| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38586 | παραπατώ | [παραπατῶ] πα-ρα-πα-τώ ρ. (αμτβ.) {παραπατ-άς ..., -ώντας | παραπάτ-ησα} 1. χάνω την ισορροπία στο βάδισμα, στραβοπατώ: ~ησε στη σκάλα και χτύπησε το χέρι του. ~ούσε από τη νύστα. Πβ. παραπαίω, σκουντουφλώ. 2. (σπάν.-μτφ.) παρεκτρέπομαι, σφάλλω. [< μεσν. παραπατώ] | |
| 38587 | παραπάω | πα-ρα-πά-ω ρ. (αμτβ.) {παραπήγα} (επιτατ.): πηγαίνω κάπου πολύ συχνά ή περισσότερο από όσο χρειάζεται. Κυρ. στη ● ΦΡ.: (αυτό) παραπάει! (προφ.): για κάτι που που ξεπερνά το μέτρο, τα όρια: Παραπάει αυτή η συμπεριφορά σου! Να βγαίνεις και από πάνω ενώ έχεις άδικο, ε αυτό ~! Βλ. παράγινε/έχει παραγίνει το κακό. | |
| 38588 | παραπειστικός | , ή, ό πα-ρα-πει-στι-κός επίθ. (λόγ.): παραπλανητικός: ~ός: τίτλος. ~ή: διαφήμιση/ερώτηση (: που διατυπώνεται κατάλληλα, ώστε να υποβάλει την επιθυμητή απάντηση). ~ά: επιχειρήματα/στοιχεία. ΣΥΝ. παροδηγητικός [< μτγν. παραπειστικός] | |
| 38589 | παραπεμπτικός | , ή, ό πα-ρα-πε-μπτι-κός επίθ.: που παραπέμπει, συνήθ. σε δίκη, ιατρική εξέταση: ~ό: σημείωμα. ~ή: απόφαση. || (ΛΕΞΙΚΟΓΡ.) ~ό λήμμα. ● Ουσ.: παραπεμπτικό (το): ειδικό έγγραφο με σφραγίδα και υπογραφή του θεράποντος συνήθ. γιατρού με το οποίο ο ασθενής στέλνεται για παρακλινικές εξετάσεις. ● ΣΥΜΠΛ.: παραπεμπτικό βούλευμα βλ. βούλευμα | |
| 38590 | παραπέμπω | πα-ρα-πέ-μπω ρ. (μτβ.) {παρέπεμ-ψε, παραπέμ-ψει, -φθηκε, -φθεί, παραπέμπ-οντας, -όμενος} 1. (επίσ.) στέλνω κάποιον ή κάτι σε όργανο αρμόδιο να ασχοληθεί με την περίπτωσή του: Ο εισαγγελέας τον ~ψε στο αυτόφωρο. Σε δίκη για κακούργημα ~ονται οι ... ~φθηκε στον ανακριτή/στο Πειθαρχικό Συμβούλιο/στο στρατοδικείο.|| Τον ~ψαν στο νοσοκομείο/σε άλλον γιατρό.|| Το θέμα ~φθηκε (για εξέταση) στη Βουλή/στη Δικαιοσύνη/στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (βλ. διαβιβάζω).|| (μτφ.) Η επίλυση του προβλήματος ~φθηκε στο μέλλον (= αναβλήθηκε· βλ. στις ελληνικές καλένδες). 2. υποδεικνύω σε κάποιον την πηγή στην οποία θα πρέπει να ανατρέξει, προκειμένου να ενημερωθεί για κάτι: Για περισσότερες πληροφορίες, σας ~ στο άρθρο .../στη βιβλιογραφία/στο βιβλίο .../στην ηλεκτρονική διεύθυνση .../στα πρακτικά του συνεδρίου/σε προηγούμενες δηλώσεις. ● παραπέμπει (μτφ.): θυμίζει, φέρνει στη μνήμη: ~ συνειρμικά σε ... Η διακόσμηση ~ σε μεσογειακά μοτίβα. [< 1: αρχ. παραπέμπω, γαλλ. renvoyer] | |
| 38591 | παραπέντε | πα-ρα-πέ-ντε ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. αλεξίπτωτο πλαγιάς. Βλ. αιωρό-, ανεμό-πτερο. [< γαλλ. parapente, 1983 < para(chute de) + pente] | |
| 38592 | παραπέρα | πα-ρα-πέ-ρα επίρρ.: πιο πέρα, πιο μακριά ή πιο μπροστά: Κάνε ένα βήμα ~. Άντε κάνε λίγο ~ να κάτσω και εγώ.|| (μτφ.) Ο ομιλητής προχώρησε ακόμα ~, τονίζοντας ότι ... || (ως επίθ., επιπλέον, περαιτέρω, περισσότερος, πρόσθετος:) Ζήτημα που απαιτεί ~ ανάλυση/έρευνα/μελέτη. Υπάρχουν προοπτικές για ~ ανάπτυξη/βελτίωση/εξέλιξη. ● ΦΡ.: και ακόμα παραπέρα βλ. ακόμα & ακόμη, τράβα στην άκρη/στη(ν) μπάντα/παραπέρα βλ. τραβώ | |
