| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 2966 | αναερόβιος | , α, ο [ἀναερόβιος] α-να-ε-ρό-βι-ος επίθ. 1. ΒΙΟΛ. που συντελείται σε ή χαρακτηρίζεται από συνθήκες έλλειψης οξυγόνου: ~ος: μεταβολισμός. ~α: αποσύνθεση/γλυκόλυση/επεξεργασία αποβλήτων/ζύμωση/χώνευση. ~o: περιβάλλον.|| ~α: άσκηση/προπόνηση. ΑΝΤ. αερόβιος 2. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. για οργανισμό που ζει χωρίς οξυγόνο ή κατ' επέκτ. για νόσημα που έχει προκληθεί από αυτόν: ~α: βακτήρια/μικρόβια.|| ~α: λοίμωξη (: τέτανος, αλλαντίαση, αεριογόνος γάγγραινα). ΑΝΤ. αερόβιος ● επίρρ.: αναεροβίως (λόγ.) [< γαλλ. anaérobie, αγγλ. anaerobic, 1914] | |
| 2967 | ανάερος | , η, ο [ἀνάερος] α-νά-ε-ρος επίθ. 1. (λογοτ.) αέρινος, ανάλαφρος, αιθέριος: ~ος: χορός. ~η: ύπαρξη (πβ. αερικό). ~ο: περπάτημα. ~ες: κινήσεις. Πβ. άυλος. 2. (σπάν.) που δεν αερίζεται ή που δεν έχει αέρα. Βλ. ανήλιαγος. ΑΝΤ. ευάερος | |
| 2968 | αναζητάω | βλ. αναζητώ | |
| 2969 | αναζήτηση | [ἀναζήτηση] α-να-ζή-τη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναζητώ: άκαρπη/επίπονη/επιστημονική/εσωτερική (= αυτοανάλυση)/κοπιώδης/μάταιη/προσεκτική ~. ~ εργασίας/σπιτιού (πβ. έρευνα). ~ απολεσθέντων αντικειμένων/ατόμων (π.χ. εξαφανισμένων). (Τηλεοπτική) εκπομπή ~ήσεων. Πβ. ψάξιμο.|| ~ απαντήσεων. (αρνητ. συνυποδ.) ~ του κέρδους (= κυνήγι). Πβ. επι-δίωξη, -ζήτηση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Απλή/γρήγορη/παράλληλη ~. ~ διεύθυνσης/ιστοσελίδας. ~ σε αρχείο/στη βάση δεδομένων/στο διαδίκτυο. ~ με λέξεις-κλειδιά. Αποτελέσματα ~ης. Κάνει ~. Βλ. γκουγκλ. ● αναζητήσεις (οι): ανησυχίες, προβληματισμοί: ερευνητικές/θεωρητικές/ιδεολογικές/καλλιτεχνικές/μεταφυσικές/πνευματικές/υπαρξιακές ~. Άνθρωπος με έντονες ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αναζητήσεις του (Ελληνικού) Ερυθρού Σταυρού (κυρ. παλαιότ.): ραδιοφωνικό δελτίο που έδινε πληροφορίες για πρόσωπα που αναζητούσαν οι συγγενείς τους., αναζήτηση κατά πλάτος βλ. πλάτος, μεταμηχανή αναζήτησης βλ. μεταμηχανή, μηχανή αναζήτησης βλ. μηχανή, σύνθετη/συνδυασμένη αναζήτηση βλ. σύνθετος ● ΦΡ.: προς αναζήτηση 1. & σε αναζήτηση: αναζητώντας: ~ ~ συμμάχων/των δραστών. 2. ΠΛΗΡΟΦ. για να αναζητηθεί: Δώστε φράση ~ ~. [< αρχ. ἀναζήτησις, γαλλ. recherche, αγγλ. search] | |
