Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [39120-39140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
38526παράμερος, η, ο πα-ρά-με-ρος επίθ.: απομακρυσμένος, απόμερος: ~ος: δρόμος. Πβ. απόκεντρος, απομονωμένος. ΑΝΤ. κεντρικός (1) ● βλ. παράμερα [< μεσν. *παράμερος]
38527παραμέσαπα-ρα-μέ-σα επίρρ.: πιο μέσα: Μπροστά στην είσοδο στέκονταν καμιά δεκαριά και ~ άλλοι τόσοι. ΑΝΤ. παραέξω (1) [< μεσν. παραμέσα]
38528παραμεσόγειος, α, ο πα-ρα-με-σό-γει-ος επίθ. & παραμεσογειακός, ή, ό: που βρίσκεται κοντά στη Μεσόγειο Θάλασσα ή βρέχεται από αυτή: ~ες: χώρες. ~ή: ζώνη βλάστησης. Πβ. μεσογειακός.
38529παράμεσος, η, ο πα-ρά-με-σος επίθ.: που βρίσκεται δίπλα ή κοντά στη μέση· κυρ. στο ● Ουσ.: παράμεσος (ο): ΑΝΑΤ. το δάχτυλο του χεριού ανάμεσα στο μεσαίο και το μικρό. [< μτγν. παράμεσος]
38530παραμετρικός, ή, ό πα-ρα-με-τρι-κός επίθ.: ΜΑΘ. που εξαρτάται ή ορίζεται από μία ή περισσότερες παραμέτρους: ~ός: έλεγχος/προγραμματισμός (βλ. γραμμικός). ~ή: ανάλυση/παράσταση/στατιστική/τιμή. ΑΝΤ. α~.|| (σε αυτοκίνητο) ~ό: σύστημα διεύθυνσης. ● ΣΥΜΠΛ.: παραμετρικές εξισώσεις: αυτές που περιέχουν μία ή περισσότερες παραμέτρους. [< αγγλ. parametric, γαλλ. paramétrique]
38531παραμετροποίησηπα-ρα-με-τρο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. ρύθμιση, προγραμματισμός βάσει παραμέτρων: ~ της εφαρμογής/της ιστοσελίδας (= εξατομίκευση)/του λογισμικού/του προγράμματος/της σύνδεσης/της συσκευής/του συστήματος. 2. ΜΑΘ. ορισμός, περιγραφή με τη χρήση παραμέτρων. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. parameterization, 1935]
38532παραμετροποιώ[παραμετροποιῶ] πα-ρα-με-τρο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {-εί ..., -ώντας | παραμετροποί-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος} 1. ΠΛΗΡΟΦ. ρυθμίζω, προγραμματίζω σύστημα, εφαρμογή, συσκευή, ορίζοντας τις παραμέτρους που διασφαλίζουν τη βέλτιστη λειτουργία του: ~ την ιστοσελίδα/το λογισμικό/τη σύνδεση. Ο χρήστης μπορεί να ~ήσει το πρόγραμμα ανάλογα με τις ανάγκες του. 2. ΜΑΘ. εκφράζω, περιγράφω κάτι με τη χρήση παραμέτρων: ~ έναν αλγόριθμο. Η συνάρτηση ~είται από σταθερές ή μεταβλητές ποσότητες. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. parameterize, 1940, γαλλ. paramétrer, περ. 1970]
