| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38487 | παράλλαξη | πα-ράλ-λα-ξη ουσ. (θηλ.) 1. ΑΣΤΡΟΝ. μεταβολή της διεύθυνσης, της κυκλικής κίνησης των περιστρεφόμενων γύρω από τη Γη ουράνιων αντικειμένων, όπως παρατηρείται από δυο διαφορετικά σημεία· ειδικότ. γωνία υπό την οποία προβάλλεται από κάποιο ουράνιο σώμα η ακτίνα της Γης. 2. ΤΟΠΟΓΡ. εμφανής μετατόπιση αντικειμένου που οφείλεται στην αλλαγή της θέσης του παρατηρητή του. 3. ΝΑΥΤ. διάβαση πλοίου από κάποιο σημείο της ακτής, τη στιγμή κατά την οποία η γραμμή πλεύσης του πλοίου και η γραμμή σκόπευσης του σημείου τέμνονται κάθετα. [< αρχ. παράλλαξις, γαλλ. parallaxe, αγγλ. parallax] | |
| 38488 | παραλληλεπίπεδο | πα-ραλ-λη-λε-πί-πε-δο ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΜ. πολύεδρο με έξι έδρες, καθεμία από τις οποίες είναι παραλληλόγραμμο: ορθογώνιο (: του οποίου όλες οι έδρες είναι ορθογώνια παραλληλόγραμμα)/πλάγιο ~. [< μτγν. παραλληλεπίπεδον, αγγλ. parallelepiped, γαλλ. parallélépipède] | |
| 38489 | παραλληλεπίπεδος | , η, ο πα-ραλ-λη-λε-πί-πε-δος επίθ.: ΓΕΩΜ. (για στερεό) που έχει επίπεδες και μεταξύ τους παράλληλες επιφάνειες. [< μτγν. παραλληλεπίπεδος, γαλλ. parallélépipédique] | |
| 38490 | παραλληλία | πα-ραλ-λη-λί-α ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα δύο ή περισσοτέρων στοιχείων παράλληλων μεταξύ τους: ~ ευθειών. ΣΥΝ. παραλληλότητα 2. (κατ' επέκτ.) αναλογία, αντιστοιχία, συγγένεια: Το βιβλίο εξετάζει την ~ ανάμεσα στην κοινωνική και τη γλωσσική διαφοροποίηση. ΣΥΝ. παραλληλότητα 3. ΠΛΗΡΟΦ. ταυτόχρονη εκτέλεση των τμημάτων εργασίας που έχουν κατανεμηθεί σε πολλούς επεξεργαστές για ταχύτερα αποτελέσματα. ΣΥΝ. παραλληλισμός (3) ● ΣΥΜΠΛ.: αξίωμα παραλληλίας: ΓΕΩΜ. (στην ευκλείδεια γεωμετρία) σύμφωνα με το οποίο από σημείο εκτός ευθείας διέρχεται μόνο μία γραμμή παράλληλη προς αυτή. ● ΦΡ.: σε παραλληλία 1. σε παράλληλη θέση: Οι τροχαλίες βρίσκονται/είναι ~ ~. 2. σε συνδυασμό, συγχρόνως: Οι τεχνολογικές εξελίξεις, ~ ~ (= παράλληλα) με τις οικονομικές, οδήγησαν στην αύξηση του ανταγωνισμού. Πβ. εκ παραλλήλου. [< μεσν. παραλληλία, γαλλ. parallélisation] | |
| 38491 | παραλληλίζω | πα-ραλ-λη-λί-ζω ρ. (μτβ.) {παραλλήλι-σε, παραλληλί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος, παραλληλίζ-οντας} 1. παρομοιάζω, συγκρίνω κάτι με κάτι άλλο: ~ γεγονότα/καταστάσεις. Μην ~εις ανόμοια πράγματα. ~σε την υπόθεση με το σκάνδαλο που είχε ξεσπάσει στο παρελθόν. Πβ. (αντι)παραβάλλω, αντιστοιχίζω. 2. (σπάν.) τοποθετώ κάτι παράλληλα με κάτι άλλο. [< μεσν. παραλληλίζω 'θέτω κάτι δίπλα σε κάτι άλλο', γαλλ. paralléliser] | |
| 38492 | παραλληλισμός | πα-ραλ-λη-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. παρομοίωση, σύγκριση: ~ (δύο) γεγονότων/καταστάσεων. Πβ. αντι-παραβολή, -στοίχιση. 2. τοποθέτηση αντικειμένων σε παράλληλη θέση: ~ γεννητριών. 3. ΠΛΗΡΟΦ. παραλληλία. 4. ΛΟΓΟΤ. επανάληψη μίας ή περισσοτέρων εννοιών μέσω ισοδύναμων εκφράσεων ή εικόνων. Βλ. -ισμός. [< μεσν. παραλληλισμός 'σύγκριση ομοίων', γαλλ. parallélisme, αγγλ. parallelism] | |
