Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [39160-39180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
38566παρανομώ[παρανομῶ] πα-ρα-νο-μώ ρ. (αμτβ.) {παρανομ-είς..., -ώντας, (λόγ.) μτχ. -ούντες | παρανόμ-ησα}: παραβαίνω τους ισχύοντες νόμους: Οι επιχειρήσεις που βρέθηκαν να ~ούν παραπέμφθηκαν στον εισαγγελέα. ~ούν σε βάρος των καταναλωτών. Βαρύτατα πρόστιμα στους ~ούντες. Πβ. αδικοπραγώ. Βλ. παρατυπώ. [< αρχ. παρανομῶ]
38567παρανοώ[παρανοῶ] πα-ρα-νο-ώ ρ. (μτβ.) {παρανο-είς ..., -ώντας | παρανό-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: αντιλαμβάνομαι, ερμηνεύω, κατανοώ κάτι λανθασμένα: Νομίζω πως ~ησες τα λόγια/τις προθέσεις μου. Οι δηλώσεις του ~ήθηκαν. ~ώντας τα στοιχεία της έρευνας, οδηγήθηκε εσφαλμένα στο συμπέρασμα ότι ... ΣΥΝ. παρεξηγώ (1), παρερμηνεύω [< αρχ. παρανοῶ]
38568παράνυμφοςπα-ρά-νυμ-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -ύμφου} & παράνυφος {(σπάν.) θηλ. παράνυφη & παράνυμφη} 1. νεαρό άτομο, συνήθ. κοπέλα, που συνοδεύει τη νύφη (ή και τον γαμπρό) στην εκκλησία και στέκεται δίπλα τους κατά τη γαμήλια τελετή. 2. (επίσ.) κουμπάρος. [< μτγν. παράνυμφος ‘φίλος του γαμπρού’, αγγλ. paranymph]
38569παρανυφάκιπα-ρα-νυ-φά-κι ουσ. (ουδ.): παιδί που στέκεται δίπλα στη νύφη στην εκκλησία, κρατώντας συνήθ. την άκρη από το νυφικό της ή τις λαμπάδες για την τέλεση του γάμου.
38570παρανυχίδαβλ. παρωνυχίδα
38571παραξενεύωπα-ρα-ξε-νεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {παραξέν-εψα, -εύτηκα, -εμένος} 1. κάνω κάποιον να απορήσει, να εκπλαγεί, να προβληματιστεί: Με ~ει η αντίδρασή του/η συμπεριφορά του. Μη σε ~ει η απόφασή της. Δε θα έπρεπε να σε ~έψει καθόλου το γεγονός. Με ~εψαν οι δηλώσεις του. ΣΥΝ. ξενίζω 2. γίνομαι ιδιότροπος, παράξενος: Μεγάλωσε και έχει αρχίσει να ~ει. Δεν ξέρω, μπορεί με τα χρόνια να ~εψα. ● Παθ.: παραξενεύομαι: κάποιος ή κάτι μου προκαλεί έκπληξη: Πολλοί ~ονται με τη φετινή πορεία της ομάδας/για την αδιαφορία του. ~εύτηκα που τον συνάντησα ξανά. Δεν θα ~όμουν αν ... Όλοι ~εύτηκαν, μόλις άκουσαν την είδηση. ~εμένο: βλέμμα/ύφος. Με κοίταξε ~εμένος. Όλοι ~εμένοι ρωτούσαν τι συνέβη. Πβ. απορώ, εκπλήσσομαι.
