| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 38606 | παραπληροφόρηση | πα-ρα-πλη-ρο-φό-ρη-ση ουσ. (θηλ.): σκόπιμη συνήθ. διάδοση ανακριβών, αναληθών πληροφοριών ή/και απόκρυψη στοιχείων: ~ της κοινής γνώμης/του λαού. ~ από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Θύμα ~ης. Βλ. μαύρη προπαγάνδα. [< αγγλ. misinformation, γαλλ. désinformation, 1954] | |
| 38607 | παραπληροφορώ | [παραπληροφορῶ] πα-ρα-πλη-ρο-φο-ρώ ρ. (μτβ.) {παραπληροφορ-είς ..., -ώντας | παραπληροφόρ-ησα, -ούμαι, -ήθηκα, -ημένος}: διαδίδω συνήθ. σκόπιμα ανακριβείς, αναληθείς πληροφορίες ή αποκρύπτω στοιχεία που θα έπρεπε να γνωστοποιηθούν: Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης κατηγορούνται ότι ~ούν και αποπροσανατολίζουν τους πολίτες. ~ώντας τους αναγνώστες, ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι ... [< αγγλ. misinform, γαλλ. désinformer, 1959] | |
| 38608 | παραπλήρωμα | πα-ρα-πλή-ρω-μα ουσ. (ουδ.) (λόγ.) 1. συμπλήρωμα: Το κείμενο ως ~ της εικόνας. 2. ΓΕΩΜ. γωνία που, όταν προστεθεί σε μία άλλη, δίνει άθροισμα 180°. [< μτγν. παραπλήρωμα, γαλλ. supplément] | |
| 38609 | παραπληρωματικός | , ή, ό πα-ρα-πλη-ρω-μα-τι-κός επίθ.: συμπληρωματικός: ~ά: μέσα/νοήματα/στοιχεία. ● ΣΥΜΠΛ.: παραπληρωματικές γωνίες: ΓΕΩΜ. που έχουν άθροισμα 180°. [< γαλλ. angles supplémentaires] [< μτγν. παραπληρωματικός] | |
| 38610 | παραπλήσιος | , α, ο πα-ρα-πλή-σι-ος επίθ. 1. (μτφ.) παρεμφερής, παρόμοιος: ~α: τιμή. ~ο: περιεχόμενο. ~ες: δραστηριότητες. ~α: αποτελέσματα/θέματα/χαρακτηριστικά. Όσοι πήραν τον λόγο διατύπωσαν ~ες απόψεις. Πρόταση ~α με την προηγούμενη. 2. που βρίσκεται δίπλα ή κοντά σε κάποιον ή κάτι: ~ο: κτίριο. Σε ~ο χώρο. Πβ. παράπλευρος. ● επίρρ.: παραπλήσια & (λόγ.) παραπλησίως [< αρχ. παραπλήσιος] | |
| 38611 | παράπλους | πα-ρά-πλους ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πλεύση σε μικρή απόσταση από τη στεριά και παράλληλα προς κάποια ακτή. [< αρχ. παράπλους] | |
| 38612 | παραποίηση | πα-ρα-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): σκόπιμη αλλοίωση, διαστρέβλωση με στόχο την εξαπάτηση: ~ της αλήθειας/ιστορίας/πραγματικότητας. ~ αποτελεσμάτων/γεγονότων/στοιχείων. ~ήσεις εγγράφων. Κατηγορείται για ~ δεδομένων. Βλ. -ποίηση. ΣΥΝ. παραμόρφωση (2), παραχάραξη (2) [< μτγν. παραποίησις] | |
| 38613 | παραποιητικός | , ή, ό πα-ρα-ποι-η-τι-κός επίθ.: που παραποιεί, διαστρεβλωτικός: ~ή: προσπάθεια. ~ό: τέχνασμα. Πβ. παραμορφωτικός. | |
