Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [3900-3920]

IDΛήμμαΕρμηνεία
2957αναδραστικός, ή, ό [ἀναδραστικός] α-να-δρα-στι-κός επίθ. (επιστ.): που είναι αποτέλεσμα της ανάδρασης: ~ή: διαδικασία (βλ. επαναληπτικός, κυκλικός). Οι ~οί μηχανισμοί της φύσης (: διορθωτικοί, επανορθωτικοί, ρυθμιστικοί).|| (ΠΑΙΔΑΓ.) ~ή: αυτορρύθμιση/δραστηριότητα. Τηλεδιδασκαλία με ~ή επικοινωνία. Η ~ή λειτουργία της αξιολόγησης. Bλ. αλληλεπι-, δια-δραστικός, αμφίδρομος.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: αναστολή (: διακοπή μεταβολικής οδού). Βλ. βιο~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ό: δίκτυο υπολογιστών/σύστημα πληροφοριών.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ός: μηχανισμός ελέγχου (πβ. σερβομηχανισμός). ΣΥΝ. ανατροφοδοτικός
2958αναδρομή[ἀναδρομή ] α-να-δρο-μή ουσ. (θηλ.) 1. παρουσίαση, εξέταση ή αναπόληση γεγονότων του παρελθόντος· (ΛΟΓΟΤ.) αφηγηματική τεχνική κατά την οποία η ροή της αφήγησης διακόπτεται και μεταφέρεται σε προγενέστερα γεγονότα: ιστορική/μουσική/σύντομη ~. Βιβλίο που επιχειρεί/κάνει (μια) ~ στην ιστορία του .../στο παρελθόν. Πβ. ανασκόπηση, φλας μπακ.|| Βλ. αναχρονία, προοικονομία. 2. κίνηση, συνήθ. υγρών, προς τα πάνω ή προς τα πίσω: ~ του νερού. 3. ΦΙΛΟΣ. συλλογιστική πορεία από τα συμπεράσματα στις αρχές, από τα αποτελέσματα στις αιτίες, από το σύνθετο στο απλό. [< 1: γαλλ. rétrospection 2: αρχ. ἀναδρομή 3: γαλλ. régression]
2959αναδρομικός, ή, ό [ἀναδρομικός] α-να-δρο-μι-κός επίθ. 1. που γίνεται ή δίνεται στο παρόν, αφορά όμως προγενέστερο χρονικό διάστημα: ~ός: διορισμός/έλεγχος. ~ή: αύξηση/καταβολή/χρέωση. ~ό: αποτέλεσμα/επίδομα. Νόμος με ~ή ισχύ. 2. που συμβαίνει στο παρόν, αναφέρεται όμως σε παρελθοντική περίοδο: ~ή: έκθεση/παρουσίαση (του έργου ενός καλλιτέχνη). Πβ. ρετροσπεκτίβα. || ~ή: αφήγηση (= αναδρομή). || (ΓΛΩΣΣ.) ~ σχηματισμός. ● Ουσ.: αναδρομικά (τα): χρήματα που εισπράττονται εκ των υστέρων, κυρ. από μισθωτούς: αυξήσεις και ~. Διεκδικώ/κόβονται/θα λάβω τα ~. Τα ~ θα καταβληθούν σε μηνιαίες δόσεις. ● επίρρ.: αναδρομικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< 1: γαλλ. rétroactif 2: γαλλ. rétrospectif]
2960αναδρομικότητα[ἀναδρομικότητα] α-να-δρο-μι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): αναδρομική ισχύς: η ~ μιας διάταξης/ενός νόμου/μιας ρύθμισης. Η μη ~ της ποινής. Αίρεται η ~. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. rétroactivité]
2961αναδρομολόγηση[ἀναδρομολόγηση] α-να-δρο-μο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. ανακατεύθυνση. 2. αλλαγή δρομολογίου: ~ λεωφορειακών γραμμών.
