| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38546 | παραμύθα | πα-ρα-μύ-θα ουσ. (θηλ.) (αργκό) 1. ψέμα και κατ' επέκτ. αυταπάτη: Δεν την έφαγε/την έχαψε την ~ περί χρεοκοπίας (πβ. τρώω το παραμύθι). 2. ηρωίνη. | |
| 38547 | παραμυθάς | πα-ρα-μυ-θάς ουσ. (αρσ.) {παραμυθάδες | θηλ. παραμυθού} & (λαϊκό) παραμυθατζής, παραμυθατζού 1. πρόσωπο που αφηγείται ή/και γράφει παραμύθια, φανταστικές ιστορίες. Πβ. μυθο-λόγος, -πλάστης. 2. (σπάν.-μτφ.) ψεύτης. Πβ. μυθομανής, τερατολόγος. | |
| 38548 | παραμυθένιος | , ια, ιο πα-ρα-μυ-θέ-νιος επίθ. 1. (μτφ.) ιδανικός, ονειρικός: ~ιος: γάμος/έρωτας. ~ια: ατμόσφαιρα/ζωή/ομορφιά. ~ιο: σκηνικό/ταξίδι/τοπίο. Πβ. ονειρεμένος, τέλειος. 2. που υπάρχει μόνο στα παραμύθια: ~ιος: ήρωας. ~ια: πολιτεία. ~ιο: κάστρο/παλάτι. Βλ. -ένιος. ● επίρρ.: παραμυθένια | |
| 38549 | παραμυθητικός | , ή, ό πα-ρα-μυ-θη-τι-κός επίθ. (λόγ.): παρηγορητικός: ~ός: λόγος. [< αρχ. παραμυθητικός] | |
| 38550 | παραμύθι | πα-ρα-μύ-θι ουσ. (ουδ.) {παραμυθ-ιού | -ιών} 1. ΛΑΟΓΡ. -ΛΟΓΟΤ. φανταστική διήγηση που κινείται μέσα σε έναν κόσμο μαγικό και ονειρικό, αποσκοπώντας κυρ. στην ψυχαγωγία των παιδιών· συνεκδ. το αντίστοιχο είδος της προφορικής ή λαϊκής λογοτεχνίας ή το συγκεκριμένο βιβλίο: έντεχνο/λαϊκό/συγκινητικό/σύγχρονο/τρυφερό ~. Ανατολίτικα/(νεο)ελληνικά/ευρωπαϊκά/κλασικά/παιδικά/παραδοσιακά/χριστουγεννιάτικα ~ια. Οικολογικά/σύγχρονα ~ια. Δραματοποιημένα/θεατρικά ~ια. Αφήγηση/τηλεοπτική μεταφορά ενός ~ιού. Το ηθικό δίδαγμα/τα λόγια/το νόημα/η πλοκή του ~ιού. Βραδιά/διαγωνισμός ~ιού. Τα ~ια της γιαγιάς. ~ια για μικρούς και μεγάλους. ~ια με δράκους/μάγισσες και μάγους/νάνους και γίγαντες/ξωτικά. Θρύλοι και ~ια. Η δομή/οι ήρωες (βλ. Κοκκινοσκουφίτσα, Σταχτοπούτα, Χιονάτη) των ~ιών. Σειρά/συγγραφή/συλλογή ~ιών. Η μητέρα διηγήθηκε/είπε στο παιδί ένα ~.|| Εικονογραφημένα ~ια. Διαβάζω ένα ~. Τοπίο που μοιάζει σαν να βγήκε από τις σελίδες ενός ~ιού. Πβ. μυθολόγημα, μύθος. Βλ. ιστορία, μασάλι, έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, κόκκινη κλωστή δεμένη, μια φορά κι έναν καιρό ..., το κουκί και το ρεβίθι. 2. (μτφ.-προφ.) ψέμα: Το κατάπιε/έχαψε το ~. Μην πιστεύεις τα ~ια που σου αραδιάζει/σερβίρει. Μας έχει φλομώσει στα ~ια. Πβ. παραμύθα. 3. (μτφ.) ονειρεμένη κατάσταση που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα: Ζει το δικό της ~. Πβ. ροζ σύννεφο. ● Υποκ.: παραμυθάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ο πρίγκιπας του παραμυθιού βλ. πρίγκιπας, πριγκίπισσα ● ΦΡ.: ... του παραμυθιού: για στοιχείο που αποτελεί μοτίβο των παραμυθιών: το βασιλόπουλο/η καλή νεράιδα ~ ~., καλό το παραμύθι σου, αλλά δεν έχει δράκο (αργκό): για να δηλωθεί ότι το ψέμα κάποιου δεν είναι πειστικό., παραμύθι για (μικρά) παιδιά (μτφ.