| 38593 | παραπέτασμα | πα-ρα-πέ-τα-σμα ουσ. (ουδ.) (λόγ.) 1. χώρισμα, συνήθ. από ύφασμα το οποίο κρέμεται από κάπου, που απομονώνει ή κρύβει έναν χώρο. Πβ. κουρτίνα, παραβάν. 2. (σπάν.-μτφ.) πέπλο: ~ μυστικότητας. ● ΣΥΜΠΛ.: σιδηρούν παραπέτασμα βλ. σιδηρούς, ά, ούν [< 2: αρχ. παραπέτασμα] | |
| 38594 | παραπέτο | πα-ρα-πέ-το ουσ. (ουδ.) 1. χαμηλός τοίχος, κατασκευή ή κιγκλίδωμα κατά μήκος δρόμου, γέφυρας, μπαλκονιού, σκάλας, για προστασία από πιθανή πτώση. ΣΥΝ. θωράκιο (1), στηθαίο 2. ΝΑΥΤ. κουπαστή. [< ιταλ. parapetto] | |
| 38595 | παραπετώ | [παραπετῶ] πα-ρα-πε-τώ ρ. (μτβ.) {παραπετ-άς ...· κυρ. στη μτχ. παραπετα-μένος} & παραπετάω 1. πετώ κάτι παραπέρα από απροσεξία ή γιατί μου είναι πλέον άχρηστο: Βρήκε παλιές φωτογραφίες ~μένες στη σοφίτα. 2. (μτφ.) εγκαταλείπω, παραμελώ κάποιον στο έπακρο: Νιώθει ~μένος από τα παιδιά του. [< μεσν. παραπετώ] | |
| 38596 | παραπέφτει | πα-ρα-πέ-φτει ρ. (αμτβ.) {παράπε-σε κ. παραέπεσε} (προφ.) 1. (για πράγμα) πέφτει σε κάποιο μέρος συνήθ. από απροσεξία: Κάπου ~σε το βιβλίο/η πρόσκληση και δεν μπορώ να το/τη βρω. 2. πέφτει περισσότερο από όσο χρειάζεται ή αναμένεται: Παραέπεσε αλάτι στη σαλάτα. Το φαγητό μού ~σε βαρύ. [< 1: μεσν. παραπέφτω] | |
| 38597 | παράπηγμα | πα-ρά-πηγ-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): μικρή και πρόχειρα κατασκευασμένη κατοικία συνήθ. από ξύλο ή λαμαρίνα. Πβ. καλύβα. ΣΥΝ. παράγκα (1) [< μτγν. παράπηγμα] | |
| 38598 | παραπίσω | πα-ρα-πί-σω επίρρ. 1. πιο πίσω: Στεκόταν ~. Κάνε ~ να περάσω. (ως ουσ.) Οι ~ (: αυτοί που βρίσκονται ~). 2. πιο παλιά, στο παρελθόν: Ας πάμε λίγο ~, στις αρχές του 20ού αι. 3. αργότερα: Άργησα και το ραντεβού πήγε ~. [< μεσν. παραπίσω] | |
| 38599 | παραπλάνηση | πα-ρα-πλά-νη-ση ουσ. (θηλ.): εξαπάτηση, ξεγέλασμα: ~ των καταναλωτών/των πολιτών. Επιχείρηση/προσπάθεια ~ης της κοινής γνώμης. Κατηγορείται για ~ των μετόχων της εταιρείας. Πβ. παγίδευση. | |
| 38600 | παραπλανητικός | , ή, ό πα-ρα-πλα-νη-τι-κός επίθ.: που παραπλανά, που οδηγεί σε λάθος συμπεράσματα: ~ός: λόγος/τίτλος. ~ή: απάντηση. ~ό: ερώτημα/μήνυμα/τέχνασμα. ~ές: αναφορές/ειδήσεις (πβ. φέικ νιουζ)/ενδείξεις/εντυπώσεις/κινήσεις/πληροφορίες/υποσχέσεις. ~ά: στοιχεία. Πβ. απατηλός. ΣΥΝ. παραπειστικός, παροδηγητικός ● επίρρ.: παραπλανητικά ● ΣΥΜΠΛ.: παραπλανητική διαφήμιση βλ. διαφήμιση | |
| 38601 | παραπλανώ | [παραπλανῶ] πα-ρα-πλα-νώ ρ. (μτβ.) {παραπλαν-άς κ. -είς ..., -ώντας| παραπλάν-ησα, -ιέμαι κ. -ώμαι, -ήθηκα, -ημένος}: παρασύρω κάποιον, με τις ενέργειες, τα λεγόμενα ή τη συμπεριφορά μου, να πιστέψει κάτι αναληθές ή να σχηματίσει εσφαλμένη άποψη για κάτι: Η συσκευασία του προϊόντος ~ά τους καταναλωτές. Οι διαφημίσεις συχνά ~ούν το αγοραστικό κοινό. ~ούσε την κοινή γνώμη/τον λαό/τους ψηφοφόρους με ψεύτικες υποσχέσεις. Ο δράστης προσπάθησε να ~ήσει την Αστυνομία. ~ήθηκε ως προς το περιεχόμενο του κειμένου. Παρουσίασε ψευδή στοιχεία, ~ώντας τους δικαστές. Πβ. κοροϊδεύω, μπλοφάρω. ΣΥΝ. εξαπατώ, ξεγελώ [< μτγν. παραπλανῶμαι] | |