2962ανάδρομος, η, ο [ἀνάδρομος] α-νά-δρο-μος επίθ. (επιστ.): που κινείται ή σπανιότ. γίνεται αντίθετα από το κανονικό· ανάποδος, ανάστροφος: ~η ροή αίματος (πβ. παλίνδρομος, παλινδρομικός).|| (ΙΧΘΥΟΛ.) ~α ψάρια (: που μεταναστεύουν στα γλυκά νερά για αναπαραγωγή· βλ. πέστροφα, σολομός, χέλι).|| (ΒΙΟΛ.) ~η διασταύρωση (: υβριδικού απογόνου με έναν από τους αρχικούς γονείς).|| (ΑΣΤΡΟΛ.) Ο Ερμής γίνεται/γυρίζει ~. ΑΝΤ. ορθόδρομος ● επίρρ.: ανάδρομα ● ΣΥΜΠΛ.: ανάδρομη πορεία/κίνηση/τροχιά/φορά: ΑΣΤΡΟΝ.-ΑΣΤΡΟΛ. κίνηση ενός ουράνιου σώματος αντίθετα από τη φορά των περισσότερων ουράνιων σωμάτων του ηλιακού συστήματος: (για πλανήτη) Ξεκινά/σταματά την ~ κίνησή/πορεία του. Ακολουθεί ~ ~. Βρίσκεται/μπήκε σε ~ τροχιά. Περιστρέφεται με ~ φορά. [< μτγν. ἀνάδρομος, γαλλ. anadrome, rétrograde, αγγλ. anadromous]
2963αναδύομαι[ἀναδύομαι] α-να-δύ-ο-μαι ρ. (αμτβ.) {αναδύ-εται, -θηκε, -όμενος} (λόγ.) 1. βγαίνω σιγά σιγά στην επιφάνεια του νερού: Ο δύτης/το υποβρύχιο ~θηκε (μέσα) από τον βυθό. Πβ. ανεβαίνω, ανέρχομαι. ΑΝΤ. καταδύομαι (1) 2. (μτφ.) εμφανίζομαι, ξεπροβάλλω σταδιακά: (εμφατ.) ~εται στην επιφάνεια. Ανερχόμενη οικονομία που ~εται ως παγκόσμιος γίγαντας. Συναίσθημα που ~εται αβίαστα/φυσικά. Μέσα από την αλληλογραφία τους ~εται (= έρχεται στην επιφάνεια) μια ολόκληρη εποχή. ~ονται ευκαιρίες (= παρουσιάζονται). ~θηκε από την αφάνεια.|| (λογοτ.) Ο ήλιος ~εται (= ανατέλλει) από τη θάλασσα. Το σπίτι ~θηκε μέσα από την ομίχλη. [< 1: αρχ. ἀναδύομαι 2: γαλλ. émerger]
2964αναδυόμενος, η, ο [ἀναδυόμενος] α-να-δυ-ό-με-νος επίθ. 1. που αναδύεται: ~ (μέσα) από τα κύματα.|| (μτφ.) ~η: επιχείρηση. ~ο: ταλέντο. ~οι: κίνδυνοι. ~α: ερωτήματα/προβλήματα. || ~α: κράτη. Οι ~οι γίγαντες της παγκόσμιας οικονομίας. 2. ΠΛΗΡΟΦ. για αντικείμενο γραφικού περιβάλλοντος που εμφανίζεται ξαφνικά στην οθόνη του υπολογιστή: ~η: διαφήμιση/λίστα. ~ο: μενού/μήνυμα/παράθυρο. ΣΥΝ. ποπ-απ ● Ουσ.: Αναδυομένη (η): προσωνυμία της θεάς Aφροδίτης. ● ΣΥΜΠΛ.: αναδυόμενες αγορές: ΟΙΚΟΝ. που αρχίζουν να αναπτύσσονται με καλές προοπτικές, συνήθ. σε λιγότερο αναπτυγμένες χώρες. [< αγγλ. emerging markets] , αναδυόμενη γραφή: ΨΥΧΟΛ. που αναπτύσσει το παιδί στην προσχολική ηλικία. [< αγγλ. emerging writing] , αναδυόμενος γραμματισμός βλ. γραμματισμός [< 1: αρχ. ἀναδυόμενος, αγγλ. emerging 2: αγγλ. pop-up, 1926]
2965ανάδυση[ἀνάδυση] α-νά-δυ-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναδύομαι: ~ (δύτη) στην επιφάνεια της θάλασσας. Πβ. ανέβασμα, άνοδος. ΑΝΤ. κατάδυση.|| (ΓΕΩΛ.) Καταβυθίσεις και ~ύσεις πλακών.|| (μτφ.) ~ νέων αγορών/της κοινωνίας της πληροφορίας. Πβ. εμφάνιση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ μενού/παραθύρου (βλ. αναδυόμενος).|| (ΨΥΧΟΛ.-ΠΑΙΔΑΓ.) ~ της βιολογικής γνώσης των παιδιών/της γλώσσας/του γραμματισμού (βλ. αναδυόμενος γραμματισμός). [< αρχ. ἀνάδυσις, γαλλ. émersion, αγγλ. emergence]
