Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [39220-39240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
38626παραπούλιπα-ρα-πού-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): λαχανικό. Κυρ. στη ● ΦΡ.: καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τα παραπούλια (παροιμ.): για κάθε πράγμα υπάρχει η κατάλληλη στιγμή. ΣΥΝ. κάθε πράγμα στον καιρό του (κι ο κολιός τον Αύγουστο), κάθε πράγμα/πράμα στην ώρα του
38627παραπροϊόνπα-ρα-προ-ϊ-όν ουσ. (ουδ.): υποπροϊόν: ~α κρέατος. [< γερμ. Nebenprodukt, αγγλ. by-product]
38628παράπτωμαπα-ρά-πτω-μα ουσ. (ουδ.): σφάλμα, παράβαση νόμου, γραπτού ή άγραφου: επαγγελματικό/ηθικό/νομικό/πειθαρχικό ~. Υπέπεσε σε βαρύ ~. Διέπραξε ~. Πβ. ολίσθημα, παρατυπία, πταίσμα. [< μτγν. παράπτωμα]
38629παραπτωματίαςπα-ρα-πτω-μα-τί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): πρόσωπο που έχει διαπράξει παράπτωμα. Πβ. παραβάτης.
38630παραπτωματικός, ή, ό πα-ρα-πτω-μα-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται σε παράπτωμα ή παραπτωματία: ~ή: πράξη/συμπεριφορά. Πβ. παραβατικός.
38631παραπτωματικότηταπα-ρα-πτω-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η ιδιότητα του παραπτωματικού. Πβ. παραβατικότητα. Βλ. -ότητα.
38632παραρεμάτιος, α/ος, ο πα-ρα-ρε-μά-τι-ος επίθ. (επίσ.): (για χώρο) που βρίσκεται δίπλα σε ρέμα: ~α/ος: ζώνη (: τοποθεσία)/περιοχή.
38633παραρρίνιος, α, ο πα-ραρ-ρί-νι-ος επίθ. & παραρρινικός, ή, ό: ΑΝΑΤ. που βρίσκεται δίπλα ή κοντά στις ρινικές κοιλότητες. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: παραρρίνιοι κόλποι & παραρρινικοί κόλποι: κάθε ζεύγος αεροφόρων κοιλοτήτων που βρίσκεται στα οστά του προσώπου και επικοινωνεί με τη ρινική κοιλότητα. Βλ. ηθμοειδείς κυψέλες, ιγμόρειο. [< αγγλ. paranasal sinuses] [< αγγλ. paranasal, 1909]
38634παραρρινοκολπίτιδαπα-ραρ-ρι-νο-κολ-πί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή των παραρρίνιων κόλπων: οξεία/χρόνια ~. Πβ. ιγμορίτιδα. Βλ. -ίτιδα.
38635παράρτημαπα-ράρ-τη-μα ουσ. (ουδ.) {παραρτήμ-ατος | -ατα, -άτων}: τμήμα που αποτελεί επέκταση, προσθήκη ή συμπλήρωμα κάποιου κύριου, κεντρικού συνόλου: νέο/τοπικό/φοιτητικό ~. ~ βιβλιοθήκης/εταιρείας/ινστιτούτου/οργανισμού/πανεπιστημίου. Διευθυντής/δραστηριότητες/ίδρυση/υπεύθυνος ~ατος. Περιφερειακά ~ατα. ~ατα εξωτερικού/επαρχίας. Στελέχωση/συγχώνευση ~άτων.|| (ενσωματωμένο ή ξεχωριστό μέρος εντύπου, συνήθ. με συμπληρωματικές πληροφορίες, επιπλέον στοιχεία:) Αναθεωρημένο/ειδικό/συνημμένο ~. Το εξώφυλλο ενός ~ατος. Τα ~ατα του κανονισμού. Στο ~ του βιβλίου/της έκδοσης περιλαμβάνεται ... Βλ. προσάρτημα. ● ΣΥΜΠΛ.: Συμπλήρωμα/Παράρτημα Διπλώματος βλ. συμπλήρωμα ● ΦΡ.: βγάζω παράρτημα 1. (για εφημερίδες) εκδίδω έκτακτο φύλλο. 2. (μτφ.) καθιστώ κάτι ευρέως γνωστό. Πβ. διαλαλώ, κοινοποιώ. [< μτγν. παράρτημα, γαλλ. supplément, annexe]