38533παράμετροςπα-ρά-με-τρος ουσ. (θηλ.) {παραμέτρ-ου | -ων, -ους} 1. παράγοντας, χαρακτηριστικό στοιχείο που επηρεάζει, διαμορφώνει, καθορίζει ένα σύνολο: κοινωνική/οικονομική/περιβαλλοντική/ποιοτική/πολιτική/πολιτισμική/ποσοτική/τεχνική/χρονική/ψυχολογική ~. Ηλεκτρικές ~οι. Διερεύνηση/έλεγχος (των) ~ων. Μας διαφεύγει μία σημαντική ~ του ζητήματος. Πρέπει να αναλυθούν/εξεταστούν/ληφθούν υπόψη όλες οι ~οι που συνθέτουν/συνιστούν την υπόθεση. Ο ομιλητής ανέπτυξε/έθιξε κάποιες από τις ~ους του προβλήματος. Πβ. δεδομένα, διάσταση, πτυχή. 2. ΠΛΗΡΟΦ. μεταβλητή προγράμματος που παίρνει διαφορετικές τιμές κάθε φορά που αυτό εκτελείται και επηρεάζει την ακολουθία των εντολών και τη συμπεριφορά του. 3. ΜΑΘ. αόριστη σταθερά μαθηματικής έκφρασης η οποία, όταν παίρνει διαφορετικές τιμές, παράγει νέες εκφράσεις∙ ανεξάρτητη μεταβλητή βάσει της οποίας εκφράζονται άλλες μεταβλητές: ~οι συναρτήσεων. 4. ΣΤΑΤΙΣΤ. μετρήσιμο μέγεθος βάσει του οποίου παρουσιάζονται με απλό τρόπο τα κύρια χαρακτηριστικά στατιστικού συνόλου. 5. ΟΙΚΟΝ. συντελεστής, όρος εξίσωσης που ορίζει τις σχέσεις μεταξύ των μεταβλητών. [< γαλλ. paramètre, αγγλ. parameter]
38534παραμήτριος, α, ο πα-ρα-μή-τρι-ος επίθ.: ΑΝΑΤ. που βρίσκεται κοντά στη μήτρα· κυρ. στο ● Ουσ.: παραμήτριο (το) 1. συνδετικός ιστός που περιβάλλει τα πλάγια τμήματα της μήτρας. 2. σάλπιγγες και ωοθήκες. [< αγγλ. parametrium]
38535παραμικρός, ή, ό πα-ρα-μι-κρός επίθ. (επιτατ.): ελάχιστος (σε ποσό, μέγεθος), ασήμαντος: Ξυπνάει με τον ~ό ήχο. Δεν υπάρχει ο ~ κίνδυνος για την ασφάλεια των πελατών. Δεν συντρέχει ο ~ λόγος ανησυχίας. Με την ~ή ευκαιρία ταξιδεύει. Δεν έχω την ~ή αμφιβολία ότι τον είδα. Δεν υπάρχει η ~ή ελπίδα σωτηρίας. Με την ~ή δυσκολία το βάζει στα πόδια. Προσέχει και την ~ή λεπτομέρεια στο ντύσιμό της. Το ~ό λάθος μπορεί να δημιουργήσει πρόβλημα στο σύστημα. ● Ουσ.: παραμικρό (το) (συνήθ. σε αποφατικές προτάσεις): τίποτα: Δεν γνωρίζω το ~ για αυτή την υπόθεση. Δεν θέλω να ακούσω το ~. Τράκαρε, αλλά δεν έπαθε το ~. ● ΦΡ.: με το παραμικρό: χωρίς ουσιαστική αιτία ή αφορμή: Αγχώνεται/γελάει/ενθουσιάζεται/θυμώνει/νευριάζει/στενοχωριέται ~ ~., δεν έχω την παραμικρή ιδέα βλ. ιδέα, ούτε στο ελάχιστο/παραμικρό βλ. ελάχιστο [< μεσν. παραμικρός]
38536παραμιλητόπα-ρα-μι-λη-τό ουσ. (ουδ.) 1. ασυνάρτητα λόγια που οφείλονται σε κάποια ψυχική ή οργανική διαταραχή: μέσα στο ~ του ... Πβ. παραλήρημα. 2. συνεχής ομιλία κάποιου με τον εαυτό του. Βλ. -ητό.