| 2971 | αναζητήσιμος | , -η, -ο [ἀναζητήσιμος] α-να-ζη-τη-σι-μος επίθ.: που μπορεί να αναζητηθεί, κυρ. στο διαδίκτυο: ~ος: κατάλογος. ~η: πηγή. Εύκολα~α: αρχεία/έγγραφα/στοιχεία. ~ες: πληροφορίες. [< αγγλ. searchable] | |
| 2972 | αναζητησιμότητα | [ἀναζητησιμότητα] α-να-ζη-τη-σι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): δυνατότητα αναζήτησης, ευκολία στην αναζήτηση: άρθρο/βιβλίο/προϊόν με υψηλή ~. [< αγγλ. searchability] | |
| 2970 | αναζητητής | [ἀναζητητής] α-να-ζη-τη-τής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. αναζητήτρια}: αυτός που αναζητά, εξετάζει ή ερευνά κάτι: ~ της γνώσης. [< γαλλ. chercheur] | |
| 2973 | αναζητώ | [ἀναζητῶ] α-να-ζη-τώ ρ. (μτβ.) {-άς (λόγ.) -είς ... | αναζήτ-ησα, αναζητ-άται (συνηθέστ. λόγ.) -είται, -ήθηκε, -ώντας, -ούμενος} & αναζητάω 1. ψάχνω, ερευνώ, ζητώ συνήθ. επίμονα: ~ τα ίχνη κάποιου/πληροφορίες. Η Αστυνομία ~ά/~εί τον δράστη. ~ούν τις ρίζες τους/την ταυτότητά τους. Την ~ησε με το βλέμμα του. Κανένας δεν τον έχει ~ήσει (ΣΥΝ. γυρεύω). ~είται εναγωνίως/επειγόντως λύση. Βλ. επιζητώ.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ σελίδες στο διαδίκτυο. 2. αποζητώ, επιδιώκω, επιθυμώ: ~ την αλήθεια/την ευτυχία/καταφύγιο/το κέρδος/τη σωτηρία/το τέλειο. ● ΦΡ.: αναζητώ/ζητώ ευθύνες βλ. ευθύνη [< αρχ. ἀναζητῶ, γαλλ. (re)chercher, αγγλ. search] | |
| 2974 | αναζωογόνηση | [ἀναζωογόνηση] α-να-ζω-ο-γό-νη-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναζωογονώ: ~ κυττάρων. Φυσική ~ (= τόνωση) του δέρματος. Μάσκα ~ης και ενυδάτωσης. Πβ. αναδόμηση, ανανέωση, ανάπλαση, ξανάνιωμα.|| (μτφ.) Η ανοιξιάτικη ~ της φύσης. Πβ. αναγέννηση, ξαναζωντάνεμα.|| (μτφ.) Κοινωνική/οικονομική/πολιτιστική/ψυχική ~. ~ της αγοράς/ντόπιας παράδοσης (= αναβίωση)/οικοδομικής δραστηριότητας/περιοχής. ~ του ενδιαφέροντος. Πβ. αναθέρμανση, ζωογόνηση. 2. ΙΑΤΡ. επαναφορά στη ζωή ατόμου φαινομενικά νεκρού. Πβ. αναβίωση.|| Μονάδα ~ης. ● ΣΥΜΠΛ.: καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση/ανάνηψη βλ. καρδιοπνευμονικός [< 1: γαλλ. (re)vivification, revitalisation, 1922 2: γαλλ. réanimation] | |
| 2975 | αναζωογονητικός | , ή, ό [ἀναζωογονητικός] α-να-ζω-ο-γο-νη-τι-κός επίθ.: που αναζωογονεί: ~ός: ύπνος. ~ή: θεραπεία/κρέμα ομορφιάς. ~ό: μασάζ. Πβ. ανα-γεννητικός, -νεωτικός.|| Μέτρα ~ά για την οικονομία. ΣΥΝ. τονωτικός ● επίρρ.: αναζωογονητικά [< γαλλ. vivifiant, revitalisant, 1951] | |
