| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38551 | παραμυθία | πα-ρα-μυ-θί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. παρηγοριά. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (με κεφαλ. Π) προσωνυμία της Παναγίας σε εικόνες ή τοιχογραφίες και ο αντίστοιχος εικονογραφικός τύπος. [< 1: αρχ. παραμυθία] | |
| 38552 | παραμυθιάζω | πα-ρα-μυ-θιά-ζω ρ. (μτβ.) {παραμύθια-σε, παραμυθιά-σει, -στηκα, -στεί, παραμυθιάζ-οντας, παραμυθια-σμένος} (προφ.): λέω ψέματα σε κάποιον, τον εξαπατώ, χρησιμοποιώντας ωραία λόγια: ~ουν τον κόσμο με ψεύτικες υποσχέσεις. ● Παθ.: παραμυθιάζομαι: πιστεύω κάτι ψευδές, συνήθ. επειδή με κάνει να νιώθω καλύτερα: Δεν ~ τόσο εύκολα. ~εται (= νομίζει) ότι είναι κάτι!|| Μην ~εσαι, δεν πρόκειται να γυρίσει. Πβ. αυταπατώμαι, βαυκαλίζομαι. | |
| 38553 | παραμύθιασμα | πα-ρα-μύ-θια-σμα ουσ. (ουδ.) {παραμυθιάσματα} (προφ.): εξαπάτηση, ψέμα: Πες τα πράγματα με το όνομά τους και σταμάτα το ~. | |
| 38554 | παραμυθικός | , ή, ό πα-ρα-μυ-θι-κός επίθ. & παραμυθιακός : που σχετίζεται με το παραμύθι: ~ή: αφήγηση/ιστορία. ~ό: στοιχείο. | |
| 38555 | παραμυθόδραμα | πα-ρα-μυ-θό-δρα-μα ουσ. (ουδ.): ΘΕΑΤΡ. έργο που βασίζεται στο εφέ της μαγείας και στο οποίο παρεμβαίνουν φανταστικά πρόσωπα με υπερφυσικές δυνάμεις, π.χ. νεράιδες, μυθικά πλάσματα. Βλ. ονειρόδραμα. [< γερμ. Märchendrama] | |
| 38556 | παρανάγνωση | πα-ρα-νά-γνω-ση ουσ. (θηλ.) 1. λανθασμένη ανάγνωση γραμμάτων, λέξεων ή συντομογραφιών κειμένου, συνήθ. χειρογράφου. 2. (κατ' επέκτ.) εσφαλμένη ερμηνεία, κατανόηση: ~ ποιήματος. Πβ. παρανόηση, παρερμηνεία. [< νεολατ. falsa lectio] | |
| 38557 | παρανάλωμα | πα-ρα-νά-λω-μα ουσ. (ουδ.) & (προφ.-εσφαλμ.) πυρανάλωμα: μόνο στη ● ΦΡ.: παρανάλωμα του πυρός/της φωτιάς (λόγ.): για κάτι που καίγεται, καταστρέφεται ολοσχερώς: Χίλια στρέμματα δασικής έκτασης έγιναν ~ του πυρός. Το σπίτι/χωριό έγινε ~ (του πυρός). Πβ. γίνεται στάχτη. [< μτγν. παρανάλωμα ‘σπατάλη, ξόδεμα’] | |
| 38558 | παρανοειδής | , ής, ές πα-ρα-νο-ει-δής επίθ.: ΨΥΧΙΑΤΡ. που έχει χαρακτηριστικά παράνοιας ή σχετίζεται με αυτή: ~ής: ιδεασμός. ~ής: διαταραχή προσωπικότητας/σχιζοφρένεια. Πβ. παρανοϊκός. Βλ. -ειδής. [< γαλλ. paranoïde, 1900, αγγλ. paranoid, 1901] | |
| 38559 | παρανόηση | πα-ρα-νό-η-ση ουσ. (θηλ.): παρεξήγηση, παρερμηνεία: βασική/θεμελιώδης/μεγάλη/πλήρης ~. Φοβάμαι πως έχει γίνει ~. Ζητώ συγγνώμη για την όποια ~ εκ μέρους μου. Για την/προς αποφυγή οποιασδήποτε ~ης, είναι σημαντικό να διαβάσετε όλο το κείμενο. [< μτγν. παρανόησις ‘παράνοια’, αγγλ. misunderstanding] | |
| 38560 | παράνοια | πα-ρά-νοι-α ουσ. (θηλ.) 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. είδος ψυχωτικής διαταραχής που χαρακτηρίζεται από παραισθήσεις, παραλήρημα μεγαλείου ή μανία καταδίωξης. Βλ. σχιζοφρένεια. 2. (μτφ.) παραλογισμός, παραφροσύνη, τρέλα: ομαδική ~. Η ~ της κατανάλωσης/του πολέμου/της σύγχρονης ζωής. Οι αντιδράσεις τους αγγίζουν τα όρια της ~ας. [< 1: αρχ. παράνοια, γερμ. Paranoia, γαλλ. paranoïa, αγγλ. paranoia] | |
| 38561 | παρανοϊκός | , ή, ό πα-ρα-νο-ϊ-κός επίθ. 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την παράνοια: ~ός: δολοφόνος. ~ή: προσωπικότητα/ψύχωση. 2. (μτφ.) παράλογος: ~ός: κόσμος. ~ή: ιδέα/σκέψη/συμπεριφορά. ~ό: σχέδιο. Μη λες ~ά πράγματα. ΑΝΤ. λογικός (1) ● Ουσ.: παρανοϊκός, παρανοϊκή (ο/η) 1. ΨΥΧΙΑΤΡ. αυτός που πάσχει από παράνοια. Πβ. παράφρων. 2. (μτφ.) τρελός. ● επίρρ.: παρανοϊκά [< γαλλ. paranoïaque, αγγλ. paranoi(a)c] | |
