Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [39100-39120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
38507παραλυτικός, ή, ό πα-ρα-λυ-τι-κός επίθ.: που προκαλεί παράλυση ή σχετίζεται με αυτή: (ΙΑΤΡ.) ~ός: ειλεός. ~ή: πολιομυελίτιδα/σκολίωση.|| (μτφ.) ~ός: φόβος. ~ή: γραφειοκρατία. ~ά: φαινόμενα (π.χ. στη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού). ● επίρρ.: παραλυτικά ● ΣΥΜΠΛ.: Κυριακή του Παραλύτου/του Παραλυτικού βλ. παράλυτος [< μτγν. παραλυτικός, γαλλ. paralytique, αγγλ. paralytic]
38508παράλυτος, η, ο πα-ρά-λυ-τος επίθ.: που έχει πάθει παράλυση: ~α: άκρα/μέλη του σώματος.|| (μτφ.) ~ο: κράτος (: αποδιοργανωμένο, αποδυναμωμένο). ● Ουσ.: παράλυτος, παράλυτη (ο/η): Έμεινε ~η από τροχαίο. Είναι ~ από τη μέση και κάτω/στα κάτω άκρα. Το ατύχημα τον άφησε ~ο. ● ΣΥΜΠΛ.: Κυριακή του Παραλύτου/του Παραλυτικού: ΕΚΚΛΗΣ. η τέταρτη Κυριακή μετά το Πάσχα, αφιερωμένη στο θαύμα της θεραπείας του παραλύτου από τον Χριστό. [< μτγν. παράλυτος]
38509παραλύωπα-ρα-λύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παρέλυ-σα, παραλύ-σω, παραλύ-οντας, -μένος} 1. παθαίνω ή προκαλώ παράλυση: ~σε η αριστερή του πλευρά (από το εγκεφαλικό). ~μένο: χέρι.|| Ένεση που ~ει τους μυς (βλ. μπότοξ). 2. (μτφ.) διακόπτω την ομαλή λειτουργία: Η κακοκαιρία ~σε τις αεροπορικές συγκοινωνίες/τη χώρα. Χάκερς κατάφεραν να ~σουν το δίκτυο. Πβ. αποδιοργανώνω, διαλύω. 3. (μτφ.) δεν μπορώ να κινηθώ, να σκεφτώ· κάνω κάποιον να μην μπορεί γενικότ. να λειτουργήσει εξαιτίας έντονου συναισθήματος: ~σα από τον φόβο μου. ~ και μόνο στην ιδέα/στη σκέψη ότι ... Πβ. κοκαλώνω, μαρμαρώνω, παγώνω.|| Η ομορφιά της σε ~ει (= καθηλώνει).παραλύει (μτφ.): σταματά να λειτουργεί φυσιολογικά· αποδιοργανώνεται, απορρυθμίζεται: ~σε το κέντρο λόγω της διαδήλωσης. Έχουν ~σει (= νεκρώσει) τα πάντα εξαιτίας της απεργίας. Θα ~σει το σύμπαν. ~μένη: οικονομία. [< αρχ. παραλύομαι, γαλλ. paralyser, αγγλ. paralyse]
38510παραμάγαζοπα-ρα-μά-γα-ζο ουσ. (ουδ.) (μειωτ.): κύκλωμα που εξυπηρετεί παράνομα συμφέροντα: κομματικό ~. Είχαν στήσει ~. Πβ. κλίκα, παράγκα, παράκεντρο.
38511παραμαγνητικός, ή, ό πα-ρα-μα-γνη-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με το φαινόμενο του παραμαγνητισμού: ~ή: ουσία. ~ό: υλικό. [< γαλλ. paramagnétique, αγγλ. paramagnetic]
38512παραμαγνητισμόςπα-ρα-μα-γνη-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ. η ιδιότητα ορισμένων υλικών (π.χ. αλουμινίου, λευκόχρυσου) να μαγνητίζονται με την παρουσία εξωτερικού μαγνητικού πεδίου. [< γαλλ. paramagnétisme, αγγλ. paramagnetism]
38513παραμάζωμαπα-ρα-μά-ζω-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): φόρα. Κυρ. στη ● ΦΡ.: παίρνω παραμάζωμα: παρασύρω κάτι ή κάποιον στο πέρασμά μου: Λεωφορείο πήρε ~ τρία παρκαρισμένα αυτοκίνητα.|| (στο ποδόσφαιρο) Δεν έπαιζαν καλή άμυνα και οι αντίπαλοι τους πήραν ~ (: τους κατατρόπωσαν, νίκησαν με μεγάλη διαφορά).
