Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [39080-39100]

IDΛήμμαΕρμηνεία
38471παραλήπτηςπα-ρα-λή-πτης ουσ. (αρσ.) {(σπάν.) θηλ. παραλήπτρια}: πρόσωπο που παραλαμβάνει κάτι ταχυδρομικώς, μέσω άλλου προσώπου ή με ηλεκτρονικό μέσο: ~ βραβείου/γράμματος/δέματος/επιστολής/μηνύματος. Διεύθυνση/ονοματεπώνυμο/στοιχεία ~η. Τα έξοδα αποστολής βαρύνουν τον ~η. Πβ. (απο)δέκτης. Βλ. -λήπτης. ΑΝΤ. αποστολέας.|| (ως επίθ.) Παραλήπτρια: Αρχή/εταιρεία/χώρα. [< μτγν. παραληπτής, αγγλ. receiver]
38473παραληρηματικός, ή, ό πα-ρα-λη-ρη-μα-τι-κός επίθ. 1. (μτφ.) παράλογος, υστερικός: ~ός: λόγος. 2. ΨΥΧΙΑΤΡ. που σχετίζεται με το παραλήρημα ή οφείλεται σε αυτό: ~ό: επεισόδιο. ΣΥΝ. παραληρητικός [< γαλλ. délirant]
38474παραληρητικός, ή, ό πα-ρα-λη-ρη-τι-κός επίθ.: ΨΥΧΙΑΤΡ. παραληρηματικός: ~ή: διαταραχή/ιδέα/κατάθλιψη.
38475παραληρώ[παραληρῶ] πα-ρα-λη-ρώ ρ. (αμτβ.) {παραληρ-είς ..., -ώντας} 1. (μτφ.) κυριεύομαι από ενθουσιασμό, τρελαίνομαι: Μόλις εμφανίζεται στη σκηνή, το κοινό/πλήθος ~εί. Οι φίλαθλοι ~ούσαν για τον θρίαμβο της ομάδας τους. 2. φλυαρώ, λέω ασυναρτησίες. 3. (σπάν.) βρίσκομαι σε παραλήρημα, παραμιλώ: Όλη τη νύχτα ~ούσε από τον υψηλό πυρετό. [< 1: γαλλ. délirer 2,3: αρχ. παραληρῶ]
38476παραλήςπα-ρα-λής ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λαϊκό): που έχει πολλά χρήματα, πλούσιος. Βλ. -λής. ΣΥΝ. κονομημένος, λεφτάς ΑΝΤ. φτωχός (1) [< τουρκ. paralι]
38477παραλίαπα-ρα-λί-α ουσ. (θηλ.): το τμήμα της στεριάς που εκτείνεται από τον αιγιαλό προς την ενδοχώρα και καλύπτεται από άμμο ή βότσαλα και η θαλάσσια περιοχή κατά μήκος της ακτής· συνεκδ. παραλιακή ζώνη: αμμώδης/απόμακρη/βραβευμένη (βλ. γαλάζια σημαία)/βραχώδης/γραφική/ειδυλλιακή/έρημη/ερημική/ιδιωτική/κοσμική ή κοσμοπολίτικη/κρυστάλλινη/μαγευτική/μαγική/οργανωμένη (πβ. πλαζ) ~. Ατέλειωτες/παραδεισένιες ~ες. ~ γυμνιστών. Καθαρισμός μιας ~ας. Κατά μήκος της ~ας. Ξενοδοχείο δίπλα/πάνω στην ~ (= παραθαλάσσιο). Πβ. ακρο-γιαλιά, -θαλασσιά, γιαλός, περιγιάλι. Βλ. αμμουδιά.|| Ρηχή ~. Καταγάλανες ~ες.|| Έργα ανάπλασης της ~ας. Βόλτα στην ~ (: στον παραλιακό πεζόδρομο· βλ. προκυμαία). Τα κέντρα της ~ας (βλ. παραλιακή). ● ΦΡ.: το κουβαδάκι σου και σ' άλλη παραλία! βλ. κουβάς [< αρχ. παραλία (ενν. χώρα ή γῆ)]
38478παράλιαπα-ρά-λι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {παραλίων}: παραθαλάσσιες περιοχές: ανατολικά/βόρεια/δυτικά/νότια ~. Τα μεσογειακά/μικρασιατικά ~. Στα ~ της/του ... (ΑΝΤ. ηπειρωτικά). Πβ. παραλιακά. Βλ. ορεινά, πεδινά. ΑΝΤ. ενδοχώρα, μεσόγεια [< μτγν. τὰ παράλια]
38479παραλιακός, ή, ό πα-ρα-λι-α-κός επίθ.: που βρίσκεται δίπλα σε παραλία ή κατά μήκος της: ~ός: οικισμός. ~ή: ζώνη/περιοχή/πόλη/ταβέρνα. ~ό: θέρετρο/κέντρο (διασκέδασης)/ξενοδοχείο/σημείο (ενός νησιού)/χωριό. ΣΥΝ. παραθαλάσσιος, παράλιος ΑΝΤ. μεσόγειος ● Ουσ.: παραλιακά (τα): ενν. μέρη. Πβ. παράλια., παραλιακή (η): ενν. λεωφόρος, οδός., παραλιακός (ο): ενν. δρόμος. ● επίρρ.: παραλιακά ● ΣΥΜΠΛ.: θαλάσσιο/παραλιακό μέτωπο βλ. μέτωπο