| 2976 | αναζωογονώ | [ἀναζωογονῶ] α-να-ζω-ο-γο-νώ ρ. (μτβ.) {αναζωογον-είς ... | αναζωογόν-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: ξαναδίνω δύναμη, ενέργεια, ζωντάνια· ανανεώνω: Ο ύπνος ~εί το σώμα. Το πνεύμα ~είται (= αναγεννιέται). Κρέμα που ~εί το δέρμα/τα κύτταρα (πβ. αναγεννά, αναδομεί, αναπλάθει). Φρέσκια και ~ημένη επιδερμίδα. ~ημένα: μαλλιά.|| (μτφ.) Οικονομικές μεταρρυθμίσεις που θα ~ήσουν (= αναθερμάνουν) την αγορά. Επιδοτήσεις για να ~ηθεί η περιφέρεια. ΣΥΝ. τονώνω (1) [< μτγν. ἀναζωογονῶ ‘κάνω να αναζωογονηθεί’, γαλλ. ranimer, vivifier] | |
| 2977 | αναζωπυρώνω | [ἀναζωπυρώνω] α-να-ζω-πυ-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {αναζωπύρω-σε, αναζωπυρών-εται, αναπυρώ-θηκε, -μένος, αναζωπυρών-οντας} (επίσ.) 1. (μτφ.) ενισχύω κάτι που είχε ατονήσει: Επεισόδιο που ~σε την ένταση μεταξύ των δύο χωρών. Οι διαφορές/συζητήσεις ~ονται. ~θηκε η ανησυχία/η ελπίδα/το ενδιαφέρον/η φημολογία. Τα παλιά πάθη έχουν ~θεί. Πβ. αναμοχλεύω, αφυπνίζω, συνδαυλίζω. Βλ. αναθερμαίνω. 2. (για φωτιά) ξαναφουντώνω: Οι ισχυροί άνεμοι ~σαν τις εστίες της πυρκαγιάς. [< μτγν. ἀναζωπυρῶ, γαλλ. rallumer] | |
| 2978 | αναζωπύρωση | [ἀναζωπύρωση] α-να-ζω-πύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) αναζωπύρηση (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναζωπυρώνω: αιφνίδια ~. ~ του διαλόγου/του ενδιαφέροντος/της έντασης/της κρίσης/των σεναρίων για .../των συγκρούσεων. Ανησυχίες/φόβοι για ~ της βίας. Πβ. ανα-θέρμανση, -μόχλευση, ανάφλεξη, υποδαύλιση.|| Κίνδυνος ~ης της πυρκαγιάς. Πβ. ξαναφούντωμα. [< μτγν. ἀναζωπύρωσις, ἀναζωπύρησις] | |
| 2979 | αναθάρρηση | [ἀναθάρρηση] α-να-θάρ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) & αναθάρρυνση (λόγ.): ανάκτηση θάρρους: Δηλώσεις που προκάλεσαν την ~ των πολιτών. Πβ. εμψύχωση, ενθάρρυνση, ξεθάρρεμα. ΑΝΤ. αποθάρρυνση. [< μτγν. ἀναθάρρησις] | |
| 2980 | αναθαρρύνω | [ἀναθαρρύνω] α-να-θαρ-ρύ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αναθάρρυν-ε}: δίνω ή παίρνω (νέο) θάρρος: ~ονται οι ελπίδες. Η παρουσία της τον ~ε. Πβ. εμψυχώνω. ΑΝΤ. αποθαρρύνω.|| Οι επενδυτές έχουν ~ει (= ενθαρρυνθεί) από τη μείωση των επιτοκίων. ΣΥΝ. αναθαρρώ. [< αρχ. ἀναθαρρύνω] | |
| 2981 | αναθαρρώ & αναθαρρεύω | [ἀναθαρρῶ] α-να-θαρ-ρώ ρ. (αμτβ.) {αναθαρρ-είς ... | αναθάρρ-ησα (λαϊκό) -εψα, -ημένος, -ώντας}: παίρνω (ξανά) θάρρος, τονώνεται το ηθικό μου: Τα ευχάριστα νέα τον έκαναν να ~ήσει. Πβ. ξεθαρρεύω, παίρνω τα (ε)πάνω μου. ΣΥΝ. αναθαρρύνω, εμψυχώνομαι. ΑΝΤ. αποθαρρύνομαι [< αρχ. ἀναθαρρῶ] | |