-προφ.): για κάτι που δεν γίνεται πιστευτό: Αυτά είναι ~ια ~, δεν πιστεύω τίποτα., πουλάει παραμύθι(α)/φούμαρα (προφ.): λέει ψευτιές, ανοησίες: Μην πιστεύεις τον κάθε απατεώνα που (σου) ~ ~. Πβ. παραμυθιάζω., σκάω το παραμύθι (σε κάποιον) (αργκό): λέω σε κάποιον ένα ψέμα ή μια δικαιολογία ή του φανερώνω κάτι που του είχα κρατήσει κρυφό., τρώω/μασάω το παραμύθι (κάποιου) (προφ.): πιστεύω τα ψέματά του, εξαπατώμαι: Συγγνώμη, αλλά δεν το ~ ~ σου! Πβ. ξεγελιέμαι, παραμυθιάζομαι., παραμύθια της Χαλιμάς βλ. Χαλιμά, τέλος/τέρμα/τέλειωσαν τα ψέματα/τ' αστεία/τα παραμύθια! βλ. ψέμα [< μεσν. παραμύθι] | |
| 38551 | παραμυθία | πα-ρα-μυ-θί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. παρηγοριά. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. Π) προσωνυμία της Παναγίας σε εικόνες ή τοιχογραφίες και ο αντίστοιχος εικονογραφικός τύπος. [< 1: αρχ. παραμυθία] | |
| 38552 | παραμυθιάζω | πα-ρα-μυ-θιά-ζω ρ. (μτβ.) {παραμύθια-σε, παραμυθιά-σει, -στηκα, -στεί, παραμυθιάζ-οντας, παραμυθια-σμένος} (προφ.): λέω ψέματα σε κάποιον, τον εξαπατώ, χρησιμοποιώντας ωραία λόγια: ~ουν τον κόσμο με ψεύτικες υποσχέσεις. ● Παθ.: παραμυθιάζομαι: πιστεύω κάτι ψευδές, συνήθ. επειδή με κάνει να νιώθω καλύτερα: Δεν ~ τόσο εύκολα. ~εται (= νομίζει) ότι είναι κάτι!|| Μην ~εσαι, δεν πρόκειται να γυρίσει. Πβ. αυταπατώμαι, βαυκαλίζομαι. | |
| 38553 | παραμύθιασμα | πα-ρα-μύ-θια-σμα ουσ. (ουδ.) {παραμυθιάσματα} (προφ.): εξαπάτηση, ψέμα: Πες τα πράγματα με το όνομά τους και σταμάτα το ~. | |
| 38554 | παραμυθικός | , ή, ό πα-ρα-μυ-θι-κός επίθ. & παραμυθιακός : που σχετίζεται με το παραμύθι: ~ή: αφήγηση/ιστορία. ~ό: στοιχείο. | |
| 38555 | παραμυθόδραμα | πα-ρα-μυ-θό-δρα-μα ουσ. (ουδ.): ΘΕΑΤΡ. έργο που βασίζεται στο εφέ της μαγείας και στο οποίο παρεμβαίνουν φανταστικά πρόσωπα με υπερφυσικές δυνάμεις, π.χ. νεράιδες, μυθικά πλάσματα. Βλ. ονειρόδραμα. [< γερμ. Märchendrama] | |
| 38556 | παρανάγνωση | πα-ρα-νά-γνω-ση ουσ. (θηλ.) 1. λανθασμένη ανάγνωση γραμμάτων, λέξεων ή συντομογραφιών κειμένου, συνήθ. χειρογράφου. 2. (κατ' επέκτ.) εσφαλμένη ερμηνεία, κατανόηση: ~ ποιήματος. Πβ. παρανόηση, παρερμηνεία. [< νεολατ. falsa lectio] | |
| 38557 | παρανάλωμα | πα-ρα-νά-λω-μα ουσ. (ουδ.) & (προφ.-εσφαλμ.) πυρανάλωμα: μόνο στη ● ΦΡ.: παρανάλωμα του πυρός/της φωτιάς (λόγ.): για κάτι που καίγεται, καταστρέφεται ολοσχερώς: Χίλια στρέμματα δασικής έκτασης έγιναν ~ του πυρός. Το σπίτι/χωριό έγινε ~ (του πυρός). Πβ. γίνεται στάχτη. [< μτγν. παρανάλωμα ‘σπατάλη, ξόδεμα’] | |
| 38558 | παρανοειδής | , ής, ές πα-ρα-νο-ει-δής επίθ.: ΨΥΧΙΑΤΡ. που έχει χαρακτηριστικά παράνοιας ή σχετίζεται με αυτή: ~ής: ιδεασμός. ~ής: διαταραχή προσωπικότητας/σχιζοφρένεια. Πβ. παρανοϊκός. Βλ. -ειδής. [< γαλλ. paranoïde, 1900, αγγλ. paranoid, 1901] | |
| 38559 | παρανόηση | πα-ρα-νό-η-ση ουσ. (θηλ.): παρεξήγηση, παρερμηνεία: βασική/θεμελιώδης/μεγάλη/πλήρης ~. Φοβάμαι πως έχει γίνει ~. Ζητώ συγγνώμη για την όποια ~ εκ μέρους μου. Για την/προς αποφυγή οποιασδήποτε ~ης, είναι σημαντικό να διαβάσετε όλο το κείμενο. [< μτγν. παρανόησις ‘παράνοια’, αγγλ. misunderstanding] | |