| 38493 | παραλληλόγραμμο | πα-ραλ-λη-λό-γραμ-μο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άμμου}: ΓΕΩΜ. τετράπλευρο που έχει τις απέναντι πλευρές του παράλληλες: πλάγιο ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ορθογώνιο παραλληλόγραμμο βλ. ορθογώνιος [< μτγν. παραλληλόγραμμον, γαλλ. parallélogramme, αγγλ. parallelogram] | |
| 38494 | παραλληλόγραμμος | , η, ο πα-ραλ-λη-λό-γραμ-μος επίθ.: που έχει παράλληλες τις απέναντι πλευρές: ~ος: καθρέφτης. ~η: τσάντα. [< μτγν. παραλληλόγραμμος, γαλλ. parallélogrammique, αγγλ. parallelogrammic] | |
| 38495 | παραλληλογράφος | πα-ραλ-λη-λο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΜ. όργανο χάραξης παράλληλων γραμμών. Πβ. ταυ. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. parallélographe] | |
| 38496 | παράλληλος | , η/ος, ο πα-ράλ-λη-λος επίθ. 1. (μτφ.) που γίνεται, υπάρχει ταυτόχρονα ή με ανάλογο, παρόμοιο τρόπο με κάτι άλλο: ~ος: σκοπός/σχεδιασμός. ~η: αναζήτηση/απασχόληση/δράση/δραστηριότητα/εξέλιξη/εξυπηρέτηση(πελατών)/εργασία/θεραπεία/κυκλοφορία/παρακολούθηση/πορεία/(ερωτική) σχέση. || (ΝΟΜ.) ~η: ασφάλιση. ~ο: παιχνίδι/πρόγραμμα. ~οι: αγώνες/έλεγχοι/κόσμοι/τομείς. ~ες: εκδηλώσεις/επιδιώξεις/ιστορίες/προσπάθειες (π.χ. για την αντιμετώπιση ενός προβλήματος)/συνεδρίες/συνομιλίες/υπηρεσίες. ~α: γεγονότα/έργα/μέτωπα.|| (ΑΘΛ.) ~ο: (γιγαντιαίο) σλάλομ (ανδρών/γυναικών) (: κατά το οποίο αγωνίζονται ταυτόχρονα δύο αθλητές σε ~ες πίστες). 2. που εκτείνεται στην ίδια κατεύθυνση με κάποιον άλλο, δεν τέμνεται μαζί του και η μεταξύ τους απόσταση παραμένει ίδια: ~οι: αγωγοί/άξονες/δρόμοι/σωλήνες/τοίχοι. ~ες: σειρές. Κυματοθραύστες ~οι προς την ακτή. Κατασκευή πεζόδρομου ~ου προς την οδική αρτηρία. Ευθεία ~η προς το έδαφος.|| ~ο: παρκάρισμα. 3. ΠΛΗΡΟΦ. που αναφέρεται σε ταυτόχρονες διαδικασίες, όπως επεξεργασία δεδομένων, λειτουργία προγραμμάτων, υπολογιστών: ~ος: αλγόριθμος/προγραμματισμός/υπολογισμός. ~η: πρόσβαση. ~ο: καλώδιο/σύστημα. ΑΝΤ. σειριακός 4. ΓΕΩΜ. (για επίπεδα) που δεν έχουν κανένα κοινό σημείο. ● Ουσ.: παράλληλος (η): οδός παράλληλη προς άλλη: πρώτη/δεύτερη/τρίτη ~ λεωφόρου. ● επίρρ.: παράλληλα & (λόγ.) παραλλήλως: ~ προς ... (ΗΛΕΚΤΡ.) Σύνδεση λαμπτήρων σε σειρά και ~ (= σε παραλληλία).|| Τα εργαστήρια θα λειτουργήσουν ~.