2966αναερόβιος, α, ο [ἀναερόβιος] α-να-ε-ρό-βι-ος επίθ. 1. ΒΙΟΛ. που συντελείται σε ή χαρακτηρίζεται από συνθήκες έλλειψης οξυγόνου: ~ος: μεταβολισμός. ~α: αποσύνθεση/γλυκόλυση/επεξεργασία αποβλήτων/ζύμωση/χώνευση. ~o: περιβάλλον.|| ~α: άσκηση/προπόνηση. ΑΝΤ. αερόβιος 2. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. για οργανισμό που ζει χωρίς οξυγόνο ή κατ' επέκτ. για νόσημα που έχει προκληθεί από αυτόν: ~α: βακτήρια/μικρόβια.|| ~α: λοίμωξη (: τέτανος, αλλαντίαση, αεριογόνος γάγγραινα). ΑΝΤ. αερόβιος ● επίρρ.: αναεροβίως (λόγ.) [< γαλλ. anaérobie, αγγλ. anaerobic, 1914]
2967ανάερος, η, ο [ἀνάερος] α-νά-ε-ρος επίθ. 1. (λογοτ.) αέρινος, ανάλαφρος, αιθέριος: ~ος: χορός. ~η: ύπαρξη (πβ. αερικό). ~ο: περπάτημα. ~ες: κινήσεις. Πβ. άυλος. 2. (σπάν.) που δεν αερίζεται ή που δεν έχει αέρα. Βλ. ανήλιαγος. ΑΝΤ. ευάερος
2968αναζητάωβλ. αναζητώ
2969αναζήτηση[ἀναζήτηση] α-να-ζή-τη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναζητώ: άκαρπη/επίπονη/επιστημονική/εσωτερική (= αυτοανάλυση)/κοπιώδης/μάταιη/προσεκτική ~. ~ εργασίας/σπιτιού (πβ. έρευνα). ~ απολεσθέντων αντικειμένων/ατόμων (π.χ. εξαφανισμένων). (Τηλεοπτική) εκπομπή ~ήσεων. Πβ. ψάξιμο.|| ~ απαντήσεων. (αρνητ. συνυποδ.) ~ του κέρδους (= κυνήγι). Πβ. επι-δίωξη, -ζήτηση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Απλή/γρήγορη/παράλληλη ~. ~ διεύθυνσης/ιστοσελίδας. ~ σε αρχείο/στη βάση δεδομένων/στο διαδίκτυο. ~ με λέξεις-κλειδιά. Αποτελέσματα ~ης. Κάνει ~. Βλ. γκουγκλ.αναζητήσεις (οι): ανησυχίες, προβληματισμοί: ερευνητικές/θεωρητικές/ιδεολογικές/καλλιτεχνικές/μεταφυσικές/πνευματικές/υπαρξιακές ~. Άνθρωπος με έντονες ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αναζητήσεις του (Ελληνικού) Ερυθρού Σταυρού (κυρ. παλαιότ.): ραδιοφωνικό δελτίο που έδινε πληροφορίες για πρόσωπα που αναζητούσαν οι συγγενείς τους., αναζήτηση κατά πλάτος βλ. πλάτος, μεταμηχανή αναζήτησης βλ. μεταμηχανή, μηχανή αναζήτησης βλ. μηχανή, σύνθετη/συνδυασμένη αναζήτηση βλ. σύνθετος ● ΦΡ.: προς αναζήτηση 1. & σε αναζήτηση: αναζητώντας: ~ ~ συμμάχων/των δραστών. 2. ΠΛΗΡΟΦ. για να αναζητηθεί: Δώστε φράση ~ ~. [< αρχ. ἀναζήτησις, γαλλ. recherche, αγγλ. search]
2971αναζητήσιμος, -η, -ο [ἀναζητήσιμος] α-να-ζη-τη-σι-μος επίθ.: που μπορεί να αναζητηθεί, κυρ. στο διαδίκτυο: ~ος: κατάλογος. ~η: πηγή. Εύκολα~α: αρχεία/έγγραφα/στοιχεία. ~ες: πληροφορίες. [< αγγλ. searchable]