| 38560 | παράνοια | πα-ρά-νοι-α ουσ. (θηλ.) 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. είδος ψυχωτικής διαταραχής που χαρακτηρίζεται από παραισθήσεις, παραλήρημα μεγαλείου ή μανία καταδίωξης. Βλ. σχιζοφρένεια. 2. (μτφ.) παραλογισμός, παραφροσύνη, τρέλα: ομαδική ~. Η ~ της κατανάλωσης/του πολέμου/της σύγχρονης ζωής. Οι αντιδράσεις τους αγγίζουν τα όρια της ~ας. [< 1: αρχ. παράνοια, γερμ. Paranoia, γαλλ. paranoïa, αγγλ. paranoia] | |
| 38561 | παρανοϊκός | , ή, ό πα-ρα-νο-ϊ-κός επίθ. 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την παράνοια: ~ός: δολοφόνος. ~ή: προσωπικότητα/ψύχωση. 2. (μτφ.) παράλογος: ~ός: κόσμος. ~ή: ιδέα/σκέψη/συμπεριφορά. ~ό: σχέδιο. Μη λες ~ά πράγματα. ΑΝΤ. λογικός (1) ● Ουσ.: παρανοϊκός, παρανοϊκή (ο/η) 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. αυτός που πάσχει από παράνοια. Πβ. παράφρων. 2. (μτφ.) τρελός. ● επίρρ.: παρανοϊκά [< γαλλ. paranoïaque, αγγλ. paranoi(a)c] | |
| 38562 | παρανομαστής | βλ. παρονομαστής | |
| 38563 | παρανόμι | πα-ρα-νό-μι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): παρατσούκλι. Πβ. παρωνύμιο. [< μεσν. παρανόμι] | |
| 38564 | παρανομία | πα-ρα-νο-μί-α ουσ. (θηλ.) {παρανομι-ών}: πράξη, δραστηριότητα που αντιτίθεται στον νόμο: αυθαιρεσίες/παρατυπίες και ~ες. ~ες στην αγορά καυσίμων. Σωρεία ~ών. Κατόπιν ελέγχου δεν διαπιστώθηκαν ~ες. Η ~ πρέπει να τιμωρείται άμεσα και αυστηρά. Πβ. απατεωνιά, απάτη. Βλ. παρατυπία.|| Καθεστώς ~ας. Βρίσκεται/δρα/είναι βουτηγμένος/ζει στην ~. Βλ. -νομία. ΣΥΝ. ανομία (2) ΑΝΤ. νομιμότητα (1) ● ΦΡ.: βγαίνω/περνώ στην παρανομία: αναπτύσσω παράνομη δράση: Πέρασε όλη τη ζωή του ~ ~. Οργάνωση που βγήκε ~ ~. [< αρχ. παρανομία] | |
| 38565 | παράνομος | , η, ο πα-ρά-νο-μος επίθ.: που αντιτίθεται στους ισχύοντες νόμους ή που έγινε κατά παράβασή τους: (για πρόσ.) ~ος: εργάτης/μετανάστης.|| ~ος: διορισμός/πλουτισμός/ραδιοσταθμός/τζόγος. ~η: αγορά/(οικοδομική/πολεοδομική)άδεια/αλιεία (= λαθραλιεία)/απασφάλιση/απόλυση/απόφαση/διακίνηση (εισιτηρίων)/δραστηριότητα/εκμετάλλευση/εργασία (π.χ. παιδική)/κατοχή (όπλων)/κράτηση/λειτουργία(καταστήματος)/οικονομία (= παραοικονομία)/οργάνωση/στάθμευση/σύλληψη/συμφωνία/συναλλαγή/υιοθεσία/υλοτομία. ~ο: εμπόριο/καθεστώς/κτίσμα/κύκλωμα/κυνήγι/παιχνίδι/περιεχόμενο (του διαδικτύου)/στοίχημα/υλικό (από το διαδίκτυο)/χρήμα (: που αποκτήθηκε με ~ο τρόπο). ~ες: εισαγωγές/εξαγωγές/ουσίες (π.χ. ναρκωτικά). ~α: έσοδα/κέρδη/συμφέροντα.|| ~η: σχέση (= εξωσυζυγική). ~ο: ζευγάρι. ΣΥΝ. αθέμιτος, άνομος, έκνομος ΑΝΤ. έννομος, νόμιμος ● Ουσ.: παράνομος (ο): αυτός που παραβαίνει τους νόμους. ● επίρρ.: παράνομα & (λόγ.) παρανόμως [< αρχ. παράνομος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