|| Το σπίτι είναι διακοσμημένο με κλασικό και ~ μοντέρνο στιλ. Πβ. ταυτόχρονα. ● ΣΥΜΠΛ.: παράλληλες (ευθείες): ΓΕΩΜ. που βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο και δεν έχουν κανένα κοινό σημείο. Βλ. τέμνουσα., παράλληλες εισαγωγές/εξαγωγές: ΟΙΚΟΝ. νόμιμες εισαγωγές/εξαγωγές προϊόντων μέσω δικτύων διανομής που δεν έχουν όμως εγκριθεί από τον κατασκευαστή ή τον παραγωγό τους., παράλληλη αγορά: ΟΙΚΟΝ. δευτερεύουσα αγορά των σύγχρονων χρηματιστηρίων που απευθύνεται στις μικρότερες επιχειρήσεις, αποτελώντας τον προθάλαμο για την εισαγωγή τους στην κύρια: γενικός δείκτης της ~ης ~άς. Εισαγωγή/ένταξη (μιας εταιρείας) στην ~ ~., παράλληλη σύνδεση/διάταξη: ΗΛΕΚΤΡ. τρόπος σύνδεσης στοιχείων ηλεκτρικού κυκλώματος, κατά τον οποίο όλα τα στοιχεία βρίσκονται υπό την ίδια τάση και η ένταση του συνολικού ρεύματος που διαπερνά το κύκλωμα είναι ίση με το άθροισμα των εντάσεων των ρευμάτων που διαρρέουν τα στοιχεία του: ~ ~ αντιστάσεων/μπαταριών/πυκνωτών. ΑΝΤ. σύνδεση σε/εν σειρά, παράλληλος (κύκλος) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΑΣΤΡΟΝ. νοητός κύκλος της γήινης ή της ουράνιας σφαίρας παράλληλος προς τον ισημερινό: Οι ~οι ~οι παίρνουν τιμές από 0-90 μοίρες. Βλ. μεσημβρινός., σχήμα εκ παραλλήλου: ΡΗΤΟΡ. ρητορικό σχήμα κατά το οποίο μια έννοια διατυπώνεται ταυτόχρονα θετικά και αρνητικά: π.χ. Να αρνηθείς και να μη δεχτείς. Όμορφος και όχι άσχημος., βίοι παράλληλοι βλ. βίος, παράλληλη θύρα βλ. θύρα, παράλληλο εμπόριο βλ. εμπόριο, παράλληλο κείμενο βλ. κείμενο, παράλληλο Σύμπαν βλ. σύμπαν, παράλληλοι ζυγοί βλ. ζυγός ● ΦΡ.: εκ παραλλήλου (λόγ.): συγχρόνως, ταυτόχρονα. Πβ. σε παραλληλία. [< αρχ. παράλληλος, γαλλ. parallèle, αγγλ. parallel] | |
| 38497 | παραλληλότητα | πα-ραλ-λη-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): παραλληλία. Βλ. -ότητα. [< μτγν. παραλληλότης] | |
| 38498 | παράλλος | , η, ο πα-ράλ-λος επίθ. (προφ.): μεθεπόμενος: την ~η ημέρα/εβδομάδα. Τον άλλο και τον ~ο χρόνο. || Τη μια …, την άλλη, … και την ~ … | |
| 38499 | παραλογή | πα-ρα-λο-γή ουσ. (θηλ.): ΛΟΓΟΤ. αφηγηματικό δημοτικό τραγούδι με φανταστικό και δραματικό συνήθ. περιεχόμενο. Βλ. μπαλάντα. [< μεσν. παραλογή] | |
| 38500 | παραλογίζομαι | πα-ρα-λο-γί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {παραλογί-στηκε, παραλογιζ-όμενος, παραλογι-σμένος, κυρ. στον ενεστ.}: ενεργώ ή μιλώ παράλογα, παραφρονώ: Δεν ξέρεις τι λες! Μου φαίνεται ότι ~εσαι. [< αρχ. παραλογίζομαι] | |
| 38501 | παραλογισμός | πα-ρα-λο-γι-σμός ουσ. (αρσ.): καθετί παράλογο, λόγος, πράξη, σκέψη, συμπεριφορά, που αντιτίθεται στη λογική: σωστός/τέλειος ~. Ο ~ του πολέμου. Δεν αντέχω άλλο τους ~ούς σου. Πβ. ανοησία, παλαβωμάρα, παρά-κρουση, -νοια, παραφροσύνη. Βλ. -ισμός. [< αρχ. παραλογισμός, πβ. αγγλ. paralogism, γαλλ. paralogisme] | |
| 38502 | παράλογο | πα-ρά-λο-γο ουσ. (ουδ.): οτιδήποτε έρχεται σε σύγκρουση με τη λογική: Το ~ της ιστορίας/κατάστασης είναι ότι ... Το ~ στην υπόθεση είναι ότι ... Τα ~α του κόσμου. Πβ. παράδοξο. Βλ. άλογο(ν), λογικό. ● ΣΥΜΠΛ.: θέατρο του παραλόγου 1. (μτφ.) κατάσταση παραλογισμού: Στη συνεδρίαση επικράτησε το ~ ~. Σκηνικό που θυμίζει ~ ~. 2. ΘΕΑΤΡ. πρωτοποριακό ρεύμα του οποίου τα έργα εκφράζουν τη ματαιότητα και την αγωνία του ανθρώπινου αγώνα για επιβίωση σε έναν ανεξήγητο κόσμο. [< αγγλ. theatre of the absurd, 1961, γαλλ. théâtre de l'absurde] [< μτγν. παράλογον, γαλλ. irrationnel] | |