| 38602 | παράπλευρος | , η, ο πα-ρά-πλευ-ρος επίθ. 1. διπλανός, πλαϊνός: ~ο: (οδικό) δίκτυο/οικόπεδο. Στην ~η στήλη της εφημερίδας υπάρχει η σχετική φωτογραφία. (ΓΕΩΜ.) Οι ~ες έδρες του κύβου. Πβ. παρα-, προσ-κείμενος, παραπλήσιος.|| (ως ουσ.) Άφησα το αυτοκίνητο στον ~ο (ενν. δρόμο). 2. (μτφ.) δευτερεύων, έμμεσος ή συμπληρωματικός: ~ος: στόχος. ~ο: αποτέλεσμα/κέρδος. ~ες: δραστηριότητες. Τα ~α οφέλη της δουλειάς. Βλ. -πλευρος. ● επίρρ.: παραπλεύρως (λόγ.) & παράπλευρα: ~ της εθνικής οδού/της εκκλησίας/του δημαρχείου/της πλατείας (πβ. παραδίπλα). Βλέπε σχόλια ~ (ενν. του κειμένου). ● ΣΥΜΠΛ.: παράπλευρες απώλειες/ζημιές & παράπλευρες επιπτώσεις/συνέπειες (ευφημ.) (σπανιότ. στον εν. ) 1. μη εσκεμμένες καταστροφές, απώλειες σε ανθρώπινες ζωές ή ιδιοκτησίες πολιτών κατά τη διάρκεια στρατιωτικών επιχειρήσεων: Ο βομβαρδισμός προκάλεσε ~ ~ σε άμαχους πολίτες. 2. (κατ' επέκτ.) οποιαδήποτε βλάβη, επίπτωση προκαλείται έμμεσα, εξαιτίας άλλου γεγονότος: ~ ~ που συνοδεύουν την απόφαση. Η είδηση προκάλεσε ~ ~ στα χρηματιστήρια της Ευρώπης. [< αγγλ. collateral damage, 1947], παράπλευρη επιφάνεια: ΓΕΩΜ. το τμήμα της επιφάνειας στερεού σώματος που βρίσκεται μεταξύ των βάσεών του ή μεταξύ κορυφής και βάσης: ~ ~ κυλίνδρου/κώνου/πρίσματος. [< αγγλ. lateral area/face], παράπλευρη κυκλοφορία: ΙΑΤΡ. παρακαμπτήρια κυκλοφορία (του αίματος) που πραγματοποιείται μέσω διευρυμένων δευτερευόντων αγγείων ύστερα από στένωση, απόφραξη της κύριας οδού τροφοδοσίας συγκεκριμένης περιοχής. [< αγγλ. collateral circulation] [< γαλλ. latéral, collatéral] | |
| 38603 | παραπλέω | πα-ρα-πλέ-ω ρ. (μτβ.) {παρέπλευσε, παραπλέ-ων, -ουσα, -ον, -οντας} (λόγ.): πλέω κοντά σε ακτή ή/και κατά μήκος της: ~οντας το ακρωτήριο, κατευθύνθηκε προς ... Πβ. καβατζάρω, παρακάμπτω.|| Έσπευσαν τα ~οντα σκάφη (: που βρίσκονταν σε κοντινή απόσταση). [< αρχ. παραπλέω] | |
| 38604 | παραπληγία | πα-ρα-πλη-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παράλυση των ποδιών λόγω βλάβης του νωτιαίου μυελού: σπαστική ~. Βλ. ημι-, μονο-, τετρα-πληγία. [< αρχ. παραπληγία 'ημιπληγία', γαλλ. paraplégie, αγγλ. paraplegia] | |
| 38605 | παραπληγικός | , ή, ό πα-ρα-πλη-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την παραπληγία: ~ό: επίδομα (: για τα παραπληγικά άτομα). Κυρ. στο ● Ουσ.: παραπληγικός, παραπληγική (ο/η): που πάσχει από παραπληγία: Μετά το ατύχημα έμεινε ~. [< αρχ. παραπληγικός 'ημιπληγικός', γαλλ. paraplégique, αγγλ. paraplegic] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