38480παραλίγοπα-ρα-λί-γο επίρρ.: λίγο έλειψε να: ~ να κάψω το φαγητό. ~ να ξεχάσω ότι είχαμε ραντεβού. ~ να χάσουμε το παιχνίδι.|| (ως επίθ., προφ.) ~ τραγωδία στην εθνική οδό. ΣΥΝ. παρά λίγο/παρ' ολίγο(ν)/παρά τρίχα [< μεσν. παραλίγο]
38481παραλίμνιος, α/ος, ο πα-ρα-λί-μνι-ος επίθ.: που βρίσκεται κοντά σε λίμνη: ~ος: οικισμός. ~α: περιοχή. [< γαλλ. lacustre]
38482παράλιος, α, ο πα-ρά-λι-ος επίθ.: παραθαλάσσιος, παραλιακός. ΑΝΤ. μεσόγειος [< αρχ. παράλιος]
38483παραλλαγήπα-ραλ-λα-γή ουσ. (θηλ.) 1. διαφοροποίηση, τροποποίηση, συνήθ. μικρή, και η αντίστοιχη μορφή που λαμβάνει καθετί που αλλάζει: γλωσσική/μεταγενέστερη/τοπική ~. ~ της άσκησης/του θέματος/της θεωρίας/του θρύλου/της ιστορίας/του κανόνα/του κειμένου/της μεθόδου/του μύθου/του παιχνιδιού/του στίχου/της συνταγής/του τραγουδιού (πβ. βερσιόν, διασκευή)/του χορού. ~ές της πόκας. Πβ. εκδοχή.|| (ΜΟΥΣ.) ~ές της κύριας μελωδίας. Σύνθεση ~ών για ορχήστρα.|| (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ., παρέκκλιση των χαρακτηριστικών ενός ζώου ή φυτού από εκείνα του είδους στο οποίο ανήκει:) Γονιδιακή ~. ~ του ιού ... Ανατομικές ~ές. Βλ. υπο~. || (συνήθ. σε παιχνίδια προβλέψεων, όπως το προπό:) Διπλή/τριπλή ~.|| (ΝΑΥΤ.) ~ (μαγνητικής) πυξίδας. 2. ΣΤΡΑΤ. χρήση φυσικών ή τεχνητών μέσων για την απόκρυψη στρατεύματος ή στρατιωτικού υλικού με στόχο την παραπλάνηση ή αποφυγή του εχθρού· ειδικότ. η αντίστοιχη στολή: είδη ~ής. Φόρμα ~ής.|| Ρούχα σε χρώματα ~ής. Πβ. στολή/φόρμα εργασίας. [< αρχ. παραλλαγή, γαλλ. variation]
38484παραλλάζωπα-ραλ-λά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παράλλα-ξα (σπάν.-λόγ.) παρήλλα-ξα, παραλλά-ξει, -χθηκε κ. -χτηκε, -γμένος} & (λόγ.) παραλλάσσω 1. κάνω μικρές αλλαγές ή τροποποιήσεις· διαφοροποιούμαι συνήθ. σε μικρό βαθμό: ~ το περιεχόμενο των κειμένων. Για να ~ξω τα λόγια του ποιητή ... ~γμένη εκδοχή/μορφή έργου (πβ. διασκευάζω). Παραλλάσσοντας τη γνωστή ρήση ...|| Τραγούδια που ~ουν από τόπο σε τόπο. Πβ. αλλάζω, ποικίλλω. 2. ΝΑΥΤ. (σπάν., για σκάφος) καβατζάρω, παρακάμπτω: ~ει το ακρωτήριο. [< αρχ. παραλλάσσω]
38485παραλλακτικός, ή, ό πα-ραλ-λα-κτι-κός επίθ.: ΑΣΤΡΟΝ. που σχετίζεται με την παράλλαξη. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: παραλλακτική γωνία: γωνία κατά την οποία μετατοπίζεται ένα άστρο σύμφωνα με το φαινόμενο της παράλλαξης και με την οποία υπολογίζεται η απόστασή του από τη Γη. [< μτγν. παραλλακτικός, γαλλ. parallactique, αγγλ. parallactic]