38537παραμιλώ[παραμιλῶ] πα-ρα-μι-λώ ρ. (αμτβ.) {παραμιλ-άς ..., -ώντας | παραμίλ-ησα} 1. λέω ασυναρτησίες συνήθ. λόγω κάποιας ψυχικής ή οργανικής διαταραχής: Ανέβασε υψηλό πυρετό και όλη τη νύχτα ~ούσε. ~άς στον ύπνο σου. Πβ. παραληρώ. 2. (μτφ.) μένω έκπληκτος, κυριεύομαι από ενθουσιασμό: Η πορεία της ομάδας έκανε τον φίλαθλο κόσμο να ~ά. Πβ. παραληρώ. 3. μιλώ μόνος μου: ~ούσε μπροστά στον καθρέφτη. Περπατούσε στον δρόμο, ~ώντας. Πβ. μονολογώ. [< μεσν. παραμιλώ]
38538παραμονεύωπα-ρα-μο-νεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παραμόν-εψα, παραμονεύ-οντας}: περιμένω στα κρυφά να εμφανιστεί, να περάσει κάποιος, για να του επιτεθώ αιφνίδια· στήνω καρτέρι: Τον παραμόνευε στη στροφή του δρόμου, για να τον ληστέψει. Οι εχθροί παραμόνευαν στο σκοτάδι για αρκετή ώρα.|| (μτφ.) Ο θάνατος/το κακό/ο κίνδυνος ~ει (= ελλοχεύει). ΣΥΝ. ενεδρεύω, καιροφυλακτώ, καραδοκώ, παραφυλάω [< μεσν. παραμονεύω]
38539παραμονήπα-ρα-μο-νή ουσ. (θηλ.) 1. διαμονή, συνήθ. για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα: μακρά/μακροχρόνια/μόνιμη/πολυήμερη/προσωρινή ~ σ' έναν τόπο. ~ και εργασία ομογενών. Άδεια/δικαίωμα/παράταση/πράσινη κάρτα ~ής. Κατά την ~ σας στο νησί, επισκεφθείτε το ...|| (σε ταξιδιωτικό πακέτο:) Ελάχιστη/μέγιστη ~ ... ημέρες. ~ σε ξενοδοχείο ... αστέρων. Βλ. διανυκτέρευση.|| Έξοδα ~ής στην κλινική. 2. διατήρηση σε συγκεκριμένη θέση, ιδιότητα ή κατάσταση: υποχρεωτική ~ στην υπηρεσία για ... χρόνια. Η ομάδα δίνει μάχη για την ~ της στην κατηγορία. 3. η ημέρα ή (στον πληθ.) οι τελευταίες ημέρες πριν από γιορτή, επέτειο ή σημαντικό γεγονός: Την ~ της Κοιμήσεως της Θεοτόκου/της Πρωτοχρονιάς, ... Πβ. προηγούμενη, προτεραία. Βλ. προ~.|| (Σ)τις ~ές των εκλογών/της Επανάστασης, ... Έφυγε ~ές Χριστουγέννων. ~ές του γάμου/των Φώτων (πβ. προεόρτια). [< 1,2: μτγν. παραμονή 3: μεσν. ~]
38540παραμορφώνωπα-ρα-μορ-φώ-νω ρ. (μτβ.) {παραμόρφω-σα, παραμορφώ-θηκα, -μένος, παραμορφών-οντας} 1. αλλοιώνω, μεταβάλλω, τροποποιώ τη μορφή, το σχήμα, την όψη προσώπου ή πράγματος: Η σύγκρουση ~σε το αυτοκίνητο. Το στερεό σώμα ~εται λόγω της επίδρασης εξωτερικών δυνάμεων. ~θηκε στην όψη από το ατύχημα. Τα χαρακτηριστικά του έχουν ~θεί τελείως από τις πλαστικές επεμβάσεις. ~μένη: εικόνα. ~μένο: είδωλο.|| Τα δυνατά μπάσα καλύπτουν και ~ουν τον ήχο. 2. (μτφ.) παραποιώ, διαστρεβλώνω: ~ την αλήθεια/τα γεγονότα/την ιστορία/την πραγματικότητα. ~σε το περιεχόμενο του εγγράφου. Πβ. παραχαράσσω. ΣΥΝ. διαστρέφω [< μτγν. παραμορφῶ, γαλλ. déformer, défigurer]
