| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38531 | παραμετροποίηση | πα-ρα-με-τρο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. ρύθμιση, προγραμματισμός βάσει παραμέτρων: ~ της εφαρμογής/της ιστοσελίδας (= εξατομίκευση)/του λογισμικού/του προγράμματος/της σύνδεσης/της συσκευής/του συστήματος. 2. ΜΑΘ. ορισμός, περιγραφή με τη χρήση παραμέτρων. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. parameterization, 1935] | |
| 38532 | παραμετροποιώ | [παραμετροποιῶ] πα-ρα-με-τρο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {-εί ..., -ώντας | παραμετροποί-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος} 1. ΠΛΗΡΟΦ. ρυθμίζω, προγραμματίζω σύστημα, εφαρμογή, συσκευή, ορίζοντας τις παραμέτρους που διασφαλίζουν τη βέλτιστη λειτουργία του: ~ την ιστοσελίδα/το λογισμικό/τη σύνδεση. Ο χρήστης μπορεί να ~ήσει το πρόγραμμα ανάλογα με τις ανάγκες του. 2. ΜΑΘ. εκφράζω, περιγράφω κάτι με τη χρήση παραμέτρων: ~ έναν αλγόριθμο. Η συνάρτηση ~είται από σταθερές ή μεταβλητές ποσότητες. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. parameterize, 1940, γαλλ. paramétrer, περ. 1970] | |
| 38533 | παράμετρος | πα-ρά-με-τρος ουσ. (θηλ.) {παραμέτρ-ου | -ων, -ους} 1. παράγοντας, χαρακτηριστικό στοιχείο που επηρεάζει, διαμορφώνει, καθορίζει ένα σύνολο: κοινωνική/οικονομική/περιβαλλοντική/ποιοτική/πολιτική/πολιτισμική/ποσοτική/τεχνική/χρονική/ψυχολογική ~. Ηλεκτρικές ~οι. Διερεύνηση/έλεγχος (των) ~ων. Μας διαφεύγει μία σημαντική ~ του ζητήματος. Πρέπει να αναλυθούν/εξεταστούν/ληφθούν υπόψη όλες οι ~οι που συνθέτουν/συνιστούν την υπόθεση. Ο ομιλητής ανέπτυξε/έθιξε κάποιες από τις ~ους του προβλήματος. Πβ. δεδομένα, διάσταση, πτυχή. 2. ΠΛΗΡΟΦ. μεταβλητή προγράμματος που παίρνει διαφορετικές τιμές κάθε φορά που αυτό εκτελείται και επηρεάζει την ακολουθία των εντολών και τη συμπεριφορά του. 3. ΜΑΘ. αόριστη σταθερά μαθηματικής έκφρασης η οποία, όταν παίρνει διαφορετικές τιμές, παράγει νέες εκφράσεις∙ ανεξάρτητη μεταβλητή βάσει της οποίας εκφράζονται άλλες μεταβλητές: ~οι συναρτήσεων. 4. ΣΤΑΤΙΣΤ. μετρήσιμο μέγεθος βάσει του οποίου παρουσιάζονται με απλό τρόπο τα κύρια χαρακτηριστικά στατιστικού συνόλου. 5. ΟΙΚΟΝ. συντελεστής, όρος εξίσωσης που ορίζει τις σχέσεις μεταξύ των μεταβλητών. [< γαλλ. paramètre, αγγλ. parameter] | |
| 38534 | παραμήτριος | , α, ο πα-ρα-μή-τρι-ος επίθ.: ΑΝΑΤ. που βρίσκεται κοντά στη μήτρα· κυρ. στο ● Ουσ.: παραμήτριο (το) 1. συνδετικός ιστός που περιβάλλει τα πλάγια τμήματα της μήτρας. 2. σάλπιγγες και ωοθήκες. [< αγγλ. parametrium] | |