38636παράςπα-ράς ουσ. (αρσ.) {παρ-άδες} 1. (λαϊκό) χρήμα: Βγάζει πολλούς ~άδες (= λεφτά). Πβ. όβολο. 2. (στην Οθωμανική Αυτοκρατορία) νόμισμα πολύ μικρής αξίας: Ένα γρόσι ισοδυναμούσε με σαράντα ~άδες. ● Υποκ.: παραδάκι (το) (λαϊκό): Το φυσάει το ~ (= είναι λεφτάς). ● ΣΥΜΠΛ.: κάλπικος παράς βλ. κάλπικος ● ΦΡ.: δεν δίνω (έναν) παρά (λαϊκό): αδιαφορώ παντελώς για κάποιον ή κάτι. ΣΥΝ. δεν δίνω δεκάρα/δυάρα/μία/πεντάρα (τσακιστή)/φράγκο (1), Έχεις παράδες; Σου κάνουν τεμενάδες! (παροιμ.): αν έχεις χρήματα να διαθέσεις, έχεις ευνοϊκή μεταχείριση, σου συμπεριφέρονται με υποτέλεια., κάνω κάποιον δύο/πέντε/τρεις παράδες (λαϊκό): τον εξευτελίζω, ρεζιλεύω., με τον παρά μου και την κυρά μου (παροιμ.): για να τονιστεί η δύναμη του χρήματος., μπιρ παρά (λαϊκό-ειρων.): όσο όσο: Την έδωσε/την πούλησε την εταιρεία ~ ~ (= σχεδόν τζάμπα)., τον έχει τον παρά (λαϊκό): έχει πολλά χρήματα, είναι πλούσιος., άπιαστα πουλιά, χίλια στον παρά βλ. πουλί, η φτήνια τρώει τον παρά βλ. φτήνια, χρήμα/παράς/φράγκα με ουρά βλ. χρήμα [< τουρκ. para]
38637παρασάγγηςπα-ρα-σάγ-γης ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): αρχαίο περσικό μέτρο μήκους, ισοδύναμο περ. με 5.250 μ.· μόνο στη ● ΦΡ.: απέχει παρασάγγας/παρασάγγες: διαφέρει κατά πολύ: Η φαντασία ~ ~ από την αλήθεια/πραγματικότητα. ΣΥΝ. πόρρω απέχει [< αρχ. παρασάγγης]
38638παρασέρνωβλ. παρασύρω
38639παρασημαντικήπα-ρα-ση-μα-ντι-κή ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. αναπαράσταση μουσικών φθόγγων με γραπτά σύμβολα: αρχαία ελληνική/βυζαντινή ~. ΣΥΝ. σημειογραφία [< μτγν. παρασημαντική]
38640παράσημοπα-ρά-ση-μο ουσ. (ουδ.) {-ήμου (προφ.) -ου} 1. έμβλημα Τάγματος, που απονέμεται από την Πολιτεία σε κάποιο πρόσωπο ως αναγνώριση και επιβράβευση των υπηρεσιών του προς την πατρίδα, της επίδοσής του σε κάποιον τομέα της δημόσιας ζωής, της επιστήμης, της τέχνης ή των αγαθοεργιών του: πολεμικά/στρατιωτικά ~α (πβ. διαμνημόνευση). ~ ανδρείας. Απονομή ~ήμου. ~α στο στήθος. Τιμήθηκε με το ~ του Τάγματος του Σωτήρος (: το ανώτατο ~ της Ελληνικής Δημοκρατίας). Παρέλαβε το ~ του Μεγαλόσταυρου/του (Ανώτερου) Ταξιάρχη/του (Χρυσού/Αργυρού) Σταυρού του Τάγματος του Φοίνικος (βλ. ιππότης). Πβ. μετάλλιο. Βλ. αριστεία, αριστείο, βραβείο, διάσημα, έπαινος, τιμητική διάκριση.|| (μτφ.-προφ.) Αξίζεις ~ για την υπομονή σου! (ειρων.) Διεκδικεί/παίρνει το ~ της βλακείας! Βλ. -σημο. 2. (μτφ.-χιουμορ.) λεκές. 3. (ευφημ.-λαϊκό) αφροδίσιο νόσημα. ● ΦΡ.: το παράσημο/το βραβείο της ανοιχτής παλάμης βλ. παλάμη [< 1: αρχ. παράσημον ‘διακριτικό σύμβολο, γνώρισμα’, γαλλ. décoration]
38641παρασημοφόρησηπα-ρα-ση-μο-φό-ρη-ση ουσ. (θηλ.) & παρασημοφορία: απονομή παρασήμου: τελετή ~ης.