38514παράμαλλοπα-ρά-μαλ-λο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): καθένα από τα νήματα της πετονιάς στην άκρη των οποίων έχουν στερεωθεί τα αγκίστρια: συρμάτινο ~.
34318Παραμανα

ντα-ντά ουσ. (θηλ.) {νταντάδες}: γυναίκα που αναλαμβάνει τη φροντίδα μωρού ή μικρού παιδιού έναντι αμοιβής. Πβ. βάγια, γκουβερνάντα, μπέιμπι σίτερ, παραμάνα, τροφός. ● ΣΥΜΠΛ.: κράτος-νταντά/γκουβερνάντα (ειρων.): που εφαρμόζει παρεμβατική πολιτική. [< αγγλ. nanny state] [< τουρκ. dada]

38515παραμάνα1πα-ρα-μά-να ουσ. (θηλ.): είδος καρφίτσας με δυο παράλληλα σκέλη που κλείνουν, όταν το ένα λυγίζει και μπαίνει στην κεφαλή του άλλου· χρησιμοποιείται για να συνδέει ή να συγκρατεί συνήθ. υφάσματα: παιδική ~ με σταυρό. [< βεν. paraman]
38516παραμάνα2πα-ρα-μά-να ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): γυναίκα που θήλαζε ξένο βρέφος έναντι αμοιβής ή/και αναλάμβανε την ανατροφή του· τροφός. Πβ. νταντά. [< μεσν. παραμάννα]
38517παραμάσχαλαπα-ρα-μά-σχα-λα επίρρ. & (σπάν.-λαϊκό) παραμάσκαλα: κάτω από τη μασχάλη: Βάζω/έχω/κρατώ το βιβλίο ~. Προχωρούσε με την εφημερίδα ~. ΣΥΝ. υπό μάλης
38518παραμεθόριοςπα-ρα-με-θό-ρι-ος ουσ. (θηλ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ίου} (λόγ.): περιοχή κοντά στα σύνορα· (περιληπτ.) το σύνολο των ακριτικών περιοχών μιας χώρας: επίδομα ~ίου. Διορίστηκε δάσκαλος στην ~ο. (Για φαντάρο:) Υπηρέτησε έξι μήνες στην ~ο.
38519παραμεθόριος, α/ος, ο πα-ρα-με-θό-ρι-ος επίθ. (λόγ.): που βρίσκεται κοντά στα σύνορα: ~ος: νομός. ~α: ζώνη/περιοχή. ~ο: νησί/χωριό. Πβ. ακριτικός, μεθοριακός.
38520παραμέληση

πα-ρα-μέ-λη-ση ουσ. (θηλ.): αμέλεια, αδιαφορία για κάποιον ή κάτι: ιατρική/συναισθηματική/σωματική ~. ~ παιδιών. (ΝΟΜ.) ~ εποπτείας ανηλίκου.|| ~ της (εξωτερικής) εμφάνισης/υγείας. ~ καθήκοντος. Πβ. εγκατάλειψη. ΑΝΤ. μέριμνα

38521παραμελώ[παραμελῶ] πα-ρα-με-λώ ρ. (μτβ.) {παραμελ-είς ..., -ώντας | παραμέλ-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: αμελώ, αδιαφορώ για κάποιον ή κάτι: ~ τις ανάγκες μου/τη δουλειά μου/τον εαυτό μου/την εμφάνισή μου/τα καθήκοντά μου/τα μαθήματά μου/την υγεία μου. Περνά ατελείωτες ώρες στη δουλειά, ~ώντας την οικογένειά του. ~ημένες: ασθένειες (: τροπικές λοιμώξεις, ενδημικές στους φτωχούς πληθυσμούς των αναπτυσσόμενων χωρών)/περιοχές. ~ημένα: παιδιά. Πβ. αφήνω, εγκαταλείπω, παραπετώ. ΑΝΤ. μεριμνώ [< αρχ. παραμελῶ]