| 38535 | παραμικρός | , ή, ό πα-ρα-μι-κρός επίθ. (επιτατ.): ελάχιστος (σε ποσό, μέγεθος), ασήμαντος: Ξυπνάει με τον ~ό ήχο. Δεν υπάρχει ο ~ κίνδυνος για την ασφάλεια των πελατών. Δεν συντρέχει ο ~ λόγος ανησυχίας. Με την ~ή ευκαιρία ταξιδεύει. Δεν έχω την ~ή αμφιβολία ότι τον είδα. Δεν υπάρχει η ~ή ελπίδα σωτηρίας. Με την ~ή δυσκολία το βάζει στα πόδια. Προσέχει και την ~ή λεπτομέρεια στο ντύσιμό της. Το ~ό λάθος μπορεί να δημιουργήσει πρόβλημα στο σύστημα. ● Ουσ.: παραμικρό (το) (συνήθ. σε αποφατικές προτάσεις): τίποτα: Δεν γνωρίζω το ~ για αυτή την υπόθεση. Δεν θέλω να ακούσω το ~. Τράκαρε, αλλά δεν έπαθε το ~. ● ΦΡ.: με το παραμικρό: χωρίς ουσιαστική αιτία ή αφορμή: Αγχώνεται/γελάει/ενθουσιάζεται/θυμώνει/νευριάζει/στενοχωριέται ~ ~., δεν έχω την παραμικρή ιδέα βλ. ιδέα, ούτε στο ελάχιστο/παραμικρό βλ. ελάχιστο [< μεσν. παραμικρός] | |
| 38536 | παραμιλητό | πα-ρα-μι-λη-τό ουσ. (ουδ.) 1. ασυνάρτητα λόγια που οφείλονται σε κάποια ψυχική ή οργανική διαταραχή: μέσα στο ~ του ... Πβ. παραλήρημα. 2. συνεχής ομιλία κάποιου με τον εαυτό του. Βλ. -ητό. | |
| 38537 | παραμιλώ | [παραμιλῶ] πα-ρα-μι-λώ ρ. (αμτβ.) {παραμιλ-άς ..., -ώντας | παραμίλ-ησα} 1. λέω ασυναρτησίες συνήθ. λόγω κάποιας ψυχικής ή οργανικής διαταραχής: Ανέβασε υψηλό πυρετό και όλη τη νύχτα ~ούσε. ~άς στον ύπνο σου. Πβ. παραληρώ. 2. (μτφ.) μένω έκπληκτος, κυριεύομαι από ενθουσιασμό: Η πορεία της ομάδας έκανε τον φίλαθλο κόσμο να ~ά. Πβ. παραληρώ. 3. μιλώ μόνος μου: ~ούσε μπροστά στον καθρέφτη. Περπατούσε στον δρόμο, ~ώντας. Πβ. μονολογώ. [< μεσν. παραμιλώ] | |
| 38538 | παραμονεύω | πα-ρα-μο-νεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παραμόν-εψα, παραμονεύ-οντας}: περιμένω στα κρυφά να εμφανιστεί, να περάσει κάποιος, για να του επιτεθώ αιφνίδια· στήνω καρτέρι: Τον παραμόνευε στη στροφή του δρόμου, για να τον ληστέψει. Οι εχθροί παραμόνευαν στο σκοτάδι για αρκετή ώρα.|| (μτφ.) Ο θάνατος/το κακό/ο κίνδυνος ~ει (= ελλοχεύει). ΣΥΝ. ενεδρεύω, καιροφυλακτώ, καραδοκώ, παραφυλάω [< μεσν. παραμονεύω] | |
| 38539 | παραμονή | πα-ρα-μο-νή ουσ. (θηλ.) 1. διαμονή, συνήθ. για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα: μακρά/μακροχρόνια/μόνιμη/πολυήμερη/προσωρινή ~ σ' έναν τόπο. ~ και εργασία ομογενών. Άδεια/δικαίωμα/παράταση/πράσινη κάρτα ~ής. Κατά την ~ σας στο νησί, επισκεφθείτε το ...|| (σε ταξιδιωτικό πακέτο:) Ελάχιστη/μέγιστη ~ ... ημέρες. ~ σε ξενοδοχείο ... αστέρων. Βλ. διανυκτέρευση.