38642παρασημοφορώ[παρασημοφορῶ] πα-ρα-ση-μο-φο-ρώ ρ. (μτβ.) {παρασημοφορ-είς ... | παρασημοφόρ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: απονέμω παράσημο σε κάποιον: ~ούνται για την προσφορά τους στην πατρίδα. ~ήθηκε με το μετάλλιο ανδρείας για την ηρωική του δράση. Βλ. -φορώ.
38643παρασιτικός, ή, ό πα-ρα-σι-τι-κός επίθ. 1. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με παράσιτο ή οφείλεται σε αυτό: ~ός: οργανισμός (= παράσιτος). ~ή: μόλυνση. ~ές: ασθένειες. ~ά: έντομα/νοσήματα/φυτά. 2. (μτφ.) που υπάρχει, ενεργεί σε βάρος άλλου ή άλλων: ~ός: ρόλος. ~ή: οικονομία/συμπεριφορά. ~ά: επαγγέλματα. ● επίρρ.: παρασιτικά: Ζει ~. [< πβ. μτγν. παρασιτικός ‘ο σχετικός με τον ομοτράπεζο’, γαλλ. parasitique, αγγλ. parasitic(al)]
38644παρασιτισμόςπα-ρα-σι-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) το να ζει κάποιος σε βάρος άλλων. 2. ΒΙΟΛ. κατάσταση κατά την οποία ένας ζωικός ή φυτικός οργανισμός ζει παρασιτικά. Βλ. -ισμός, ξενιστής, συμβίωση, συνοίκηση. [< γαλλ. parasitisme, αγγλ. parasitism]
38645παράσιτοπα-ρά-σι-το ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίτου} 1. ΒΙΟΛ. ζωικός ή φυτικός οργανισμός που ζει και αναπτύσσεται πάνω ή μέσα σε άλλον (ξενιστής), από τον οποίο και τρέφεται, προκαλώντας ασθένεια ή βλάβη: επικίνδυνα/παθογόνα ~α. Βλ. βακτήριο, ενδο-, εξω-παράσιτα, μύκητας, σαπρόφυτα.|| (ΙΑΤΡ.-ΚΤΗΝ.) Ενδοκυτταρικά ~α. Εντερικά ~α (βλ. αμοιβάδα, εντερό-, εχινό-κοκκος). Το ~ της ελονοσίας (= πλασμώδιο). Μετάδοση ~ίτου. Μόλυνση από ~ (= παρασίτωση). ~α της γάτας/σκύλων. Βλ. βδέλλα, κοριός, μυζητήρας, ψείρα, ψύλλος.|| (ΓΕΩΠ.) Φυτικά ~α (= φυτοπαράσιτα). Αντιμετώπιση/καταπολέμηση ~ίτων. Τα ~α των καλλιεργειών. Πβ. ζιζάνιο. Βλ. ακάρεα, δάκος της ελιάς, μελίγκρα, περονόσπορος. 2. (μτφ.-μειωτ.) πρόσωπο που ζει σε βάρος άλλων: κοινωνικά/κρατικά (βλ. κρατικοδίαιτος) ~α. Πβ. κηφήνας, κοπρίτης, παρακεντές.παράσιτα (τα): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. παρεμβολές: ραδιοφωνικά ~. Ήχος χωρίς ~ (βλ. σκρατς). Η τηλεόραση κάνει ~ (= νερά· βλ. χιόνι). Πβ. διαφωνία. [< γαλλ. parasites, 1923] [< γαλλ.-αγγλ. parasite]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.