| 2982 | ανάθεμα | [ἀνάθεμα] α-νά-θε-μα ουσ. (ουδ.) {αναθέμ-ατος} 1. (επιφών.) ως έκφραση αγανάκτησης· κατάρα: ~ (σ') αυτόν που σ' έκανε (: καταραμένος να 'ναι)! ~ την τύχη μου! ~ στη φτώχεια μας! 2. κατάρα, αποκήρυξη· κατ' επέκτ. καταραμένο πρόσωπο ή πράγμα: (μτφ.) Εισπράττει το ηθικό και πολιτικό ~. ΣΥΝ. αναθεματισμός (1) 3. ΕΚΚΛΗΣ. (κυρ. παλαιότ.) αφορισμός: άρση του ~ατος. ● ΦΡ.: ανάθεμα (με) (κι) αν: για επίταση της άρνησης: ~ ~ κατάλαβα τι μου λες!, ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που ... (ως κατάρα): για να δηλωθεί ότι κάποιος μετάνιωσε πικρά για κάτι: ~ ~ που σε γνώρισα!, πανάθεμα/(π') ανάθεμα (+ αιτιατ. κυρ. αδύνατου τ. προσ. αντων.): για δήλωση δυσαρέσκειας, εκνευρισμού: ~ά με, όλο ανοησίες κάνω/~ά σας.|| (οικ.) Είναι και νοστιμούλης ~ ~ά τον (: χαριτολογία)!, ρίχνω σε κάποιον/κάτι το ανάθεμα/το(ν) λίθο του αναθέματος & την πέτρα του αναθέματος: επιρρίπτω ευθύνες σε κάποιον για κάτι κακό: Του ~ουν ~ για ό,τι στραβό συμβαίνει., στ' ανάθεμα (ως επιφών., λαϊκό-υβριστ.): για δήλωση εκνευρισμού, στο(ν) διάολο: Άι ~ ~! [< 1,2: μτγν. ἀνάθεμα] | |
| 2983 | αναθεματίζω | [ἀναθεματίζω] α-να-θε-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {αναθεμάτι-σε, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -σμένος} 1. καταριέμαι, βλαστημώ: ~ει την ατυχία/τη μοίρα του. Αναθεμάτιζε την ώρα και τη στιγμή που τον άκουσε. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (κυρ. παλαιότ.) αφορίζω: ~στηκε ως αιρετικός. Οι ιδέες του αποκηρύχτηκαν και ~στηκαν. [< 1: μτγν. ἀναθεματίζω] | |
| 2984 | αναθεματισμένος | , η, ο [ἀναθεματισμένος] α-να-θε-μα-τι-σμέ-νος επίθ. (προφ.-υβριστ.): καταραμένος: Κοίτα τι μου έκανε ο ~!|| (για δήλωση εκνευρισμού) ~ος: καιρός. Κόλλησε πάλι, το ~ο (μηχάνημα)! Κόψ’ το το ~ο το τσιγάρο! Πβ. άτιμος, κερατένιος. | |
| 2985 | αναθεματισμός | [ἀναθεματισμός] α-να-θε-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. αποκήρυξη προσώπου, ενέργειας, πρακτικής, θεωρίας: καταδίκη και ~ μιας πολιτικής. ΣΥΝ. κατάρα (1) 2. ΕΚΚΛΗΣ. (κυρ. παλαιότ.) αφορισμός, ανάθεμα: ~ αιρετικού. ~ από τις Οικουμενικές Συνόδους. Βλ. -ισμός. [< μτγν. ἀναθεματισμός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