχρηση εξουσίας)/εφαρμογής (οδηγίας)/συμμόρφωσης (προς τις δικαστικές αποφάσεις)/υποβολής φορολογικής δήλωσης. ~ καθήκοντος. Οι επιπτώσεις/συνέπειες μιας ~ης (βλ. κυρώσεις, πρόστιμο). ● ΦΡ.: κατά παράλειψη (λόγ.): παραλείποντας: Η "διαλεκτική" είναι ουσιαστικοποιημένο επίθετο που προήλθε ~ ~ της λέξης "τέχνη".|| (ΝΟΜ., σε αίτηση ακύρωσης:) Ο ... εκλέχτηκε στη θέση του καθηγητή ~ ~ (: με σκόπιμη παράβλεψη) του αιτούντος που ήταν υποψήφιος για την ίδια θέση. [< αρχ. παράλειψις, γαλλ. omission] | |
| 38469 | παραλέω | πα-ρα-λέ-ω ρ. (μτβ.) {παραείπα}: κυρ. στη ● ΦΡ.: τα παραλέω (προφ.): υπερβάλλω: Τα παραλές, δεν είναι τόσο τραγικά τα πράγματα. [< αρχ. παραλέγω 'μιλώ ανόητα, άσκοπα'] | |
| 38470 | παραλήγουσα | πα-ρα-λή-γου-σα ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΜΜ. προτελευταία συλλαβή λέξης: ο τόνος στην ~ (βλ. παροξύτονος). Βλ. λήγουσα, προ~. [< μτγν. παραλήγουσα] | |
| 38471 | παραλήπτης | πα-ρα-λή-πτης ουσ. (αρσ.) {(σπάν.) θηλ. παραλήπτρια}: πρόσωπο που παραλαμβάνει κάτι ταχυδρομικώς, μέσω άλλου προσώπου ή με ηλεκτρονικό μέσο: ~ βραβείου/γράμματος/δέματος/επιστολής/μηνύματος. Διεύθυνση/ονοματεπώνυμο/στοιχεία ~η. Τα έξοδα αποστολής βαρύνουν τον ~η. Πβ. (απο)δέκτης. Βλ. -λήπτης. ΑΝΤ. αποστολέας.|| (ως επίθ.) Παραλήπτρια: Αρχή/εταιρεία/χώρα. [< μτγν. παραληπτής, αγγλ. receiver] | |
| 38472 | παραλήρημα | πα-ρα-λή-ρη-μα ουσ. (ουδ.) {παραληρήμ-ατα} 1. χειμαρρώδης, φανατισμένος ή/και ασυνάρτητος λόγος: Ξέσπασε σε εθνικιστικό/ρατσιστικό/υβριστικό ~ (βλ. φλυαρία). Μέσα σε ένα ~ απειλών/λαϊκισμού, κάλεσε το πλήθος να ... Το βιβλίο του είναι ένα (πρωτοφανές) ~ μίσους κατά των ... 2. (μτφ.) άκρατος ενθουσιασμός ή έντονη ψυχική διέγερση: θρησκευτικό/καταναλωτικό ~ (πβ. μανία). Επικρατεί εθνικό ~ για τον θρίαμβο της ομάδας. Τον υποδέχτηκαν μέσα σε (ένα) ~ χαράς. Συγκρότημα που προκαλεί ~ στους νέους (πβ. αμόκ, υστερία). Τον έπιασε ~. Πβ. ντελίριο, παροξυσμός. ΣΥΝ. φρενίτιδα (1) 3. ΨΥΧΙΑΤΡ. διαταραχή της συνείδησης, μικρής ή μεγαλύτερης διάρκειας, η οποία χαρακτηρίζεται κυρ. από αλλοίωση της διανοητικής κατάστασης και των πνευματικών λειτουργιών, μειωμένη ικανότητα προσοχής, παραισθήσεις, αυταπάτες, διαταραχή της ομιλίας, επιθετική συμπεριφορά, ξαφνικές αλλαγές της διάθεσης και ψυχοκινητική διέγερση: διωκτικό (= ~ καταδίωξης)/μεγαλομανιακό (= ~ μεγαλείου)/μετεγχειρητικό/πυρετικό (πβ. παραμιλητό)/στερητικό/τοξικό ~. Βρίσκεται σε ~. ΣΥΝ. ντελίριο (2) ● ΣΥΜΠΛ.: τρομώδες παραλήρημα: ΨΥΧΙΑΤΡ. σύμπτωμα του συνδρόμου στέρησης αλκοόλ που χαρακτηρίζεται από σύγχυση, τρέμουλο και ψευδαισθήσεις του ασθενούς. [< γαλλ.-αγγλ. delirium tremens] [< 1: μτγν. παραλήρημα 2,3: γαλλ. délire] | |