38572παραξενιάπα-ρα-ξε-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. {συνήθ. στον πληθ.} ιδιοτροπία, ιδιορρυθμία: Τον βρίσκω συμπαθητικό παρά τις ~ιές του. Έχει και αυτή τις ~ιές της, όπως όλοι μας. Δεν θέλει, έτσι, από ~. Πβ. λόξα. ΣΥΝ. αναποδιά (2) 2. κάτι ασυνήθιστο, σπάνιο: ~ της μοίρας/τύχης/φύσης. Πβ. παραδοξότητα. [< μεσν. παραξενιά]
38573παράξενος, η, ο πα-ρά-ξε-νος επίθ. 1. που είναι ασυνήθιστος, απρόσμενος και γι' αυτό προκαλεί απορία, έκπληξη ή είναι δύσκολο να ερμηνευτεί: ~ος: ήχος. ~η: είδηση/ιδέα/ιστορία/μορφή/συμπεριφορά/σχέση/υπόθεση. ~ο: όνειρο/όνομα/συναίσθημα/φαινόμενο. Μου φαίνεται (πολύ) ~ο που ... Πβ. αλλόκοτος.|| (ως ουσ.) (Του κόσμου) τα ~α (= τα μυστήρια, τα παράδοξα). Πβ. ανεξήγητος. 2. (για πρόσ.) ιδιότροπος, περίεργος: ~ος: τύπος/χαρακτήρας. Έχεις γίνει πολύ ~ τώρα τελευταία. Πβ. δύσκολος, ιδιόρρυθμος. ● επίρρ.: παράξενα [< μτγν. παράξενος]
38574παραξηλώνωπα-ρα-ξη-λώ-νω ρ. (μτβ.) {παραξήλω-σα}: μόνο στη ● ΦΡ.: το παραξηλώνω (μτφ.-προφ.): ξεπερνώ το μέτρο, τα όρια: Το ~σες με τα ψέματά σου! ΣΥΝ. το παρακάνω, το παρατραβάω (το σχοινί) [< μεσν. παραξηλώνω]
38575παραοικονομίαπα-ρα-οι-κο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): το σύνολο των οικονομικών δραστηριοτήτων που δεν καταγράφονται από τις επίσημες κρατικές υπηρεσίες και συνεπώς δεν υπόκεινται σε φορολογικό έλεγχο· παράνομη οικονομία. Βλ. μαύρη (αγορά), παραεμπόριο. [< γαλλ. économie parallèle]
38576ΠαραολυμπιάδαΠα-ρα-ο-λυ-μπι-ά-δα ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. Παραολυμπιακοί Αγώνες.
38577παραολυμπιακός, ή, ό πα-ρα-ο-λυ-μπι-α-κός επίθ.: ΑΘΛ. που σχετίζεται με την Παραολυμπιάδα: ~ή: αποστολή/επιτροπή/ομάδα/φλόγα. ~ό: κίνημα/μετάλλιο/ρεκόρ/χωριό (: ο χώρος διαμονής των ~ών αθλητών). ~ά: αθλήματα. ● ΣΥΜΠΛ.: Παραολυμπιακοί Αγώνες & (προφ.) Παραολυμπιακοί: οι Ολυμπιακοί Αγώνες στους οποίους συμμετέχουν αθλητές με σωματικές αναπηρίες και οι οποίοι διεξάγονται λίγο μετά τη λήξη των Ολυμπιακών Αγώνων: θερινοί/χειμερινοί ~ ~. Βλ. Ειδικοί Ολυμπιακοί Αγώνες. ΣΥΝ. Παραολυμπιάδα [< αγγλ. Paralympics, 1953, Paralympic Games, 1955] [< αγγλ. para(plegic + O)lympic, 1955, γαλλ. paralympique, περ. 1960 & αγγλ. Para(llel) + (O)lympics, 1976]
38578παραολυμπιονίκηςπα-ρα- ο-λυ-μπι-ο-νί-κης ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΘΛ. νικητής/νικήτρια Παραολυμπιακών Αγώνων.
38579παραπαιδείαπα-ρα-παι-δεί-α ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): εκπαίδευση που παρέχεται από ιδιώτες, κυρ. σε φροντιστήρια ή με ιδιαίτερα μαθήματα, συμπληρωματικά προς τη δημόσια και ιδιωτική. Πβ. φροντιστηριακή εκπαίδευση.