|| Έξοδα ~ής στην κλινική. 2. διατήρηση σε συγκεκριμένη θέση, ιδιότητα ή κατάσταση: υποχρεωτική ~ στην υπηρεσία για ... χρόνια. Η ομάδα δίνει μάχη για την ~ της στην κατηγορία. 3. η ημέρα ή (στον πληθ.) οι τελευταίες ημέρες πριν από γιορτή, επέτειο ή σημαντικό γεγονός: Την ~ της Κοιμήσεως της Θεοτόκου/της Πρωτοχρονιάς, ... Πβ. προηγούμενη, προτεραία. Βλ. προ~.|| (Σ)τις ~ές των εκλογών/της Επανάστασης, ... Έφυγε ~ές Χριστουγέννων. ~ές του γάμου/των Φώτων (πβ. προεόρτια). [< 1,2: μτγν. παραμονή 3: μεσν. ~] | |
| 38540 | παραμορφώνω | πα-ρα-μορ-φώ-νω ρ. (μτβ.) {παραμόρφω-σα, παραμορφώ-θηκα, -μένος, παραμορφών-οντας} 1. αλλοιώνω, μεταβάλλω, τροποποιώ τη μορφή, το σχήμα, την όψη προσώπου ή πράγματος: Η σύγκρουση ~σε το αυτοκίνητο. Το στερεό σώμα ~εται λόγω της επίδρασης εξωτερικών δυνάμεων. ~θηκε στην όψη από το ατύχημα. Τα χαρακτηριστικά του έχουν ~θεί τελείως από τις πλαστικές επεμβάσεις. ~μένη: εικόνα. ~μένο: είδωλο.|| Τα δυνατά μπάσα καλύπτουν και ~ουν τον ήχο. 2. (μτφ.) παραποιώ, διαστρεβλώνω: ~ την αλήθεια/τα γεγονότα/την ιστορία/την πραγματικότητα. ~σε το περιεχόμενο του εγγράφου. Πβ. παραχαράσσω. ΣΥΝ. διαστρέφω [< μτγν. παραμορφῶ, γαλλ. déformer, défigurer] | |
| 38541 | παραμόρφωση | πα-ρα-μόρ-φω-ση ουσ. (θηλ.) 1. αλλοίωση της μορφής: (ΜΗΧΑΝ.) ~ υλικού. Είδη ~ης (: διάτμηση, εφελκυσμός, στρέψη, συμπίεση). Αντοχή κατασκευών στις ~ώσεις. Το κτίριο έχει υποστεί ~ώσεις. Βλ. κάμψη, καταπόνηση.|| (ΓΕΩΛ.) ~ του εδάφους/των πετρωμάτων.|| (ΙΑΤΡ.) Σπονδυλική ~ (βλ. κύφωση, ραχίτιδα, σκολίωση). ~ των άκρων (βλ. βλαισο-, ραιβο-ποδία)/των αρθρώσεων/των δαχτύλων (βλ. σφυροδακτυλία)/της μύτης/των οστών (= οστική ~)/του προσώπου/του σώματος. Πβ. στρέβλωση.|| (ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) Αρμονική ~. ~ του ήχου/σήματος (βλ. ζώνη διέλευσης, ζωνοπερατό φίλτρο). Συσκευή ~ης της φωνής.|| (ΟΠΤ.) Γεωμετρική ~. ~ ειδώλου/φακού. Βλ. παραμορφωτικός καθρέφτης/φακός.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Εφέ ~ης (εικόνας). 2. (μτφ.) παραποίηση: ~ των γεγονότων/της πραγματικότητας (βλ. τρικ). Πβ. παραχάραξη. ΣΥΝ. διαστρέβλωση, διαστροφή (3) ● ΣΥΜΠΛ.: ελαστική παραμόρφωση: ΜΗΧΑΝ. αυτή που εξαφανίζεται πλήρως μετά την πλήρη παύση της δύναμης που την προκαλεί: ~ ~ ελατηρίου., πλαστική παραμόρφωση: ΜΗΧΑΝ. μόνιμη παραμόρφωση που παραμένει και μετά την απομάκρυνση του αιτίου που την προκάλεσε: μορφοποίηση μετάλλων με ~ ~ (βλ. έλαση, ολκή, σφυρηλάτηση). ~ ~ και θραύση. Βλ. ανελαστικότητα, ερπυσμός, υπερπλαστικός. [< γαλλ. déformation, distorsion] | |