2972αναζητησιμότητα[ἀναζητησιμότητα] α-να-ζη-τη-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): δυνατότητα αναζήτησης, ευκολία στην αναζήτηση: άρθρο/βιβλίο/προϊόν με υψηλή ~. [< αγγλ. searchability]
2970αναζητητής[ἀναζητητής] α-να-ζη-τη-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. αναζητήτρια}: αυτός που αναζητά, εξετάζει ή ερευνά κάτι: ~ της γνώσης. [< γαλλ. chercheur]
2973αναζητώ[ἀναζητῶ] α-να-ζη-τώ ρ. (μτβ.) {-άς (λόγ.) -είς ... | αναζήτ-ησα, αναζητ-άται (συνηθέστ. λόγ.) -είται, -ήθηκε, -ώντας, -ούμενος} & αναζητάω 1. ψάχνω, ερευνώ, ζητώ συνήθ. επίμονα: ~ τα ίχνη κάποιου/πληροφορίες. Η Αστυνομία ~ά/~εί τον δράστη. ~ούν τις ρίζες τους/την ταυτότητά τους. Την ~ησε με το βλέμμα του. Κανένας δεν τον έχει ~ήσει (ΣΥΝ. γυρεύω). ~είται εναγωνίως/επειγόντως λύση. Βλ. επιζητώ.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ σελίδες στο διαδίκτυο. 2. αποζητώ, επιδιώκω, επιθυμώ: ~ την αλήθεια/την ευτυχία/καταφύγιο/το κέρδος/τη σωτηρία/το τέλειο. ● ΦΡ.: αναζητώ/ζητώ ευθύνες βλ. ευθύνη [< αρχ. ἀναζητῶ, γαλλ. (re)chercher, αγγλ. search]
2974αναζωογόνηση[ἀναζωογόνηση] α-να-ζω-ο-γό-νη-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναζωογονώ: ~ κυττάρων. Φυσική ~ (= τόνωση) του δέρματος. Μάσκα ~ης και ενυδάτωσης. Πβ. αναδόμηση, ανανέωση, ανάπλαση, ξανάνιωμα.|| (μτφ.) Η ανοιξιάτικη ~ της φύσης. Πβ. αναγέννηση, ξαναζωντάνεμα.|| (μτφ.) Κοινωνική/οικονομική/πολιτιστική/ψυχική ~. ~ της αγοράς/ντόπιας παράδοσης (= αναβίωση)/οικοδομικής δραστηριότητας/περιοχής. ~ του ενδιαφέροντος. Πβ. αναθέρμανση, ζωογόνηση. 2. ΙΑΤΡ. επαναφορά στη ζωή ατόμου φαινομενικά νεκρού. Πβ. αναβίωση.|| Μονάδα ~ης. ● ΣΥΜΠΛ.: καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση/ανάνηψη βλ. καρδιοπνευμονικός [< 1: γαλλ. (re)vivification, revitalisation, 1922 2: γαλλ. réanimation]
2975αναζωογονητικός, ή, ό [ἀναζωογονητικός] α-να-ζω-ο-γο-νη-τι-κός επίθ.: που αναζωογονεί: ~ός: ύπνος. ~ή: θεραπεία/κρέμα ομορφιάς. ~ό: μασάζ. Πβ. ανα-γεννητικός, -νεωτικός.|| Μέτρα ~ά για την οικονομία. ΣΥΝ. τονωτικός ● επίρρ.: αναζωογονητικά [< γαλλ. vivifiant, revitalisant, 1951]
2976αναζωογονώ[ἀναζωογονῶ] α-να-ζω-ο-γο-νώ ρ. (μτβ.) {αναζωογον-είς ... | αναζωογόν-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: ξαναδίνω δύναμη, ενέργεια, ζωντάνια· ανανεώνω: Ο ύπνος ~εί το σώμα. Το πνεύμα ~είται (= αναγεννιέται). Κρέμα που ~εί το δέρμα/τα κύτταρα (πβ. αναγεννά, αναδομεί, αναπλάθει). Φρέσκια και ~ημένη επιδερμίδα. ~ημένα: μαλλιά.|| (μτφ.) Οικονομικές μεταρρυθμίσεις που θα ~ήσουν (= αναθερμάνουν) την αγορά. Επιδοτήσεις για να ~ηθεί η περιφέρεια. ΣΥΝ. τονώνω (1) [< μτγν. ἀναζωογονῶ ‘κάνω να αναζωογονηθεί’, γαλλ. ranimer, vivifier]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.