38580παραπαίδιπα-ρα-παί-δι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. αποπαίδι. 2. (παρωχ.) θετό παιδί. ΣΥΝ. ψυχοπαίδι
38581παραπαίρνωπα-ρα-παίρ-νω ρ. (μτβ.) {παραπήρα} (μτφ.-επιτατ.): παίρνω κάτι περισσότερο από όσο χρειάζεται: Παραπήρες σοβαρά τα λόγια του. Παραπήρες αέρα/θάρρος (= αποθρασύνθηκες τελείως). [< μεσν. παραπαίρνω]
38582παραπαίωπα-ρα-παί-ω ρ. (αμτβ.) {παρατ. παρέπαιε κ. παράπαιε, παραπαί-οντας, (λόγ.) μτχ. -ων, -ουσα, -ον} (λόγ.) 1. (μτφ.) είμαι αποδυναμωμένος, ασταθής, ετοιμόρροπος: ~ει η επιχείρηση/η κυβέρνηση/η παιδεία/το σύστημα υγείας. Τα νέα μέτρα θα τονώσουν την ~ουσα οικονομία της χώρας. Πβ. κλονίζομαι, κλυδωνίζομαι. 2. (για πρόσ.) περπατώ με αστάθεια, παραπατώ, τρεκλίζω: Από το μεθύσι του παρέπαιε στον δρόμο. Πβ. παραπατώ.|| (μτφ.) ~ει ανάμεσα στα πρέπει και στα θέλω του (= αμφιταλαντεύεται). [< αρχ. παραπαίω 'χτυπώ, πλήττω', γαλλ. vaciller]
38583παραπανίσιος, ια, ιο πα-ρα-πα-νί-σιος επίθ. & (σπάν.) παραπανήσιος: που πλεονάζει, περισσεύει, που είναι παραπάνω από το κανονικό· περιττός: ~ιο: βάρος. ~ιες: θερμίδες. ~ια: κιλά.|| ~ια: έξοδα/λόγια. Πβ. άχρηστος, επιπλέον, περισσότερος. Βλ. -ίσιος. ΑΝΤ. λιγοστός
38584παραπάνωπα-ρα-πά-νω επίρρ. ΑΝΤ. παρακάτω 1. περισσότερο: (ποσοτικό) Ήπια λιγάκι ~. Μας ζήτησε είκοσι ευρώ ~ (= ακόμα, επιπλέον). Δεν έκανα τίποτα ~ από το χρέος μου.|| (χρονικό) Κρίμα που δεν καθίσαμε ~ (= κι άλλο). Το ταξίδι είναι ~ από μια ώρα.|| (ως επίθ.) Κόπηκαν ~ εισιτήρια. Πήρα λίγα ~ (= παραπανίσια) κιλά. 2. σε ψηλότερο σημείο: Παρατηρήστε τη σχετική λεζάντα ~ (= πιο πάνω) στην ίδια σελίδα.|| Μένει λίγο ~. Το σχολείο είναι δύο στενά ~ (πβ. παραπέρα).|| (ως επίθ.) Στον ~ όροφο. Κάντε κλικ στην ~ εικόνα. 3. (ως επίθ., με άρθ.) που αναφέρθηκε πριν από λίγο στη συζήτηση ή που αναφέρεται σε προηγούμενο σημείο κειμένου ή εντύπου: οι ~ περιπτώσεις. Ο ~ ισχυρισμός δεν ευσταθεί. Με βάση το ~ δημοσίευμα, ...|| (ως ουσ.) Σύμφωνα με τα ~ ... Ισχύουν όλα τα ~. ΣΥΝ. ανωτέρω ΑΝΤ. ακόλουθος (1) ● ΦΡ.: (βλέπε παραπάνω): ως παραπομπή· ειδικότ. υπόδειξη στον αναγνώστη να ανατρέξει σε προηγούμενο σημείο του κειμένου όπου γίνεται αναλυτική αναφορά: Το κάδμιο (~ ~) είναι καρκινογόνο., (και) με το παραπάνω (προφ.-εμφατ.): πάρα πολύ, περισσότερο από το αναμενόμενο ή από όσο χρειάζεται: Μας εξυπηρέτησε/σου αξίζει/τα καταφέρατε ~ ~!, ένα παραπάνω που (προφ.): ακόμα περισσότερο επειδή, για τον πρόσθετο λόγο ότι: Χαίρομαι ~ ~ το έφτιαξες μόνος σου!, κάτι παραπάνω βλ. κάτι, όπου παραπάνω βλ. όπου [< μεσν. παραπάνω]
38585παραπάτημαπα-ρα-πά-τη-μα ουσ. (ουδ.) 1. προσωρινή απώλεια ελέγχου του βαδίσματος, στραβοπάτημα: Από ένα ~ έσπασε το πόδι της. Πβ. τρέκλισμα. 2. (μτφ.) αποτυχία ή σφάλμα: το ~ μιας ομάδας (: ήττα ή αποκλεισμός από διοργάνωση). Πβ. παραστράτημα, παρεκτροπή.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.