| 38503 | παράλογος | , η, ο πα-ρά-λο-γος επίθ.: που αντιβαίνει στη λογική ή/και ξεπερνά το μέτρο· υπερβολικός: ~η: αντίδραση/απόφαση/εμμονή/ενέργεια/επίθεση/επιθυμία/επιμονή/ιδέα/ιστορία/πράξη/σκέψη/στάση/συμπεριφορά. ~ο: αίτημα/επιχείρημα/συμπέρασμα/φαινόμενο. ~οι: ισχυρισμοί. ~ες: αξιώσεις/απαιτήσεις/απόψεις/καταστάσεις/προσδοκίες. Οι φόβοι σου είναι ~οι. Έχει ~ες (= εξωφρενικές. ΑΝΤ. εύλογες) απαιτήσεις. Ζητάς ~α πράγματα. Δεν μου φαίνεται καθόλου ~ο που ... Θα ήταν εντελώς ~ο να ... Πβ. αλόγιστος, άλογος.|| (για πρόσ.) Μη γίνεσαι ~! Βλ. -λογος. ΑΝΤ. λογικός (1) ● επίρρ.: παράλογα & (λόγ.) παραλόγως [< αρχ. παράλογος] | |
| 38504 | παραλογοτεχνία | πα-ρα-λο-γο-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.): το σύνολο των γραπτών έργων ή κειμένων που δεν εντάσσονται στο πεδίο της λογοτεχνίας, επειδή θεωρούνται υποδεέστερα με θεματικά, αισθητικά και κοινωνικά κριτήρια. ΣΥΝ. παραφιλολογία (2) [< γαλλ. paralittérature, 1953, αγγλ. paraliterature] | |
| 38505 | παράλυση | πα-ρά-λυ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. απώλεια ή μείωση της κινητικής λειτουργίας ολόκληρου του σώματος ή ενός μέρους του λόγω νευρικής βλάβης, κεντρικής ή περιφερειακής: αναπνευστική/γενική/ελαφρά/μερική/μόνιμη/οξεία/παιδική (= πολιομυελίτιδα)/παροδική/πλήρης/προσωρινή/σπαστική/τραυματική/χαλαρή ~. ~ των άνω και κάτω άκρων (πβ. τετραπληγία)/του βραχιονίου πλέγματος/του προσωπικού νεύρου/των φωνητικών χορδών. Μαιευτική ~ (: που προκαλείται κατά τη διάρκεια ενός δύσκολου συνήθ. τοκετού). ~ ύπνου ή υπνική ~ (= υπνο~). Προϊούσα γενική ~. Τρομώδης ~ ή νόσος του Πάρκινσον. Χειρουργική αντιμετώπιση/αποκατάσταση ~ύσεων. Κινδυνεύει με ~. 2. (μτφ.) αποδιοργάνωση, διάλυση: διοικητική/κυβερνητική ~. ~ της αγοράς/της οικονομίας/του πολιτικού συστήματος. ~ στις ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες. Σε κατάσταση ~ης η χώρα. Εικόνα/συμπτώματα ~ης παρουσιάζει ... Πβ. αποσύνθεση, νέκρωση. ● ΣΥΜΠΛ.: εγκεφαλική παράλυση: ΙΑΤΡ. βλάβη των κινητικών κέντρων του εγκεφάλου που παρουσιάζεται πριν από τη γέννηση ή κατά τα πρώτη έτη της ζωής του παιδιού: νεογνική/παιδική ~ ~. Η ~ ~ χαρακτηρίζεται από έλλειψη νευρομυϊκού συντονισμού. Μορφές ~ής ~ης είναι η σπαστικότητα, η αθέτωση και η αταξία. [< 1: μτγν. παράλυσις 2: γαλλ. paralysie, αγγλ. paralysis] | |
| 38506 | παραλυσία | πα-ρα-λυ-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. παράλυση. 2. (μτφ.) εξαχρείωση, διαφθορά: ηθική/πνευματική/πολιτική/ψυχική ~. Πβ. ξεπεσμός. [< γαλλ. paralysie] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