38486παραλλακτικότηταπα-ραλ-λα-κτι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): ποικιλομορφία, ποικιλότητα: (ΒΙΟΛ.) γενετική ~. ~ ποικιλίας αμπέλου.|| (ΓΕΩΠ.) Χωρική ~ (: μεταβολή των ιδιοτήτων και των χαρακτηριστικών του εδάφους στο ίδιο αγροτεμάχιο). [< αγγλ. variability]
38487παράλλαξηπα-ράλ-λα-ξη ουσ. (θηλ.) 1. ΑΣΤΡΟΝ. μεταβολή της διεύθυνσης, της κυκλικής κίνησης των περιστρεφόμενων γύρω από τη Γη ουράνιων αντικειμένων, όπως παρατηρείται από δυο διαφορετικά σημεία· ειδικότ. γωνία υπό την οποία προβάλλεται από κάποιο ουράνιο σώμα η ακτίνα της Γης. 2. ΤΟΠΟΓΡ. εμφανής μετατόπιση αντικειμένου που οφείλεται στην αλλαγή της θέσης του παρατηρητή του. 3. ΝΑΥΤ. διάβαση πλοίου από κάποιο σημείο της ακτής, τη στιγμή κατά την οποία η γραμμή πλεύσης του πλοίου και η γραμμή σκόπευσης του σημείου τέμνονται κάθετα. [< αρχ. παράλλαξις, γαλλ. parallaxe, αγγλ. parallax]
38488παραλληλεπίπεδοπα-ραλ-λη-λε-πί-πε-δο ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΜ. πολύεδρο με έξι έδρες, καθεμία από τις οποίες είναι παραλληλόγραμμο: ορθογώνιο (: του οποίου όλες οι έδρες είναι ορθογώνια παραλληλόγραμμα)/πλάγιο ~. [< μτγν. παραλληλεπίπεδον, αγγλ. parallelepiped, γαλλ. parallélépipède]
38489παραλληλεπίπεδος, η, ο πα-ραλ-λη-λε-πί-πε-δος επίθ.: ΓΕΩΜ. (για στερεό) που έχει επίπεδες και μεταξύ τους παράλληλες επιφάνειες. [< μτγν. παραλληλεπίπεδος, γαλλ. parallélépipédique]
38490παραλληλίαπα-ραλ-λη-λί-α ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα δύο ή περισσοτέρων στοιχείων παράλληλων μεταξύ τους: ~ ευθειών. ΣΥΝ. παραλληλότητα 2. (κατ' επέκτ.) αναλογία, αντιστοιχία, συγγένεια: Το βιβλίο εξετάζει την ~ ανάμεσα στην κοινωνική και τη γλωσσική διαφοροποίηση. ΣΥΝ. παραλληλότητα 3. ΠΛΗΡΟΦ. ταυτόχρονη εκτέλεση των τμημάτων εργασίας που έχουν κατανεμηθεί σε πολλούς επεξεργαστές για ταχύτερα αποτελέσματα. ΣΥΝ. παραλληλισμός (3) ● ΣΥΜΠΛ.: αξίωμα παραλληλίας: ΓΕΩΜ. (στην ευκλείδεια γεωμετρία) σύμφωνα με το οποίο από σημείο εκτός ευθείας διέρχεται μόνο μία γραμμή παράλληλη προς αυτή. ● ΦΡ.: σε παραλληλία 1. σε παράλληλη θέση: Οι τροχαλίες βρίσκονται/είναι ~ ~. 2. σε συνδυασμό, συγχρόνως: Οι τεχνολογικές εξελίξεις, ~ ~ (= παράλληλα) με τις οικονομικές, οδήγησαν στην αύξηση του ανταγωνισμού. Πβ. εκ παραλλήλου. [< μεσν. παραλληλία, γαλλ. parallélisation]
38491παραλληλίζωπα-ραλ-λη-λί-ζω ρ. (μτβ.) {παραλλήλι-σε, παραλληλί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, παραλληλίζ-οντας} 1. παρομοιάζω, συγκρίνω κάτι με κάτι άλλο: ~ γεγονότα/καταστάσεις. Μην ~εις ανόμοια πράγματα. ~σε την υπόθεση με το σκάνδαλο που είχε ξεσπάσει στο παρελθόν. Πβ. (αντι)παραβάλλω, αντιστοιχίζω. 2. (σπάν.) τοποθετώ κάτι παράλληλα με κάτι άλλο. [< μεσν. παραλληλίζω 'θέτω κάτι δίπλα σε κάτι άλλο', γαλλ. paralléliser]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.