| 38473 | παραληρηματικός | , ή, ό πα-ρα-λη-ρη-μα-τι-κός επίθ. 1. (μτφ.) παράλογος, υστερικός: ~ός: λόγος. 2. ΨΥΧΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το παραλήρημα ή οφείλεται σε αυτό: ~ό: επεισόδιο. ΣΥΝ. παραληρητικός [< γαλλ. délirant] | |
| 38474 | παραληρητικός | , ή, ό πα-ρα-λη-ρη-τι-κός επίθ.: ΨΥΧΙΑΤΡ. παραληρηματικός: ~ή: διαταραχή/ιδέα/κατάθλιψη. | |
| 38475 | παραληρώ | [παραληρῶ] πα-ρα-λη-ρώ ρ. (αμτβ.) {παραληρ-είς ..., -ώντας} 1. (μτφ.) κυριεύομαι από ενθουσιασμό, τρελαίνομαι: Μόλις εμφανίζεται στη σκηνή, το κοινό/πλήθος ~εί. Οι φίλαθλοι ~ούσαν για τον θρίαμβο της ομάδας τους. 2. φλυαρώ, λέω ασυναρτησίες. 3. (σπάν.) βρίσκομαι σε παραλήρημα, παραμιλώ: Όλη τη νύχτα ~ούσε από τον υψηλό πυρετό. [< 1: γαλλ. délirer 2,3: αρχ. παραληρῶ] | |
| 38476 | παραλής | πα-ρα-λής ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό): που έχει πολλά χρήματα, πλούσιος. Βλ. -λής. ΣΥΝ. κονομημένος, λεφτάς ΑΝΤ. φτωχός (1) [< τουρκ. paralι] | |
| 38477 | παραλία | πα-ρα-λί-α ουσ. (θηλ.): το τμήμα της στεριάς που εκτείνεται από τον αιγιαλό προς την ενδοχώρα και καλύπτεται από άμμο ή βότσαλα και η θαλάσσια περιοχή κατά μήκος της ακτής· συνεκδ. παραλιακή ζώνη: αμμώδης/απόμακρη/βραβευμένη (βλ. γαλάζια σημαία)/βραχώδης/γραφική/ειδυλλιακή/έρημη/ερημική/ιδιωτική/κοσμική ή κοσμοπολίτικη/κρυστάλλινη/μαγευτική/μαγική/οργανωμένη (πβ. πλαζ) ~. Ατέλειωτες/παραδεισένιες ~ες. ~ γυμνιστών. Καθαρισμός μιας ~ας. Κατά μήκος της ~ας. Ξενοδοχείο δίπλα/πάνω στην ~ (= παραθαλάσσιο). Πβ. ακρο-γιαλιά, -θαλασσιά, γιαλός, περιγιάλι. Βλ. αμμουδιά.|| Ρηχή ~. Καταγάλανες ~ες.|| Έργα ανάπλασης της ~ας. Βόλτα στην ~ (: στον παραλιακό πεζόδρομο· βλ. προκυμαία). Τα κέντρα της ~ας (βλ. παραλιακή). ● ΦΡ.: το κουβαδάκι σου και σ' άλλη παραλία! βλ. κουβάς [< αρχ. παραλία (ενν. χώρα ή γῆ)] | |
| 38478 | παράλια | πα-ρά-λι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {παραλίων}: παραθαλάσσιες περιοχές: ανατολικά/βόρεια/δυτικά/νότια ~. Τα μεσογειακά/μικρασιατικά ~. Στα ~ της/του ... (ΑΝΤ. ηπειρωτικά). Πβ. παραλιακά. Βλ. ορεινά, πεδινά. ΑΝΤ. ενδοχώρα, μεσόγεια [< μτγν. τὰ παράλια] | |
| 38479 | παραλιακός | , ή, ό πα-ρα-λι-α-κός επίθ.: που βρίσκεται δίπλα σε παραλία ή κατά μήκος της: ~ός: οικισμός. ~ή: ζώνη/περιοχή/πόλη/ταβέρνα. ~ό: θέρετρο/κέντρο (διασκέδασης)/ξενοδοχείο/σημείο (ενός νησιού)/χωριό. ΣΥΝ. παραθαλάσσιος, παράλιος ΑΝΤ. μεσόγειος ● Ουσ.: παραλιακά (τα): ενν. μέρη. Πβ. παράλια., παραλιακή (η): ενν. λεωφόρος, οδός., παραλιακός (ο): ενν. δρόμος. ● επίρρ.: παραλιακά ● ΣΥΜΠΛ.: θαλάσσιο/παραλιακό μέτωπο βλ. μέτωπο | |
| 38480 | παραλίγο | πα-ρα-λί-γο επίρρ.: λίγο έλειψε να: ~ να κάψω το φαγητό. ~ να ξεχάσω ότι είχαμε ραντεβού. ~ να χάσουμε το παιχνίδι.|| (ως επίθ., προφ.) ~ τραγωδία στην εθνική οδό. ΣΥΝ. παρά λίγο/παρ' ολίγο(ν)/παρά τρίχα [< μεσν. παραλίγο] | |