| 38542 | παραμορφώσιμος | , η, ο πα-ρα-μορ-φώ-σι-μος επίθ.: ΦΥΣ. για σώμα, δομή, υλικό που μπορεί να υποστεί παραμόρφωση. Πβ. όλκ-, πλάστ-ιμος. ΑΝΤ. άκαμπτος (2) [< αγγλ. deformable] | |
| 38543 | παραμορφωσιμότητα | πα-ρα-μορ-φω-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ. δυνατότητα παραµόρφωσης σώματος, υλικού από επίδραση δύναμης: ~ των υποστυλωμάτων. Πβ. ολκιμ-, πλαστιμ-ότητα. 2. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. ικανότητα των κυττάρων να αλλάζουν σχήμα, όταν διέρχονται από στενούς χώρους: παθολογικά μειωμένη ~ των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. deformability] | |
| 38544 | παραμορφωτής | πα-ρα-μορ-φω-τής ουσ. (αρσ.): αυτός που παραμορφώνει ή η αντίστοιχη συσκευή: (μτφ.) ~ές της πραγματικότητας. Πβ. διαστρεβλωτής.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ ήχου/φωνής. [< αγγλ. distorter] | |
| 38545 | παραμορφωτικός | , ή, ό πα-ρα-μορ-φω-τι-κός επίθ.: που προκαλεί παραμόρφωση ή αναφέρεται σε αυτή: (ΙΑΤΡ.) ~ή: αρθρίτιδα/οστεΐτιδα.|| (ΟΠΤ.) ~ό: κάτοπτρο.|| (μτφ.) ~ή: επίδραση. ~ό: αποτέλεσμα. Το ~ό γυαλί/πρίσμα/φίλτρο της διαφήμισης. Πβ. διαστρεβλωτ-, παραποιητ-ικός. ● επίρρ.: παραμορφωτικά ● ΣΥΜΠΛ.: παραμορφωτικός καθρέφτης/φακός 1. & παραμορφωτικά γυαλιά: (μτφ.) καθετί που αλλοιώνει την πραγματικότητα: Η τηλεόραση λειτουργεί ως ~ καθρέφτης. Ας δούμε τα πράγματα χωρίς ~ό φακό/~ά γυαλιά (: ρεαλιστικά). 2. ΟΠΤ. αυτός που παραμορφώνει το είδωλο το οποίο προβάλλεται σε αυτόν, εξαιτίας της ανομοιόμορφης μεγέθυνσης των τμημάτων του. [< αγγλ. distorting mirror] [< γαλλ. déformateur, déformant, περ. 1950] | |
| 38546 | παραμύθα | πα-ρα-μύ-θα ουσ. (θηλ.) (αργκό) 1. ψέμα και κατ' επέκτ. αυταπάτη: Δεν την έφαγε/την έχαψε την ~ περί χρεοκοπίας (πβ. τρώω το παραμύθι). 2. ηρωίνη. | |
| 38547 | παραμυθάς | πα-ρα-μυ-θάς ουσ. (αρσ.) {παραμυθάδες | θηλ. παραμυθού} & (λαϊκό) παραμυθατζής, παραμυθατζού 1. πρόσωπο που αφηγείται ή/και γράφει παραμύθια, φανταστικές ιστορίες. Πβ. μυθο-λόγος, -πλάστης. 2. (σπάν.-μτφ.) ψεύτης. Πβ. μυθομανής, τερατολόγος. | |
| 38548 | παραμυθένιος | , ια, ιο πα-ρα-μυ-θέ-νιος επίθ. 1. (μτφ.) ιδανικός, ονειρικός: ~ιος: γάμος/έρωτας. ~ια: ατμόσφαιρα/ζωή/ομορφιά. ~ιο: σκηνικό/ταξίδι/τοπίο. Πβ. ονειρεμένος, τέλειος. 2. που υπάρχει μόνο στα παραμύθια: ~ιος: ήρωας. ~ια: πολιτεία. ~ιο: κάστρο/παλάτι. Βλ. -ένιος. ● επίρρ.: παραμυθένια | |
| 38549 | παραμυθητικός | , ή, ό πα-ρα-μυ-θη-τι-κός επίθ. (λόγ.): παρηγορητικός: ~ός: λόγος. [< αρχ. παραμυθητικός] | |