| 38614 | παραποιώ | [παραποιῶ] πα-ρα-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {παραποι-είς ..., -ώντας | παραποί-ησα, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: αλλοιώνω, διαστρεβλώνω σκόπιμα κάτι προς όφελός μου ή για να παραπλανήσω κάποιον: ~ αποτελέσματα/ειδήσεις/πληροφορίες. ~ησαν τις δηλώσεις/τις θέσεις/τα λεγόμενα του υπουργού. ~ήθηκαν δημόσια έγγραφα. Η φωτογραφία είχε ~ηθεί ηλεκτρονικά. ~ημένη: εικόνα. ~ημένα: γεγονότα/προϊόντα/στοιχεία. Πβ. παραμορφώνω, παραχαράσσω. Βλ. -ποιώ. [< μτγν. παραποιῶ] | |
| 38615 | παραπολιτική | πα-ρα-πο-λι-τι-κή ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): τα παρασκηνιακά δρώμενα της πολιτικής, η ενασχόληση με όσα συμβαίνουν στο πολιτικό παρασκήνιο: Δεν ασχολήθηκαν με την ουσία της συνάντησης των δύο αρχηγών, αλλά με την ~. Βλ. σκανδαλολογία. [< αγγλ. parapolitics, ισπαν. parapolitica] | |
| 38616 | παραπολιτικός | , ή, ό πα-ρα-πο-λι-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την παραπολιτική: ~ό: δημοσίευμα. ~ά: σχόλια. ● Ουσ.: παραπολιτικά (τα): στήλη εφημερίδας όπου σχολιάζεται το πολιτικό παρασκήνιο: Διάβασα στα ~ για την κόντρα μεταξύ των δύο βουλευτών. [< αγγλ. parapolitical, 1965] | |
| 38617 | παραπομπή | πα-ρα-πο-μπή ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. αποστολή προσώπου ή διαβίβαση υπόθεσης σε αρμόδιο όργανο, υπηρεσία: Ο εισαγγελέας ζήτησε την ~ των κατηγορουμένων σε δίκη. Αποφασίστηκε η άμεση ~ του ασθενούς σε νοσοκομείο.|| ~ του θέματος στο περιφερειακό συμβούλιο. 2. σημείωση όπου παρουσιάζονται πληροφορίες για συγκεκριμένο απόσπασμα κειμένου (π.χ. το όνομα του συγγραφέα, ο τίτλος του έργου από το οποίο λήφθηκε, καθώς και τα στοιχεία της έκδοσής του): γραπτή/ηλεκτρονική ~. Βιβλιογραφικές/εσωτερικές/χρήσιμες ~ές. ~ές και υποσημειώσεις. Ευρετήρια ~ών.|| Διαδικτυακές ~ές. Βλ. δεσμοί, λινκ. 3. (σπάν.-γενικότ.) αναφορά: άμεση/έμμεση ~. [< αρχ. παραπομπή ‘αποστολή (βοήθειας), μεταφορά’, γαλλ. renvoi] | |
| 38618 | παραπονεμένος | , η, ο πα-ρα-πο-νε-μέ-νος επίθ.: που έχει ή εκφράζει παράπονο για κάτι· δυσαρεστημένος: ~ο: ύφος (= παραπονιάρικο).|| Κανείς δεν έμεινε/έφυγε ~ από την εκδήλωση. Για να μην αφήσει κανέναν ~ο, ... ● επίρρ.: παραπονεμένα [< μεσν. παραπονεμένος] | |
| 38619 | παραπονιάρης | , α, ικο πα-ρα-πο-νιά-ρης επίθ./ουσ.: που παραπονιέται συχνά και για ασήμαντο συνήθ. λόγο: ~ικο: παιδί. Είναι πολύ ~. Βλ. -ιάρης. ΣΥΝ. γκρινιάρης, κλαψιάρης, μεμψίμοιρος, μουρμούρης | |
| 38620 | παραπονιάρικος | , η, ο πα-ρα-πο-νι-ά-ρι-κος επίθ.: που εκφράζει παράπονο: ~η: φωνή. ~ο: βλέμμα/ύφος (= παραπονεμένο). ● επίρρ.: παραπονιάρικα | |