| 38562 | παρανομαστής | βλ. παρονομαστής | |
| 38563 | παρανόμι | πα-ρα-νό-μι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): παρατσούκλι. Πβ. παρωνύμιο. [< μεσν. παρανόμι] | |
| 38564 | παρανομία | πα-ρα-νο-μί-α ουσ. (θηλ.) {παρανομι-ών}: πράξη, δραστηριότητα που αντιτίθεται στον νόμο: αυθαιρεσίες/παρατυπίες και ~ες. ~ες στην αγορά καυσίμων. Σωρεία ~ών. Κατόπιν ελέγχου δεν διαπιστώθηκαν ~ες. Η ~ πρέπει να τιμωρείται άμεσα και αυστηρά. Πβ. απατεωνιά, απάτη. Βλ. παρατυπία.|| Καθεστώς ~ας. Βρίσκεται/δρα/είναι βουτηγμένος/ζει στην ~. Βλ. -νομία. ΣΥΝ. ανομία (2) ΑΝΤ. νομιμότητα (1) ● ΦΡ.: βγαίνω/περνώ στην παρανομία: αναπτύσσω παράνομη δράση: Πέρασε όλη τη ζωή του ~ ~. Οργάνωση που βγήκε ~ ~. [< αρχ. παρανομία] | |
| 38565 | παράνομος | , η, ο πα-ρά-νο-μος επίθ.: που αντιτίθεται στους ισχύοντες νόμους ή που έγινε κατά παράβασή τους: (για πρόσ.) ~ος: εργάτης/μετανάστης.|| ~ος: διορισμός/πλουτισμός/ραδιοσταθμός/τζόγος. ~η: αγορά/(οικοδομική/πολεοδομική)άδεια/αλιεία (= λαθραλιεία)/απασφάλιση/απόλυση/απόφαση/διακίνηση (εισιτηρίων)/δραστηριότητα/εκμετάλλευση/εργασία (π.χ. παιδική)/κατοχή (όπλων)/κράτηση/λειτουργία(καταστήματος)/οικονομία (= παραοικονομία)/οργάνωση/στάθμευση/σύλληψη/συμφωνία/συναλλαγή/υιοθεσία/υλοτομία. ~ο: εμπόριο/καθεστώς/κτίσμα/κύκλωμα/κυνήγι/παιχνίδι/περιεχόμενο (του διαδικτύου)/στοίχημα/υλικό (από το διαδίκτυο)/χρήμα (: που αποκτήθηκε με ~ο τρόπο). ~ες: εισαγωγές/εξαγωγές/ουσίες (π.χ. ναρκωτικά). ~α: έσοδα/κέρδη/συμφέροντα.|| ~η: σχέση (= εξωσυζυγική). ~ο: ζευγάρι. ΣΥΝ. αθέμιτος, άνομος, έκνομος ΑΝΤ. έννομος, νόμιμος ● Ουσ.: παράνομος (ο): αυτός που παραβαίνει τους νόμους. ● επίρρ.: παράνομα & (λόγ.) παρανόμως [< αρχ. παράνομος] | |
| 38566 | παρανομώ | [παρανομῶ] πα-ρα-νο-μώ ρ. (αμτβ.) {παρανομ-είς..., -ώντας, (λόγ.) μτχ. -ούντες | παρανόμ-ησα}: παραβαίνω τους ισχύοντες νόμους: Οι επιχειρήσεις που βρέθηκαν να ~ούν παραπέμφθηκαν στον εισαγγελέα. ~ούν σε βάρος των καταναλωτών. Βαρύτατα πρόστιμα στους ~ούντες. Πβ. αδικοπραγώ. Βλ. παρατυπώ. [< αρχ. παρανομῶ] | |
| 38567 | παρανοώ | [παρανοῶ] πα-ρα-νο-ώ ρ. (μτβ.) {παρανο-είς ..., -ώντας | παρανό-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: αντιλαμβάνομαι, ερμηνεύω, κατανοώ κάτι λανθασμένα: Νομίζω πως ~ησες τα λόγια/τις προθέσεις μου. Οι δηλώσεις του ~ήθηκαν. ~ώντας τα στοιχεία της έρευνας, οδηγήθηκε εσφαλμένα στο συμπέρασμα ότι ... ΣΥΝ. παρεξηγώ (1), παρερμηνεύω [< αρχ. παρανοῶ] | |
| 38568 | παράνυμφος | πα-ρά-νυμ-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -ύμφου} & παράνυφος {(σπάν.) θηλ. παράνυφη & παράνυμφη} 1. νεαρό άτομο, συνήθ. κοπέλα, που συνοδεύει τη νύφη (ή και τον γαμπρό) στην εκκλησία και στέκεται δίπλα τους κατά τη γαμήλια τελετή. 2. (επίσ.) κουμπάρος. [< μτγν. παράνυμφος ‘φίλος του γαμπρού’, αγγλ. paranymph] | |
| 38569 | παρανυφάκι | πα-ρα-νυ-φά-κι ουσ. (ουδ.): παιδί που στέκεται δίπλα στη νύφη στην εκκλησία, κρατώντας συνήθ. την άκρη από το νυφικό της ή τις λαμπάδες για την τέλεση του γάμου. | |
| 38570 | παρανυχίδα | βλ. παρωνυχίδα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