38522παραμένωπα-ρα-μέ-νω ρ. (αμτβ.) {παρέμει-να, παραμεί-νω, παραμέν-οντας, λόγ. μτχ. -ων, -ουσα, -ον} 1. εξακολουθώ, συνεχίζω να είμαι σε μια κατάσταση ή να βρίσκομαι κάπου: ~ει αδιάφορος/αήττητος/επιφυλακτικός. ~νε ακίνητος/ψύχραιμος. Παρά τα χρόνια, έχει ~νει ο ίδιος. ~οντας σταθερός στις απόψεις του μέχρι το τέλος. ~ει το μεγάλο φαβορί. ~ουν φίλοι/μαζί. ~νε στην εξουσία/κορυφή. Η κατάστασή του ~ει κρίσιμη. Άγνωστα ~ουν τα αίτια του θανάτου του. Τα καταστήματα θα ~νουν κλειστά.|| ~ουν τα ερωτηματικά/προβλήματα.|| Χιλιάδες προϊόντα ~ουν στις αποθήκες. ~ναν στις θέσεις τους. ~ουσα: παραμόρφωση. ~οντες οργανικοί ρύποι (: που αντιστέκονται σε διεργασίες αποικοδόμησης). 2. μένω κάπου, συνήθ. προσωρινά: Εκατοντάδες σεισμόπληκτοι ~ουν σε σκηνές (βλ. διαμένω). ~νε στην εξορία/στη φυλακή για ... χρόνια. ● ΦΡ.: γεγονός παραμένει ότι ... (για να δηλωθεί αντίθεση σε όσα προαναφέρθηκαν): εξακολουθεί, παρ' όλα αυτά, να ισχύει ότι ...: Παρά τις προσπάθειες, ~ ~ το πρόβλημα δεν έχει λυθεί. [< αρχ. παραμένω]
38523παράμεραπα-ρά-με-ρα επίρρ.: πιο πέρα, πιο μακριά: Καθόταν ~ από τους άλλους. Στεκόταν ~ (= στην άκρη, στην μπάντα). Τον πήρε ~, για να του μιλήσει. Κάπου ~. Πβ. απόμερα, παραπέρα. Βλ. παραδίπλα.|| (μτφ.) Άσε τις έγνοιες ~ (: άφησέ τες κατά μέρος, ξέχασέ τες). ● βλ. παράμερος [< μεσν. παράμερα]
38524παραμερίζωπα-ρα-με-ρί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παραμέρι-σα, παραμερί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, παραμερίζ-οντας, παραμερι-σμένος} 1. (μτφ.) απομακρύνω κάτι ή κάποιον που αποτελεί εμπόδιο: ~σε (= έβαλε στην άκρη) τις αμφιβολίες/τους δισταγμούς/τον εγωισμό/τους φόβους του. Είναι καιρός να ~σετε (= αφήσετε/βάλετε κατά μέρος) τις διαφορές σας και να συμφιλιωθείτε. ~στηκαν τα προβλήματα. ~οντας τις προκαταλήψεις. Πβ. εγκαταλείπω, παρακάμπτω.|| Τον έχουν ~σει (= τον έχουν βάλει στο περιθώριο). ~στηκαν οι μεσάζοντες. Είναι ~σμένος από τους συναδέλφους του. Πβ. παραγκωνίζω, περιθωριοποιώ, υποσκελίζω. 2. μετακινώ κάτι πιο πέρα, για να μην εμποδίζει· πηγαίνω στην άκρη, για να αφήσω κάποιον να κινηθεί ελεύθερα ή να καθίσει: ~σε τα έπιπλα, για να μαζέψει το χαλί/την κουρτίνα, για να δει έξω. Πβ. τραβώ.|| ~σε (= κάνε στην άκρη/μπάντα, μέριασε) να περάσουν! Πβ. υποχωρώ. 3. (μτφ.) αποσύρομαι: Είναι καιρός πια να ~σουν οι παλιότεροι. Βλ. τόπο στα νιάτα. [< μεσν. παραμερίζω]
38525παραμερισμόςπα-ρα-με-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) & παραμέρισμα (το) & (επίσ.) παραμέριση (η): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παραμερίζω· παραγκωνισμός: ~ των εμποδίων/των προβλημάτων. Απαιτείται ~ των προσωπικών διαφορών. Πβ. ξεπέρασμα, παράκαμψη, υπερπήδηση.|| ~ από την κοινωνική ζωή. Πβ. υποσκελισμός. Βλ. -ισμός.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.