| 38621 | παραπονιέμαι & παραπονούμαι | [παραπονοῦμαι] πα-ρα-πο-νιέ-μαι ρ. (αμτβ.) {παραπον-ιέσαι κ. -είσαι ... | παραπονέθ-ηκα, παραπονούμενος, παραπονεμένος}: εκφράζω παράπονα για κάτι: Εργάζεται σκληρά, αλλά δεν ~ιέται καθόλου. ~ιέται για έντονους πονοκεφάλους. Οι υπάλληλοι της εταιρείας ~ιούνται για τους χαμηλούς μισθούς (πβ. διαμαρτύρομαι, δυσανασχετώ). ~ηκα στον υπεύθυνο του καταστήματος.|| Μου ~ιέται συνέχεια για την κακή της τύχη. Πβ. γκρινιάζω, κλαψουρίζω, μεμψιμοιρώ, μουρμουρίζω. ● ΦΡ.: βγαίνω παραπονούμενος 1. (στρατ. αργκό) εμφανίζομαι στην αναφορά μονάδας και παραπονιέμαι για αδικία εις βάρος μου. 2. (κατ' επέκτ.) διαμαρτύρομαι για την άδικη μεταχείριση σε βάρος μου. [< μεσν. παραπονούμαι] | |
| 38622 | παράπονο | πα-ρά-πο-νο ουσ. (ουδ.) {παραπόν-ου | -ων}: έκφραση συναισθήματος δυσαρέσκειας, αγανάκτησης, πικρίας και λύπης για τη συμπεριφορά ή τη στάση κάποιου προσώπου, για μια κατάσταση ή για την ποιότητα παρεχόμενης υπηρεσίας: Το μεγάλο/μόνιμο/προσωπικό του ~ ήταν ότι ... Δεν έχω κανένα ~, μου φέρονται πολύ καλά. Είπε/τον κοίταξε με ~ (= παραπονεμένα). Έμεινε με το ~. Βροχή τα ~α για τη διαιτησία. Έγινε αποδέκτης ~ων. Μου μετέφερε τα ~ά του.|| Γραπτά ~α. Γραφείο/δελτίο/κυτίο/τηλεφωνικό κέντρο/υπηρεσία/φόρμα ~ων. Διαχείριση/υποβολή ~ων. Εξέταση ~ων και καταγγελιών. Ένα από τα συχνότερα ~α των αναγνωστών/επιβατών/πολιτών/χρηστών είναι η καθυστέρηση στην ... Διατύπωσε/εξέφρασε τα ~ά του στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου. Άκουσαν/δέχτηκαν ~α από τους πελάτες για το φαγητό. ● Υποκ.: παραπονάκι (το) ● ΦΡ.: κάνω παράπονα: παραπονιέμαι: Μου έκανε ~, γιατί ξέχασα τα γενέθλιά της. Του έκαναν ~ ότι τους αγνοεί., με πιάνει/με παίρνει το παράπονο (προφ.): στενοχωριέμαι, καθώς σκέφτομαι κάτι, και συχνά κλαίω: Θυμάμαι τι ωραία που ήμασταν και ~ ~., το 'χω παράπονο & παράπονο το 'χω (προφ.): για απραγματοποίητη επιθυμία: ~ ~ (= καημό) να πεις μια καλή κουβέντα για μένα., τα παράπονά σου στον δήμαρχο βλ. δήμαρχος [< μεσν. παράπονον] | |
| 38623 | παραπόρτι | πα-ρα-πόρ-τι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): μικρή και συνήθ. κρυφή πόρτα κοντά στην εξώπορτα, στο πλάι ή στο πίσω μέρος κτιρίου, οικίας, τείχους. [< μεσν. παραπόρτιον] | |
| 38624 | παραποτάμιος | , α, ο πα-ρα-πο-τά-μι-ος επίθ.: που βρίσκεται κοντά στις όχθες ποταμού: ~ος: δρόμος. ~α: βλάστηση/διαδρομή/ζώνη/περιοχή. ~ο: δάσος. [< αρχ. παραποτάμιος] | |
| 38625 | παραπόταμος | πα-ρα-πό-τα-μος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άμου}: ποταμός που συμβάλλει σε άλλον μεγαλύτερο. [< μεσν. παραπόταμο(ν), το] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