| 38481 | παραλίμνιος | , α/ος, ο πα-ρα-λί-μνι-ος επίθ.: που βρίσκεται κοντά σε λίμνη: ~ος: οικισμός. ~α: περιοχή. [< γαλλ. lacustre] | |
| 38482 | παράλιος | , α, ο πα-ρά-λι-ος επίθ.: παραθαλάσσιος, παραλιακός. ΑΝΤ. μεσόγειος [< αρχ. παράλιος] | |
| 38483 | παραλλαγή | πα-ραλ-λα-γή ουσ. (θηλ.) 1. διαφοροποίηση, τροποποίηση, συνήθ. μικρή, και η αντίστοιχη μορφή που λαμβάνει καθετί που αλλάζει: γλωσσική/μεταγενέστερη/τοπική ~. ~ της άσκησης/του θέματος/της θεωρίας/του θρύλου/της ιστορίας/του κανόνα/του κειμένου/της μεθόδου/του μύθου/του παιχνιδιού/του στίχου/της συνταγής/του τραγουδιού (πβ. βερσιόν, διασκευή)/του χορού. ~ές της πόκας. Πβ. εκδοχή.|| (ΜΟΥΣ.) ~ές της κύριας μελωδίας. Σύνθεση ~ών για ορχήστρα.|| (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ., παρέκκλιση των χαρακτηριστικών ενός ζώου ή φυτού από εκείνα του είδους στο οποίο ανήκει:) Γονιδιακή ~. ~ του ιού ... Ανατομικές ~ές. Βλ. υπο~. || (συνήθ. σε παιχνίδια προβλέψεων, όπως το προπό:) Διπλή/τριπλή ~.|| (ΝΑΥΤ.) ~ (μαγνητικής) πυξίδας. 2. ΣΤΡΑΤ. χρήση φυσικών ή τεχνητών μέσων για την απόκρυψη στρατεύματος ή στρατιωτικού υλικού με στόχο την παραπλάνηση ή αποφυγή του εχθρού· ειδικότ. η αντίστοιχη στολή: είδη ~ής. Φόρμα ~ής.|| Ρούχα σε χρώματα ~ής. Πβ. στολή/φόρμα εργασίας. [< αρχ. παραλλαγή, γαλλ. variation] | |
| 38484 | παραλλάζω | πα-ραλ-λά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παράλλα-ξα (σπάν.-λόγ.) παρήλλα-ξα, παραλλά-ξει, -χθηκε κ. -χτηκε, -γμένος} & (λόγ.) παραλλάσσω 1. κάνω μικρές αλλαγές ή τροποποιήσεις· διαφοροποιούμαι συνήθ. σε μικρό βαθμό: ~ το περιεχόμενο των κειμένων. Για να ~ξω τα λόγια του ποιητή ... ~γμένη εκδοχή/μορφή έργου (πβ. διασκευάζω). Παραλλάσσοντας τη γνωστή ρήση ...|| Τραγούδια που ~ουν από τόπο σε τόπο. Πβ. αλλάζω, ποικίλλω. 2. ΝΑΥΤ. (σπάν., για σκάφος) καβατζάρω, παρακάμπτω: ~ει το ακρωτήριο. [< αρχ. παραλλάσσω] | |
| 38485 | παραλλακτικός | , ή, ό πα-ραλ-λα-κτι-κός επίθ.: ΑΣΤΡΟΝ. που σχετίζεται με την παράλλαξη. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: παραλλακτική γωνία: γωνία κατά την οποία μετατοπίζεται ένα άστρο σύμφωνα με το φαινόμενο της παράλλαξης και με την οποία υπολογίζεται η απόστασή του από τη Γη. [< μτγν. παραλλακτικός, γαλλ. parallactique, αγγλ. parallactic] | |
| 38486 | παραλλακτικότητα | πα-ραλ-λα-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): ποικιλομορφία, ποικιλότητα: (ΒΙΟΛ.) γενετική ~. ~ ποικιλίας αμπέλου.|| (ΓΕΩΠ.) Χωρική ~ (: μεταβολή των ιδιοτήτων και των χαρακτηριστικών του εδάφους στο ίδιο αγροτεμάχιο). [< αγγλ. variability] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