| 38550 | παραμύθι | πα-ρα-μύ-θι ουσ. (ουδ.) {παραμυθ-ιού | -ιών} 1. ΛΑΟΓΡ. -ΛΟΓΟΤ. φανταστική διήγηση που κινείται μέσα σε έναν κόσμο μαγικό και ονειρικό, αποσκοπώντας κυρ. στην ψυχαγωγία των παιδιών· συνεκδ. το αντίστοιχο είδος της προφορικής ή λαϊκής λογοτεχνίας ή το συγκεκριμένο βιβλίο: έντεχνο/λαϊκό/συγκινητικό/σύγχρονο/τρυφερό ~. Ανατολίτικα/(νεο)ελληνικά/ευρωπαϊκά/κλασικά/παιδικά/παραδοσιακά/χριστουγεννιάτικα ~ια. Οικολογικά/σύγχρονα ~ια. Δραματοποιημένα/θεατρικά ~ια. Αφήγηση/τηλεοπτική μεταφορά ενός ~ιού. Το ηθικό δίδαγμα/τα λόγια/το νόημα/η πλοκή του ~ιού. Βραδιά/διαγωνισμός ~ιού. Τα ~ια της γιαγιάς. ~ια για μικρούς και μεγάλους. ~ια με δράκους/μάγισσες και μάγους/νάνους και γίγαντες/ξωτικά. Θρύλοι και ~ια. Η δομή/οι ήρωες (βλ. Κοκκινοσκουφίτσα, Σταχτοπούτα, Χιονάτη) των ~ιών. Σειρά/συγγραφή/συλλογή ~ιών. Η μητέρα διηγήθηκε/είπε στο παιδί ένα ~.|| Εικονογραφημένα ~ια. Διαβάζω ένα ~. Τοπίο που μοιάζει σαν να βγήκε από τις σελίδες ενός ~ιού. Πβ. μυθολόγημα, μύθος. Βλ. ιστορία, μασάλι, έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, κόκκινη κλωστή δεμένη, μια φορά κι έναν καιρό ..., το κουκί και το ρεβίθι. 2. (μτφ.-προφ.) ψέμα: Το κατάπιε/έχαψε το ~. Μην πιστεύεις τα ~ια που σου αραδιάζει/σερβίρει. Μας έχει φλομώσει στα ~ια. Πβ. παραμύθα. 3. (μτφ.) ονειρεμένη κατάσταση που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα: Ζει το δικό της ~. Πβ. ροζ σύννεφο. ● Υποκ.: παραμυθάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ο πρίγκιπας του παραμυθιού βλ. πρίγκιπας, πριγκίπισσα ● ΦΡ.: ... του παραμυθιού: για στοιχείο που αποτελεί μοτίβο των παραμυθιών: το βασιλόπουλο/η καλή νεράιδα ~ ~., καλό το παραμύθι σου, αλλά δεν έχει δράκο (αργκό): για να δηλωθεί ότι το ψέμα κάποιου δεν είναι πειστικό., παραμύθι για (μικρά) παιδιά (μτφ.-προφ.): για κάτι που δεν γίνεται πιστευτό: Αυτά είναι ~ια ~, δεν πιστεύω τίποτα., πουλάει παραμύθι(α)/φούμαρα (προφ.): λέει ψευτιές, ανοησίες: Μην πιστεύεις τον κάθε απατεώνα που (σου) ~ ~. Πβ. παραμυθιάζω., σκάω το παραμύθι (σε κάποιον) (αργκό): λέω σε κάποιον ένα ψέμα ή μια δικαιολογία ή του φανερώνω κάτι που του είχα κρατήσει κρυφό., τρώω/μασάω το παραμύθι (κάποιου) (προφ.): πιστεύω τα ψέματά του, εξαπατώμαι: Συγγνώμη, αλλά δεν το ~ ~ σου! Πβ. ξεγελιέμαι, παραμυθιάζομαι., παραμύθια της Χαλιμάς βλ. Χαλιμά, τέλος/τέρμα/τέλειωσαν τα ψέματα/τ' αστεία/τα παραμύθια! βλ. ψέμα [< μεσν. παραμύθι] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