38541παραμόρφωσηπα-ρα-μόρ-φω-ση ουσ. (θηλ.) 1. αλλοίωση της μορφής: (ΜΗΧΑΝ.) ~ υλικού. Είδη ~ης (: διάτμηση, εφελκυσμός, στρέψη, συμπίεση). Αντοχή κατασκευών στις ~ώσεις. Το κτίριο έχει υποστεί ~ώσεις. Βλ. κάμψη, καταπόνηση.|| (ΓΕΩΛ.) ~ του εδάφους/των πετρωμάτων.|| (ΙΑΤΡ.) Σπονδυλική ~ (βλ. κύφωση, ραχίτιδα, σκολίωση). ~ των άκρων (βλ. βλαισο-, ραιβο-ποδία)/των αρθρώσεων/των δαχτύλων (βλ. σφυροδακτυλία)/της μύτης/των οστών (= οστική ~)/του προσώπου/του σώματος. Πβ. στρέβλωση.|| (ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) Αρμονική ~. ~ του ήχου/σήματος (βλ. ζώνη διέλευσης, ζωνοπερατό φίλτρο). Συσκευή ~ης της φωνής.|| (ΟΠΤ.) Γεωμετρική ~. ~ ειδώλου/φακού. Βλ. παραμορφωτικός καθρέφτης/φακός.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Εφέ ~ης (εικόνας). 2. (μτφ.) παραποίηση: ~ των γεγονότων/της πραγματικότητας (βλ. τρικ). Πβ. παραχάραξη. ΣΥΝ. διαστρέβλωση, διαστροφή (3) ● ΣΥΜΠΛ.: ελαστική παραμόρφωση: ΜΗΧΑΝ. αυτή που εξαφανίζεται πλήρως μετά την πλήρη παύση της δύναμης που την προκαλεί: ~ ~ ελατηρίου., πλαστική παραμόρφωση: ΜΗΧΑΝ. μόνιμη παραμόρφωση που παραμένει και μετά την απομάκρυνση του αιτίου που την προκάλεσε: μορφοποίηση μετάλλων με ~ ~ (βλ. έλαση, ολκή, σφυρηλάτηση). ~ ~ και θραύση. Βλ. ανελαστικότητα, ερπυσμός, υπερπλαστικός. [< γαλλ. déformation, distorsion]
38542παραμορφώσιμος, η, ο πα-ρα-μορ-φώ-σι-μος επίθ.: ΦΥΣ. για σώμα, δομή, υλικό που μπορεί να υποστεί παραμόρφωση. Πβ. όλκ-, πλάστ-ιμος. ΑΝΤ. άκαμπτος (2) [< αγγλ. deformable]
38543παραμορφωσιμότηταπα-ρα-μορ-φω-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ. δυνατότητα παραµόρφωσης σώματος, υλικού από επίδραση δύναμης: ~ των υποστυλωμάτων. Πβ. ολκιμ-, πλαστιμ-ότητα. 2. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. ικανότητα των κυττάρων να αλλάζουν σχήμα, όταν διέρχονται από στενούς χώρους: παθολογικά μειωμένη ~ των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. deformability]
38544παραμορφωτήςπα-ρα-μορ-φω-τής ουσ. (αρσ.): αυτός που παραμορφώνει ή η αντίστοιχη συσκευή: (μτφ.) ~ές της πραγματικότητας. Πβ. διαστρεβλωτής.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ ήχου/φωνής. [< αγγλ. distorter]
38545παραμορφωτικός, ή, ό πα-ρα-μορ-φω-τι-κός επίθ.: που προκαλεί παραμόρφωση ή αναφέρεται σε αυτή: (ΙΑΤΡ.) ~ή: αρθρίτιδα/οστεΐτιδα.|| (ΟΠΤ.) ~ό: κάτοπτρο.|| (μτφ.) ~ή: επίδραση. ~ό: αποτέλεσμα. Το ~ό γυαλί/πρίσμα/φίλτρο της διαφήμισης. Πβ. διαστρεβλωτ-, παραποιητ-ικός. ● επίρρ.: παραμορφωτικά ● ΣΥΜΠΛ.: παραμορφωτικός καθρέφτης/φακός 1. & παραμορφωτικά γυαλιά: (μτφ.) καθετί που αλλοιώνει την πραγματικότητα: Η τηλεόραση λειτουργεί ως ~ καθρέφτης. Ας δούμε τα πράγματα χωρίς ~ό φακό/~ά γυαλιά (: ρεαλιστικά). 2. ΟΠΤ. αυτός που παραμορφώνει το είδωλο το οποίο προβάλλεται σε αυτόν, εξαιτίας της ανομοιόμορφης μεγέθυνσης των τμημάτων του. [< αγγλ. distorting mirror] [< γαλλ. déformateur, déformant, περ. 1950]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.